ΕΡΕΥΝΕΣ
«Κράτα τους φτωχούς»: Η κυνική στρατηγική του Αριστοτέλη

Η φτώχεια ως εργαλείο τυραννίας: Η ανάλυση του Αριστοτέλη
Στα Πολιτικά του, ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει μια κυνική αλλά διαχρονική αλήθεια: ο τύραννος κρατάει το λαό φτωχό όχι από αμέλεια, αλλά σκόπιμα, για να τον εμποδίσει να επαναστατήσει. Αυτή η τακτική, που περιγράφεται στο Βιβλίο Ε, Κεφάλαιο 11, δείχνει πώς η οικονομική εξαθλίωση γίνεται όπλο ελέγχου, απορροφώντας τον χρόνο και τους πόρους των φτωχών.
Η στρατηγική του τυράννου
Ο Αριστοτέλης γράφει ξεκάθαρα: «Συμφέρει τον τύραννο να κρατάει τους υπηκόους του φτωχούς, ώστε να μην μπορούν να αγοράσουν όπλα για την προστασία τους και να είναι τόσο απασχολημένοι με τις καθημερινές τους εργασίες ώστε να μην έχουν χρόνο για συνωμοσίες».
Αυτή η φτώχεια λειτουργεί ως αλυσίδα:
Αποτροπή οπλισμού: Χωρίς χρήματα, ο λαός δεν αγοράζει όπλα ή εξοπλίζεται, μένοντας ευάλωτος.
Καθημερινή εξάντληση: Η επιβίωση καταναλώνει όλο τον χρόνο — δουλειά, φόροι, μεγάλες δημόσιες εργασίες (π.χ. πυραμίδες, τείχη) — αφήνοντας μηδέν περιθώριο για πολιτική οργάνωση.
Ψυχολογική ταπείνωση: Οι φτωχοί γίνονται «εξευτελισμένοι», παθητικοί, δέχονται την εξουσία σαν δούλοι.
Ο τύραννος μιμείται και τα δύο άκρα: ολιγαρχία (πλούτος για λίγους) και δημοκρατία (λαϊκή βάση), ελκύοντας φτωχούς ως «προστάτης» εναντίον πλουσίων, ενώ τους κρατάει εξαθλιωμένους.
Φτώχεια ως πηγή αστάθειας και ελέγχου
Ο Αριστοτέλης συνδέει τη φτώχεια με φθορά πολιτειών: «Η φτώχεια είναι η μητέρα της επανάστασης και του εγκλήματος». Οι φτωχοί γίνονται είτε υπερβολικά φιλόδοξοι (επιβάλλουν άκρατη δημοκρατία για πλουτισμό) είτε παθητικοί (δέχονται τυραννία).
Χωρίς μεσαία τάξη, το σύστημα πολώνεται και καταρρέει σε χάος ή δουλοκρατία (ochlocracy). Ο τύραννος το εκμεταλλεύεται: αυξάνει φόρους, επιβάλλει βαριά έργα, αποδυναμώνει την οικονομία — όχι από ασέβεια, αλλά για σταθερότητα της εξουσίας του.
Διαχρονική επικαιρότητα
Αυτή η ιδέα ξεπερνά την αρχαιότητα. Σήμερα, σε αυταρχικά καθεστώτα, βλέπουμε παρόμοιες τακτικές: υπερφορολόγηση, εξάρτηση από επιδόματα, μαζικά έργα που εξαντλούν. Στην Ελλάδα, θυμίζει συζητήσεις για νεοφιλελευθερισμό και φτώχεια ως «έλεγχο».
Ο Αριστοτέλης προειδοποιεί: η φτώχεια δεν είναι τυχαία — είναι στρατηγική. Η λύση; Ισορροπημένη πολυτέλεια με μεσαία τάξη και ισχυρή νομοθεσία.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Κατοικίες και παλαιά κτίρια κυριαρχούν στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσίευσε πρόσφατα τα στοιχεία της απογραφής για τα κτίρια στην Ελλάδα, αποτυπώνοντας την εικόνα σε επίπεδο περιφερειακών ενοτήτων.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας, το μεγαλύτερο ποσοστό των κτιρίων αφορά κατοικίες, ενώ σημαντικό μέρος τους έχει ανεγερθεί πριν από το 1980. Η παλαιότητα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα. Οι νέες οικοδομές των τελευταίων ετών είναι περιορισμένες, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που καταγράφεται στην Ήπειρο.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τον στρατηγικό σχεδιασμό των τοπικών αρχών, αλλά και για επενδυτές που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις προοπτικές της περιοχής, είτε στον τομέα της στέγασης είτε στις τουριστικές υποδομές.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Σκάλα της Τζαβέλαινας: μύθος και πραγματικότητα

Όταν μια πραγματικότητα στην ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη λογική και έτσι να γίνει αποδεκτή, τότε μέσα σε αυτήν εισχωρεί ο μύθος που πλέκεται και συμπλέκεται μαζί της. Τόσο μάλιστα σφιχτά, πολλές φορές, που δεν ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Και στο εξής μύθος και πραγματικότητα συνυπάρχουν και συμπορεύονται. Κάπως έτσι, θα λέγαμε, συμβαίνει και με την περίφημη «Σκάλα της Τζαβέλαινας»!
Για όσους τυχαίνει να μη γνωρίζουν, η Σκάλα της Τζαβέλαινας δεν βρίσκεται πάνω στο Σούλι. Βρίσκεται στην αρχή του ιστορικού και καλοδιατηρημένου σήμερα μονοπατιού Γλυκής – Σουλίου, στην όχθη του Αχέροντα και σε κάποιες εκατοντάδες μέτρα από τη γέφυρα της Γλυκής. Συγκεκριμένα στο σημείο όπου συναντούμε ένα μικρό τούνελ, το οποίο έχει διανοιχτεί στη δεκαετία του -70 με σκοπό τη χάραξη δημόσιου δρόμου για τα πέντε Σουλιωτοχώρια, πράγμα που τελικά αποδείχτηκε αδύνατον. Πρόκειται για ένα διάστημα λίγων μέτρων, όπου το μονοπάτι στο σημείο εκείνο είναι στενότατο, σκαλισμένο κυριολεκτικά πάνω σε ένα θεόγκρεμο, όπου κάτω, σε βάθος πολλών μέτρων, ρέει ο μυθικός Αχέροντας στην πιο επιβλητική και φοβερή του όψη. Ακόμη και σήμερα, που έχει βελτιωθεί σημαντικά το κομμάτι αυτό του μονοπατιού, ίλιγγος και δέος σε διαπερνάει αν θελήσεις να περάσεις από εκεί – και όχι με ασφάλεια μέσα από το τούνελ!
Για τους Σουλιώτες το μονοπάτι αυτό ήταν παντελώς απαραίτητο, αφού από εκεί έφταναν πιο σύντομο στη Γλυκή και κατόπι στην Πάργα, στη Σπλάντζα και στα άλλα καμποχώρια, από όπου κουβαλούσαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, είτε ζαλικωμένοι (κυρίως οι γυναίκες), είτε στα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους. Καθώς μάλιστα ο δρόμος αυτός εξυπηρετούσε και τα τέσσερα χωριά (Σούλι, Σαμονίβα, Κιάφα, Αβαρίκο) η διάβαση ήταν καθημερινή και συχνότατη. Ήταν ακόμη σημαντικότατο πέρασμα για την άμυνά τους έναντι των Τουρκαλβανικών στρατευμάτων των Αγαδομπέηδων του Μαργαριτίου και του Γαρδικίου. Όχι μόνο γιατί δεν ήταν εύκολο να περάσει στρατός από ένα τέτοιο φοβερό στένωμα, αλλά και γιατί αν το αποτολμούσε, λίγα Σουλιώτικα παλικάρια αρκούσαν να τον σκορπίσουν και να τον γκρεμίσουν στο βάραθρο. Δεν θα ήταν υπερβολή, συνεπώς, να ειπωθεί πως η Σκάλα της Τζαβέλαινας αποτελούσε το πέρασμα της ελευθερίας των Σουλιωτών!
Όμως γιατί η συγκεκριμένη «Σκάλα» πήρε το όνομα της Σουλιώτισσας ηρωίδας; Μήπως την έχτισε η σπουδαία εκείνη γυναίκα; Όχι βέβαια. Είναι έργο ανδρών χτιστών, πολλών, χεροδύναμων και ριψοκίνδυνων που πιθανότατα θα είχαν τη σημαντική βοήθεια των γυναικών. Όπως και τόσα άλλα ιστορικά κατασκευάσματα στο Σούλι και παντού σχεδόν. Εξάλλου τόσους μαστόρους είχε το Σούλι που έχτισαν τα σπίτια τους, πολλές άλλες σκάλες και επικίνδυνα περάσματα, καθώς και τα κάστρα της Κιάφας (πριν το υπάρχον μέχρι σήμερα του Αλή Πασά) και του Κουγκίου (επί καλόγερου Σαμουήλ). Κι ακόμη η «Σκάλα» προϋπήρχε της Μόσχως Τζαβέλα από πολύ παλαιότερα. Ας έχουμε υπ’ όψη ότι η Σαμονίβα και ο Αβαρίκος έχουν σλαβικά ονόματα, ώστε εύκολα συνάγεται πως τα δυο τουλάχιστον αυτά χωριά κατοικούνταν από την εποχή της καθόδου των Σλάβων στην Ήπειρο (6ος, 7ος αι.).
Σε σχέση, λοιπόν, με το όνομα της Σουλιώτισσας καπετάνισσας, πλέκονται και συμπλέκονται ο μύθος με την πραγματικότητα. Η πλούσια λαϊκή μας παράδοση διέσωσε και στην περίπτωση τούτη διάφορες εκδοχές που δε χωράνε στην ανθρώπινη λογική και βρίσκονται στη σφαίρα του μύθου. Να μερικές: πως η Τζαβέλαινα μπήκε σε ένα καλάθι και ανεβοκατέβαινε στο φοβερό βάραθρο δεμένη με τριχιά για να κουβαλάει πέτρες και άλλα υλικά. Ή πως ήταν η μόνη γυναίκα, και μάλιστα καπετάνισσα, που τόλμησε και πέρασε από το μονοπάτι καβάλα σε άλογο, ενώ κανένας άντρας, ούτε και καπετάνιος, το είχε αποτολμήσει ως τότε. Κι τρίτη εκδοχή πως η νύφη της, περνώντας πάνω από τη σκάλα, ζαλικωμένη με την σαρμανίτσα, ζαλίστηκε και έπεσε στο ποτάμι και σκοτώθηκε μαζί με το παιδί της.
Εάν θέλουμε να ερμηνεύσουμε τα υπέρλογα αυτά στοιχεία, θα λέγαμε και τούτα. Όσο δυναμική και θαρραλαία κι αν ήταν η Μόσχω Τζαβέλα, η κατασκευή ενός τέτοιου δύσκολου και επικίνδυνου περάσματος δεν θα μπορούσε να ήταν έργο της. Φυσικά και θα βοηθούσαν οι γυναίκες, καθώς και η ίδια στην εποχή της, κυρίως στη συντήρηση, αφού τη συχνή επισκευή και συντήρηση επέβαλαν οι άγριες καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν και επικρατούν συχνά στην περιοχή, η αποκρημνότητα του εδάφους και το πολυσύχναστο της διάβασης. Το ότι η Τζαβέλαινα τόλμησε να περάσει έφιππη, σημαίνει, πως κανείς δεν τολμούσε να περάσει καβάλα. Αλλά κι αν κάποιος το επιχειρούσε ο κίνδυνος ήταν μεγάλος για τον ίδιο και το ζώο. Εξάλλου πάντα σε δύσκολα περάσματα ο ιδιοκτήτης ή συνοδός του ζώου το τραβούσε από το καπίστρι και με πολλή προσοχή. Εκτός κι αν ήταν μεθυσμένος και δεν είχε συναίσθηση της πράξης του. Η Τζαβέλαινα και συναίσθηση είχε και ούτε ήθελε να δείξει με αυτόν τον τρόπο την αξιοσύνη της. Τέλος, σχετικά με την εκδοχή του γκρεμίσματος της νύφης της με τη σαρμανίτσα, η αλήθεια που πηγάζει από το μυθικό αυτό στοιχείο είναι τραγική. Πως, δηλαδή, δεν ήταν λίγοι και κυρίως λίγες οι γυναίκες που έπεσαν στο βάραθρο και σκοτώθηκαν. Τόσα ήταν τα βάσανα και οι δυσκολίες τους τα χρόνια εκείνα.
Και η Τζαβέλαινα τι ήταν; Ναι, η Τζαβέλαινα ήταν μια ξεχωριστή Σουλιώτισσα ανάμεσα σε πολλές άλλες σπουδαίες. Μια ηρωίδα, μια αμαζόνα, μια γυναίκα-μύθος που στις δύσκολες στιγμές της πατρίδας όρθωσε το κορμί και τα γυναικεία της στήθια, όπως ο πιο γενναίος Σουλιώτης. Το απέδειξε περίτρανα στην ιστορική μάχη της Κιάφας την καυτή μέρα του Αη-Λια (20 Ιουλίου) του 1792. Τότε που ο Αλή-Τεπελενλής, παρακολουθώντας απέναντι από το βουνό Μούργκα το εξευτελιστικό εκείνο κυνήγημα του στρατού του από τις Σουλιώτισσες με επικεφαλής τη Μόσχω, «βυθίζει αυτόν (το κυνήγημα) εκ διαμέτρου από της ελπίδος εις την απελπισίαν, ριφθείς χαμαί, τύπτει τους μηρούς και εκφωνών αλβανιστί … μπο μπο μεντέτ Αλλάχ. Μαδίζει τας τρίχας της κεφαλής του, κατασύρει τας παρειάς και χωρίς να περιμένει το τέλος της μάχης … ιππεύσας απήλθε δρομαίος εις Ιωάννινα» (Χριστ. Περραιβός Ιστορία Σουλλίου και Πάργας… σελ. 49»
Η «Σκάλα της Τζαβέλαινας», πέραν της πραγματικότητας, αναδείχθηκε και σε θρύλο. Θρύλος που μοιάζει με εκείνον του «Γιοφυριού της Άρτας» όπου η όμορφη γυναίκα του Πρωτομάστορα ανέλαβε τη λύση του δράματος.
«…Μάστορα μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα’ στο φέρω, Εγώ να μπω εγώ να βγω το δαχτυλίδι νάβρω…»
Η διαφορά ανάμεσα τους δυο θρύλους της παράδοσής μας είναι πως για να επέλθει η λύση στα δράματα, στην μία περίπτωση η γυναίκα του πρωτομάστορα στοιχειώθηκε, ενώ στην άλλη η γυναίκα του Καπετάνιου έδρασε και μεγαλούργησε. «…Τζαβέλαινα σαν τ’ άκουσε βαριά της κακοφάνη. Παίρνει και δένει τ’ άρματα…»
Ήταν και οι εποχές διαφορετικές.
Πάντως σήμερα οι χιλιάδες επισκέπτες μπορούν με άνεση και ασφάλεια να θαυμάσουν το μεγαλούργημα της Θεάς Φύσης και των Σουλιωτών: τη Σκάλα της Τζαβέλαινας! Και ταυτόχρονα καθώς θα νιώθουν το δέος της επίσκεψης, ας αφήσουν για λίγο το νου τους να ταξιδέψει στα χρόνια εκείνα, ν’ ακούσουν με άκρα συγκίνηση τις εξαίσιες φωνές, να θεαθούν τα έξοχα έργα και να γευτούν τα θεία νάματα που θα τους προσφέρουν άφθονα σε χειροποίητες κούπες δρύινες η Τζαβέλαινα με τις ευγενικές συντρόφισσες και συνηρωίδες της.
Βαγγέλης Τσιρώνης
Συγγραφέας – Φιλόλογος
- ΑΠΟΨΕΙΣ2 months ago
Δύο μικρές αναθέσεις, μία βαριά ποινή: Ερωτήματα για την αργία του Δημάρχου Πάργας
Δημος Παργας2 months agoΝίκος Ζαχαριάς: «Καμία ζημία για τον Δήμο Πάργας – προσφυγή στο ΣτΕ»
- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ2 months ago
5.000 ευρώ για κορίτσια 18-36 ετών στην Πάργα από το Κληροδότημα Β. Ε. Βασιλά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΠάργα, Αγιά και Ανθούσα γιορτάζουν την Αποκριά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΈως 28 Φεβρουαρίου οι αιτήσεις για τραπεζοκαθίσματα στη Χερσαία Ζώνη Λιμένα Πάργας
Αγγελίες3 weeks agoΞενοδοχείο στην Πάργα αναζητά υπαλλήλους για την καλοκαιρινή σεζόν 2026!
ΑΠΟΨΕΙΣ2 months agoΓκούμας: Σκεπτικό Απόφασης Τώρα και Λογοδοσία
- ΑΠΟΨΕΙΣ2 months ago
«Η αξιοπρέπεια δεν είναι πολυτέλεια»: ανακοίνωση εκπαιδευτικών Πρέβεζας



































