ΙΣΤΟΡΙΑ
Ψηφιακή αναπαράσταση της μάχης του Μαραθώνα

Συγκαταλέγεται μέσα στις σημαντικότερες συγκρούσεις όχι μόνο του αρχαίου κόσμου αλλά και ολόκληρης της Ιστορίας. Η έκβασή της δεν έκρινε μόνο τα γεγονότα στον ελλαδικό και ελληνικό κόσμο αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η στρατηγική που εφάρμοσε ο Μιλτιάδης υπήρξε καθοριστική και αναμφίβολα ιδιοφυής.
https://www.dailymotion.com/video/x2s0b3x
Το ιστορικό
Βρισκόμαστε στο 490 π.Χ. Η Ιωνική Επανάσταση (προσπάθεια εξέγερσης των Ελλήνων της Μικράς Ασίας κατά των Περσών) έχει αποτύχει. Ο Δαρείος βλέποντας πως οι Έλληνες μπορούν να νικηθούν, αποφασίζει να κινηθεί και εναντίον των μητροπόλεων, στην ηπειρωτική Ελλάδα. Βασικός του στόχος ήταν η Αθήνα η οποία είχε βοηθήσει τους Ίωνες στην εξέγερση.
Έτσι με τον Δάτη και τον Αρταφέρνη επικεφαλής, ξεκινά μία δύναμη σχεδόν 100.000 πεζών και 1.000 ιππέων να κυριεύσει την Αθήνα. Ο περσικός στόλος καταστράφηκε από την μητέρα Ελλάδα… Μία τρικυμία κοντά στον Άθω διέλυσε την περσική ναυτική δύναμη υπό τον Μαρδόνιο. Οι Πέρσες πλέον μόνο με χερσαίες δυνάμεις φτάνουν στον Μαραθώνα. Θα πήγαιναν κατ’ευθείαν για την Αθήνα.
Την ίδια ώρα στην μεγάλη αυτή πόλη της Αττικής επικρατεί πανικός. Οι μισοί λένε να κλειστούν στα τείχη και να τους περιμένουν. Οι άλλοι μισοί υποστηρίζουν πως πρέπει να τους αντιμετωπίσουν σε ανοικτή μάχη κι ας μειονεκτούν αριθμητικά. Αποφασίζεται τελικά για το καλό της πόλης να συγκεντρωθεί όλος ο στρατός, 10.000 πολίτες-οπλίτες στον αριθμό και να κατευθυνθεί προς τον Μαραθώνα. Οι Αθηναίοι έστειλαν αίτημα για βοήθεια σε άλλες ελληνικές πόλεις.Η Σπάρτη απάντησε πως είναι πρόθυμη να βοηθήσει αλλά δεν μπορούσε να το κάνει προτού τελειώσει μία θρησκευτική εορτή κατά την οποία απαγορευόταν οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση.
Τελικά οι μόνοι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα ήταν 1.000 Πλαταιείς. Οι Έλληνες δηλαδή ανέρχονταν σε 11.000 φαλαγγίτες και είχαν να αντιμετωπίσουν 100.000 Πέρσες οι οποίοι βέβαια ήταν ελαφρά οπλισμένοι.
Ο Ηρόδοτος αποδίδει 200.000 Πέρσες πεζικάριους ωστόσο οι σύγχρονοι μελετητές βλέπουν τον αριθμό να μην ξεπερνά τους 100.000.
Η μάχη
Φτάνουν λοιπόν οι Έλληνες και στρατοπεδεύουν απέναντι από τους Πέρσες. Η μάχη θα είχε ξεκινήσει αμέσως. Υπήρχε όμως ένας παράγων ο οποίος θα έκρινε την έκβασή της υπέρ των Περσών σχεδόν αυτόματα. Το ιππικό. Οι 1.000 αυτοί ιππείς μπορούσαν να καταφέρουν τέτοιο πλήγμα στους Αθηναίους και τους Πλαταιείς το οποίο θα ήταν θανάσιμο.
Για αυτόν τον λόγο οι Αθηναίοι αποφάσισαν να περιμένουν. Πόσο όμως θα άντεχαν; Οι δύο στρατοί έπαιζαν την κολοκυθιά για πέντε συνολικά μέρες. Μέχρι που σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή οι Αθηναίοι μαθαίνουν από τους Ίωνες πως οι Πέρσες απομάκρυναν το ιππικό τους. Ήθελαν με αυτήν την δύναμη 1.000 ανδρών να κατακτήσουν την αφύλακτη Αθήνα. Τελικά δεν πρόλαβαν.. Συν τοις άλλοις οι Αθηναίοι είχαν κάθε λόγο να περιμένουν. Ήθελαν να εντάξουν στην δύναμή τους και τους ατρόμητους Σπαρτιάτες.
Οι Αθηναίοι λοιπόν διοικούνταν από δέκα στρατηγούς (φανταστείτε πολυφωνία). Ένας στρατηγός αντιστοιχούσε σε κάθε αθηναϊκή φυλή. Κάθε ημέρα διοικούσε και ένας στρατηγός. Την ημέρα λοιπόν πουν ήταν επικεφαλής ο Μιλτιάδης αποφάσισε να επιτεθεί.
Ο Μιλτιάδης θέτοντας σε εφαρμογή την πρώτη καταγεγραμμένη πολεμική στρατηγική παρέταξε τις δυνάμεις που είχε. Το κέντρο έπρεπε να είναι πιο αδύναμο συγκριτικά. Τα άκρα από την άλλη έπρεπε να πάρουν πάνω τους όλο το βάρος. Ακούγεται τρελλό μα είναι βαθύτατα σοφό.
Τι ήθελε να επιτύχει ο Μιλτιάδης με αυτό; Το κέντρο το μόνο που έπρεπε να κάνει είναι να κρατήσει τους επιτιθέμενους Πέρσες οι οποίοι στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στην αριθμητική τους υπεροχή. Δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τον Έλληνα Οπλίτη ο οποίος έμοιαζε σαν σιδηρόφρακτος ιππότης του Μεσαίωνα όπως ήταν καλυμμένος με χαλκό από πάνω μέχρι κάτω.
Όπερ και εγένετο. Μετά την αστραπιαία επίθεση των Ελλήνων, το κέντρο έστω και δύσκολα κατάφερε να κρατήσει τις γραμμές του. Τα άκρα από την άλλη πολεμώντας λυσσαλέα κατάφεραν να απωθήσουν τα εξασθενημένα άκρα των Περσών. Όχι μόνο τα απώθησαν αλλά τα πήραν και στο κυνήγι! Ο στόχος όμως δεν έπρεπε να χαθεί. Οι Πέρσες έπρεπε να χάσουν και αυτό θα γινόταν μόνο με μία κίνηση. Τα άκρα που είχαν αποτραβηχτεί γύρισαν πίσω και περικύκλωσαν τους Πέρσες που επιτίθονταν στο κέντρο των Ελλήνων που με τα βίας είχε επιτύχει να τους συγκρατήσει. Αυτό που ακολούθησε είναι βγαλμένο από σύγχρονη ταινία splatter. Οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς κατέσφαξαν όποιον Ασιάτη βρήκαν μπροστά τους. Ο τρόμος των Περσών ήταν τέτοιος που όπως καταγράφει ο Ηρόδοτος, όσοι δεν σφάχτηκαν και όσοι δεν κατάφεραν να φτάσουν στα πλοία κατά την φυγή τους πνίγηκαν στους βάλτους της περιοχής γιατί δεν ήξεραν κολύμπι.
Ήταν η πρώτη ουσιαστική νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών. Η ασιατική αυτή αυτοκρατορία δεν ήταν ανίκητη όπως πιστευόταν. Οι Αθηναίοι έκαναν το χρέος τους προς την πατρίδα. «ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΜΑΧΟΥΝΤΕΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΜΑΡΑΘΩΝΙ ΧΡΥΣΟΦΟΡΩΝ ΜΗΔΩΝ ΕΣΤΟΡΕΣΑΝ ΔΥΝΑΜΙΝ» είναι το επίγραμμα στο μνημείο της μάχης που αποτυπώνει το μεγαλείο της προσπάθειας των γενναίων αυτών Ελλήνων.
Οι Πέρσες έχασαν κατά την διάρκεια της μάχης μόνο περισσότερους από 6.000 άνδρες, ενώ δεν είναι γνωστό πόσοι σφαγιάστηκαν κατά την υποχώρηση. Οι Πλαταείς έχασαν 11 άνδρες και οι Αθηναίοι 192. Τόσες ήταν και οι ανθρώπινες μορφές στον Παρθενώνα όταν χτίστηκε. Ήταν ο φόρος τιμής στους πεσόντες ήρωες.
Δεν υπήρχε όμως καιρός για χάσιμο. Τα πλοία με το περσκό ιππικό πήγαιναν προς την ανυπεράσπιστη Αθήνα. Οι Αθηναίοι το κατάλαβαν και παρά την κούραση της μάχης και τον βαρύ οπλισμό βάδισαν προς την πόλη τους. Όταν οι Πέρσες έφταναν στον Πειραιά είδαν στα τείχη του τους Αθηναίους με τις ασπίδες τους να τους περιμένουν. Έπρεπε να αποδεχθούν την ήττα τους και να αποχωρήσουν.
Θα επέστρεφαν δέκα χρόνια μετά. Οι Έλληνες όμως σε Θερμοπύλες, Σαλαμίνα και Πλαταιές τους απέδειξαν πως η Ελλάδα ήταν η προστάτιδα της Ευρώπης…
ΥΓ: Οι Σπαρτιάτες έφτασαν τελικά στον Μαραθώνα αλλά βρήκαν μόνο τα άταφα πτώματα των νεκρών Περσών
_________
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.


























