ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Η σερβάντα: Εκεί που έκρυβε το καλό σερβίτσιο η μάνα μήπως έρθει κάνας «άνθρωπος»

Η Σερβάντα συνήθως ήταν ξύλινο έπιπλο με μια μικρή βιτρίνα όπου η νοικοκυρά φύλαγε τα πιο καλά σερβίτσια της ένας μικρός χώρος μπροστά με την φωτογραφία της γιαγιάς και του παππού συνέθεταν το σκηνικό που συναντούσαμε στα πιο πολλά σπίτια της προηγούμενης γενιάς..
Σ’ αυτό το σπίτι μεγαλώσαμε η μάνα καθάριζε την Σερβάντα κάθε φορά με ευλάβεια το καλό σερβίτσιο ήταν από την φτωχική της προίκα το θεωρούσε γρουσουζιά να σπάσει.
Πηγαίναμε πολλές φορές στα κρυφά να το χαζέψουμε να αποκαλύψουμε τα μυστικά του να καταλάβουμε γιατί ήταν τόσο πολύτιμο για την μάνα.

Που πάνω είχε χρυσοκέντητα σχέδια πολύ λεπτό και καλοφτιαγμένα με φινέτσα και την μόδα της εποχής και όλο η μάνα έλεγε στην ερώτηση μας «καλά αυτό γιατί δεν το βγάζουμε;»
«άστο ρε παιδάκι μου μην έρθει κάνας «άνθρωπος» και με την λέξη «άνθρωπος» εννοούσε κάποιον φιλοξενούμενο που θα έρθει πρώτη φορά σπίτι μας.
Όχι την γειτόνισσα, όχι τους συγγενείς και η Σερβάντα παρέμεινε εκεί χρόνια άθικτη, περήφανη, κατακάθαρη περιμένοντας τον «‘άνθρωπο» να μας θυμίζει την κουλτούρα μιας εποχής που έφυγε μαζί με την ανεμελιά και τα μικρά μας όνειρα.
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Το 50άρι παπί ήταν το καλύτερο μηχανάκι που είχες ποτέ


Για να καταλάβεις πόσο τεράστιος μάγκας ήταν ο Σοϊτσίρο Χόντα, έκατσε κι έφτιαξε ένα μηχανάκι ειδικά για να βολέψει τους ντελιβεράδες του Τόκιο. Και μπορεί τα νουντλς να μην κέρδισαν ποτέ στην Ελλάδα τα πιτόγυρα και τις πίτσες, αλλά το θρυλικό 50άρι παπί που σχεδίασε, μοίρασε… σκόνη σε όλα τα άλλα δίτροχα.

Το 50άρι παπί της Χόντα ήταν το καλύτερο μηχανάκι που είχες ποτέ. Κι ας ονειρευόσουν όταν το καβάλαγες πως ήσουν ο Έντι Λόσον σε πίστα. Κι ας παραπονιόσουν πως δεν σου έφταναν τα «ταπεινά» 50 κυβικά του. Κι ας γκρίνιαζες όλη την ώρα πως όλο το χαρτζιλίκι σου το έτρωγες πάνω του. Κι ας έβλεπες στον ύπνο σου μακρινά όνειρα για την Γιαμάχα την Τζένεσις ή το Καβασάκι το Νίντζα.
Όταν άνοιγες τα μάτια σου, το παπάκι ήταν αληθινό και -κυριότερα- ήταν δικό σου. Κατάδικό σου. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, σε ένα χρόνο συμπληρώνονται 60 από τη μέρα που το πρώτο τέτοιο βγήκε στους δρόμους του Τόκιο, ξεκινώντας ένα ταξίδι που το έφερε μέχρι την πυλωτή της πολυκατοικίας σου, το γκαράζ ή την αυλή του σπιτιού στο χωριό σου.
Όσο για τους λόγους που το έκαναν μοναδικό και λατρεμένο; Κάτσε και σημείωνε!
Δεν ήταν 50 κυβικά
Μπορεί να έγραφε Super Cub 50, αλλά ήταν κοινό μυστικό πως ούτε τα μισά από όσα κυκλοφορούσαν στους δρόμους δεν ήταν πενηντάρια. Δηλαδή ήταν, αλλά μόνο μέχρι να πουληθούν. Απαραίτητη προϋπόθεση πριν βγει από το μηχανουργείο ήταν το «κωλοφτιάξιμο». Πρώτη «σκάλα» τα 72 cc -κι αν το ‘λεγε η καρδούλα και το πορτοφόλι σου- τα 91! Μάλιστα, υπήρχε και μια ιδιότυπη συμφωνία κυρίων μεταξύ του πιτσιρικά που έκανε κωλιές ή σούζες και του οργάνου της τροχαίας που τον κυνήγαγε και τελικά τον «τσίμπαγε».
Μπορούσε να τον γράψει για άδεια, δίπλωμα, ασφάλεια, κράνος. Για οτιδήποτε. Σπάνια, όμως, θα του έκανε «πουστιά» και θα τσέκαρε πλαίσιο και κινητήρα για να διαπιστώσει το «πείραγμα». Το ήξερες. Το ήξερε. Το ήξερες πως το ήξερε. Το ήξερε πως το ήξερες πως το ήξερε, αλλά δεν σε έγραφε. Εκτός κι αν είχατε προσωπικά ή το είχες παρακάνει με την κομμένη εξάτμιση. Μόνο τότε έσπαγε ο άγραφος κανόνας της σιωπής για τα κυβικά του.

Δεν είχε συμπλέκτη
Είπαμε, φτιάχτηκε για να βολέψει τους ντελιβεράδες του Τόκιο. Επομένως, ο συμπλέκτης ήταν το πρώτο πράγμα που έφυγε από πάνω του ώστε να μπορείς να το κουμαντάρεις με το ένα χέρι. Στην πορεία βέβαια δεν ευεργετήθηκε ο συγκεκριμένος κλάδος μόνο, αλλά ο καθένας.
Δηλαδή κι εσύ, που ήθελες ένα χέρι ελεύθερο προκειμένου να κρατάς την φραπεδούμπα (φρέντα και τέτοιες φλωριές δεν είχαν έρθει ακόμα) και την τσιγαριά σου. Ή για να ακουμπήσεις -τάχα μου τάχα μου κατά λάθος- τις μπουτάρες της συμμαθήτριας που έπεισες να πετάξεις (μεταφορικά) στο σπίτι μετά το φροντιστήριο για τα εγγλέζικα.
Σε ένα τέτοιο έκατσε η πρώτη σου γκόμενα
ν η συμμαθήτρια του παραπάνω παραδείγματος δεν σε πλάκωνε στα χαστούκια στη μέση του δρόμου (για το… τάχα μου) είχες βάσιμες ελπίδες να γίνει το κορίτσι σου. Έτσι αποκτούσες την πρώτη σου σχέση κι έμπαινες σε ένα κόσμο γεμάτο μπαλαμούτι, πρησμένα χείλη και προσμονή για το πότε θα σταματήσετε να χαμουρεύεστε όλη νύχτα και θα περάσετε στην επόμενη πίστα. Όποτε τελικά κι αν γινόταν αυτό, όλα θα είχαν ξεκινήσει πάνω σ’ εκείνο το παπάκι.

Ήταν περισσότερο χόμπι, παρά όχημα
Όταν αγόραζες ένα τέτοιο, η σχέση σας δεν περιοριζόταν σε ένα καβαλίκεμα. Δεν ήταν μια ξεπέτα που τελείωνε τη στιγμή που το έβαζες στο σταντ. Είχες να σκεφτείς πώς θα μαζέψεις λεφτά για να αλλάξεις εξάτμιση. Πώς θα κόψεις αεροδυναμικά την ποδιά του. Αν θα την έβγαζες τελείως για να μην σου «κόβει» χιλιόμετρα.
Πού θα έβρισκες «μαμίσιο» κυλινδροπίστονο για να το αναβαθμίσεις. Αν ο μηχανικός θα σου έκανε καλή δουλειά. Πώς θα κατάφερνες να αντισταθείς στο να το σανιδώσεις σε καμιά ευθεία για να μην πάνε χαμένα 600 χιλιόμετρα (μέχρι τα 1.000 που ήθελε) για να το «στρώσεις». Το μυαλό σου ήταν συνέχεια εκεί. Κι όταν άρχιζες κι εσύ να ψιλοσκαμπάζεις, δεν το ‘χες σε τίποτα να βάλεις κι εσύ χέρι. Ξεκινώντας από τη βιδούλα που ρυθμίζει το «νεκρό», μέχρι να φτάσεις στο σημείο να το λύνεις και να το δένεις καλύτερα και από το κλείστρο στο G3 στον στρατό.

Επειδή ήταν σκυλί του πολέμου
Εύκολο στην οδήγηση. Με φτηνά (σε σχέση με τα υπόλοιπα) ανταλλακτικά. Με ντεπόζιτο που γέμιζε με ένα κατοστάρικο και σου ‘φτανε καμιά βδομάδα. Κι αν γινόταν η στραβή κι έμενες από καύσιμο, υπήρχε λύση. Άνοιγες την τάπα, εφάρμοζες το στόμα σου στο ντεπόζιτο και φύσαγες μέχρι να γίνουν ολοκόκκινα τα μούτρα σου από την πίεση. Αυτές οι τελευταίες σταγόνες καυσίμου που σπρώχνονταν στον κινητήρα, σου χάριζαν κάνα χιλιόμετρο.

Γι’ αυτό έπρεπε να ‘χεις το νου σου στο παπί σου. Να το αγαπάς και να το προσέχεις. Να το έχεις όλο νίκελο αστραφτερό και να πουλάς μούρη κάθε φορά που προσπερνούσες κανένα κακόμοιρο αδερφάκι του, που αντί για τα δικά σου χέρια έπεσε σε κάνα μπάρμπα που το ξεφτίλιζε βάζοντάς του παρμπρίζ, ποδιά και… τελάρο πίσω για τα ψώνια. Αυτό ήταν το παπί φίλε μου.
[mh]
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Το άσπρο αμάνικο κι άλλα 6 πράγματα της εφηβικής μας ηλικίας που προσπαθούμε να ξεχάσουμε

Ένας άχρηστος οδηγός για όλα όσα μουτζώνουμε μέχρι σήμερα.
Μία λίστα με πράγματα τα οποία πέρασαν στο παρελθόν και παρακαλάμε να μείνουν εκεί. Να μην επιστρέψουν και να μην ξαναπαίξουν ποτέ με τον πόνο μας υπό οποιαδήποτε μορφή.
Η άσπρη βαμβακερή φανέλα

Το ευρέως γνωστό wifebeater, που η μάνα σου επέμενε να φοράς για να σε κρατήσει ζεστό. Έχει πάνω χρόνια παράσημα από τρίχες ,ιδρώτα, μπίχλα και είναι πιο άγουστο και από το μαλλί του Justin Bieber. Ευτυχώς μεγαλώσαμε και τώρα δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Οι περισσότερες από αυτές έχουν μετατραπεί σε ξεσκονόπανα.
Η άλγεβρα Λυκείου

Η πρώτη φορά πονάει. Έτσι ήταν και με τα μαθηματικά του λυκείου και δει την Άλγεβρα, που ευθύνεται για όλη την κατίφλα, τα δάκρυα και τα ψυχολογικά που αποκτήσαμε. Είναι ξεκάθαρα ένα από τα τοπ μισητά μαθήματα που είχαμε στα σχολικά μας χρόνια και που, συνήθως, κατέληγε να γίνει προσάναμμα για το τζάκι. Πάντως έχουμε πιάσει τα 30 και ακόμη δεν έχουμε χρειαστεί την αριθμητική πρόοδο στη ζωή μας.
Το discman

Ας είμαστε ειλικρινείς παιδιά. Ναι, μπορεί να το είχαμε όλοι επειδή δεν υπήρχαν εναλλακτικές, αλλά είναι ξεκάθαρα Ό,ΤΙ πιο άβολο δημιουργήθηκε ποτέ. Εκτός το ότι δεν χωρούσε σε καμία τσέπη, έπρεπε να κουβαλάς μαζί σου και ένα λόχο από CD. Επίσης «κολλούσε» πολύ εύκολα. Πάλι καλά που βρήκαν οι άνθρωποι τα mp3’s και ησύχασε το κεφάλι μας.
Τα σιδεράκια

Από τη μία το λες αναγκαίο κακό. Από την άλλη αν σκεφτείς πόσοι πετυχημένοι άνθρωποι στον πλανήτη δεν είχαν ποτέ ίσια δόντια, θα έπρεπε να αρπάξεις τη μάνα σου και να της βγάζεις ένα-ένα τα δόντια με τανάλια. Αν βίωσες το μαρτύριο με τα σιδεράκια, γνωρίζεις πως δεν χρειάζεται άλλος λόγος για bullying. Ήσουν ο Robocop της τάξης. Ο τύπος που δεν αντάλλαξε ούτε φιλί Εσκιμώου στην μπουκάλα. Δεν τα συμπαθούν ούτε οι ίδιοι οι οδοντίατροι.
Το εφηβικό μουστάκι

Αυτό που οι ορμόνες σου έχουν αρχίσει να τα παίζουν. Που βγαίνει τρίχα αλλά δεν είναι τρίχα. Είναι χνούδι βαμμένο με μαύρη μπογιά. Που βγαίνει ελάχιστο στο ύψος της φαβορίτας και απελπιστικά αρκετό στο μουστάκι. Αυτό που δεν καταλάβαμε ποτέ, είναι γιατί το άφηναν οι πιτσιρικάδες της εποχής στα μούτρα τους. Για τις γυναίκες με το μουστάκι στο σχολείο, χρειάζεται ξεχωριστό κείμενο.
Το μπεγλέρι

Θυμάσαι εκείνη την άθλια μόδα που αγόρια και κορίτσια τριγυρνούσαν με αυτή την βλακεία στο χέρι; Δεν ήταν καν παραδοσιακό κομπολόι. Ήταν μία άθλια αντιγραφή του πρωτότυπου, για δήθεν ζόρικους τύπους. Δεν καταλάβαμε ποτέ πως ήρθε αυτό το πράγμα στη μόδα και γιατί κάποιοι ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ να ασχολούνται με αυτό στο 2017. Γιατί οι μαλακίες επιστρέφονται.
























