ΕΡΕΥΝΕΣ
Η Σπηλιά του Πλάτωνα – Ανάλυση απο Χάνα Άρεντ

Η ανάλυση που ακολουθεί προέρχεται απο το βιβλίο της Χάνα Άρεντ“Υπόσχεση Πολιτικής” απο τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ και μετάφραση Κατερίνας Χαλμούκου.
Χρησιμοποιούμε τον λόγο τους αλλά όχι την σκέψη τους.
Προσπαθώ να κατανοήσω γιατί αρνούμαστε τόση σοφία και ακόμα χειρότερα γιατί την παραποιούμε,η παραποίηση αυτής την γνώσης δεν την κάνει γνώση πλέον.Κατανοώ πως οι περισσότεροι μάλλον γνωρίζουν την αλληγορία καθώς είναι γνωστή,αλλά μια ανάλυση απο την σκέψη μιας φιλοσόφου είναι πάντα ευπρόσδεκτη.Προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα τον διαχωρισμό σε “ειδικότητες”,εξειδικέυσεις που μοιάζουν ώς τερατώδη δημιουργήματα στον απλό πολίτη και οπότε καλύτερα να ασχοληθεί με πιο απλούστερα πράγματα,όπως η τηλεόραση για παράδειγμα.Όλοι είμαστε επιστήμονες και φιλόσοφοι.Ο επιστήμων δεν είναι τίποτα περισσότερο απο τον αναζητητή της αλήθειας και εργαλεία του είναι τόσο ή έυρεση λογικών στοιχείων όσο και η φαντασία του.Ο φιλόσοφος είναι ένα είδος μαθηματικού της σκέψης,όπως η εξέλιξη των ειδών στη φύση που γίνεται πάντα βήμα βήμα κι όχι με άλματα,έτσι και η έυρεση λογικής σειράς των πραγμάτων για να θέσει την σοφία στο φώς των πραγμάτων για όλους να δούν.
Η αλληγορία,μέσα απο την οποία ο Πλάτων θέλει να αποδώσει ένα είδος περιεκτικής βιογραφίας του φιλοσόφου,εκτυλίσσεται σε τρία στάδια,κάθε ένα απο τα οποία ορίζει ένα κρίσιμο σημείο,μια αποφασιστική καμπή,ενώ και τα τρία μαζί συνιστούν την περιαγωγή όλης της ψυχής,τη μεταστροφή ολόκληρου του ανθρώπινου όντος,που για τον Πλάτωνα αποτελεί την ίδια την διαδικασία διαμόρφωσης του φιλοσόφου.
Η πρώτη μεταστροφή λαμβάνει χώρα μέσα στη σπηλιά,ο μελλοντικός φιλόσοφος απελευθερώνεται απο τα δεσμά με τα οποία είναι αλυσοδεμένα “τα πόδια και οι λαιμοί” των κατοίκων της σπηλιάς,έτσι ώστε να “βλέπουν μόνο μπροστά τους”,με το βλέμμα τους κολλημένο σε ένα προπέτασμα,στο οποίο εμφανίζονται σκιές και εικόνες των πραγμάτων.Όταν στρέφει για πρώτη φορά το κεφάλι του,βλέπει στο πίσω μέρος της σπηλιάς μια τεχνητή φωτιά που ρίχνει το φώς της στα πράγματα της σπηλιάς και τα δείχνει όπως ακριβώς είναι.
Αν θέλαμε να αναλύσουμε κι άλλο την ιστορία,θα μπορούσαμε να πούμε οτι αυτή η πρώτη περιαγωγή είναι εκείνη του επιστήμονα,ο οποίος δεν αρκείται στα όσα λένε οι άλλοι για τα πράγματα,αλλά “στρέφει το βλέμμα του”για να διαπιστώσει πως είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα,ανεξάρτητα απο τις γνώμες του πλήθους.Γιατί,για τον Πλάτωνα,οι εικόνες πάνω στο προπέτασμα ήταν οι διαστρεβλώσεις της δόξας (μεταφράζεται απο την Άρεντ ώς “γνώμη” καταρχήν και ώς “μεγαλείο,φήμη”) και χρησιμοποίησε μόνο μεταφορές που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με την όραση και την αντιλιπτική ικανότητα,επειδή η λέξη δόξα,σε αντίθεση με τη δική μας λέξη “γνώμη”,υποδηλώνει έντονα το ορατό.
Οι εικόνες που εμφανίζονται στο προπέτασμα,στο οποίο έχουν καρφωμένο το βλέμμα τους οι κάτοικοι της σπηλιάς,,είναι αι δόξαι τους,δηλαδή το τί και το πώς τους φαίνονται τα πράγματα.Για να δούν τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα,πρέπει να στρέψουν το κεφάλι τους,δηλαδή να αλλάξουν θέση,επειδή,όπως είδαμε πρίν,κάθε δόξα εξαρτάται από και αντιστοιχεί στη θέση που έχει κάποιος στον κόσμο.
Μια ακόμα πιο αποφασιστική καμπή στη βιογραφία ενός φιλοσόφου προκαλείται όταν αυτός ο μοναχικός εξερευνητής δεν ικανοποιείται με την φωτιά στην σπηλιά και με τα πράγματα,που τώρα εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα,αλλά θέλει να ανακαλύψει την προέλευση της φωτιάς και τις αιτίες των πραγμάτων.Και πάλι στρέφει το κεφάλι του και βρίσκει μια έξοδο απο τη σπηλιά,μια σκάλα που τον οδηγεί στον καθαρό ουρανό,σε ένα τοπίο χωρίς πράγματα και ανθρώπους.
Εδώ εμφανίζονται οι ιδέες,οι αιώνιες ουσίες των φθαρτών πραγμάτων και των θνητών ανθρώπων,που φωτίζονται απο τον ήλιο,την ιδέα των ιδεών,η οποία δίνει τη δυνατότητα στον παρατηρητή να δεί και στις ιδέες να λάμψουν.Αυτό είναι σίγουρα το αποκορύφωμα στη ζωή ενός φιλοσόφου και απο αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η τραγωδία.Όντας ακόμα θνητός,δεν ανήκει εδώ,ούτε και μπορεί να παραμείνει,αλλά πρέπει να επιστρέψει στην σπηλιά,στο σπίτι του στη γή,όμως ούτε και στη σπηλιά δε θα αισθάνεται πλέον άνετα.
Κάθε μια απο αυτές τις μεταστροφές συνοδέυτηκε απο απώλεια της αντίληψης και του προσανατολισμού.Το βλέμμα,το οποίο ήταν συνηθισμένο στις σκιές που εμφανίζονταν στο προπέτασμα,τυφλώνεται απο την φωτιά που καίει στο πίσω μέρος της σπηλιάς.Το βλέμμα,που προσαρμόστηκε στο χαμηλό φώς της τεχνητής φωτιάς,τυφλώνεται απο το φώς του ήλιου.Όμως το χειρότερο απ’ όλα είναι η απώλεια του προσανατολισμού που πλήττει εκείνους των οποίων το βλέμμα κάποια στιγμή προσαρμόστηκε στο λαμπερό φώς που έλαμπε κάτω απο τον ουρανό των ιδεών και οι οποίοι τώρα πρέπει να βρούν το δρόμο τους μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς.
Η μεταφορά που ακολουθεί εκφράζει τον λόγο για τον οποίο οι φιλόσοφοι δεν ξέρουν τι είναι καλό γι’ αυτούς -και τον τρόπο με τον οποίο αποξενώθηκαν απο τις ανθρώπινες υποθέσεις: Δεν μπορούν πλέον να δούν μέσα στο σκοτάδι της σπηλιάς- έχασαν την αίσθηση του προσανατολισμού,έχασαν αυτό που αποκαλούμε κοινή λογική.Όταν επιστρέφουν και προσπαθούν να διηγηθούν στους κατοίκους της σπηλιάς όσα είδαν έξω απο αυτήν,κανείς δεν τους καταλαβαίνει,για τους κατοίκους της σπηλιάς όλα όσα τους λέει ηχούν στ’ αυτιά τους σαν να “γύρισε ανάποδα” ο κόσμος (Χέγκελ).Ο φιλόσοφος που επέστρεψε στη σπηλιά κινδυνέυει επειδή έχει χάσει την κοινή λογική που χρειάζεται για να προσανατολιστεί σε έναν κόσμο κοινό σε όλους και,επιπλέον,επειδή όλα όσα σκέφτεται έρχονται σε αντίφαση με την κοινή λογική του κόσμου.
Στην αλληγορία της σπηλιάς αποτελεί μυστήριοτο γεγονός ότι ο Πλάτων παρουσιάζει τους κατοίκους της ώς κοκαλωμένους,δεμένους μπροστά σε ένα προπέτασμα,χωρίς την παραμικρή δυνατότητα να κάνουν κάτι ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.Όντως,οι δύο σημαντικότερες,απο πολιτική άποψη,λέξεις που καθορίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα,η ομιλία και η πράξη (λέξις και πράξις) απουσιάζουν χαρακτηριστικά απο την όλη ιστορία.Η μοναδική ενασχόληση των κατοίκων της σπηλιάς είναι η παρατήρηση του προπετάσματος,προφανώς βρίσκουν ευχάριστη την ίδια την διαδικασία της παρατήρησης,ανεξάρτητα απο κάθε πρακτική ανάγκη (Σημείωση στα “Μετά τα Φυσικά” του Αριστοτέλη εδώ).Με άλλα λόγια,παρουσιάζει τους κατοίκους της σπηλιάς ώς κανονικούς ανθρώπους,που όμως διαθέτουν εκείνο το ξεχωριστό χαρακτηριστικό των φιλοσόφων: Παρουσιάζονται ώς δυνητικοί φιλόσοφοι,που μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια της σπηλιάς ασχολούνται με το μοναδικό πράγμα που απασχολεί τον φιλόσοφο στο φώς και στην πλήρη γνώση.
Άρα,η αλληγορία της σπηλιάς είναι σχεδιασμένη όχι τόσο για να περιγράψει πως φαίνεται η φιλοσοφία απο την πλευρά της πολιτικής,αλλά πως φαίνεται η πολιτική,η σφαίρα των ανθρωπίνων υποθέσεων απο την πλευρά της φιλοσοφίας.Και σκοπός είναι να ανακαλύψει κανείς στη σφαίρα της φιλοσοφίας τις αρχές εκείνες που αρμόζουν σε μια πόλη με κατοίκους όπως εκείνοι της σπηλιάς,όμως παράλληλα είναι κατάλληλες και για τους κατοίκους που,μέσα στο σκοτάδι και στην άγνοια,έχουν διαμορφώσει γνώμες σχετικά με τα ίδια θέματα που απασχολούν και τον φιλόσοφο.
ΕΡΕΥΝΕΣ
«Κράτα τους φτωχούς»: Η κυνική στρατηγική του Αριστοτέλη

Η φτώχεια ως εργαλείο τυραννίας: Η ανάλυση του Αριστοτέλη
Στα Πολιτικά του, ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει μια κυνική αλλά διαχρονική αλήθεια: ο τύραννος κρατάει το λαό φτωχό όχι από αμέλεια, αλλά σκόπιμα, για να τον εμποδίσει να επαναστατήσει. Αυτή η τακτική, που περιγράφεται στο Βιβλίο Ε, Κεφάλαιο 11, δείχνει πώς η οικονομική εξαθλίωση γίνεται όπλο ελέγχου, απορροφώντας τον χρόνο και τους πόρους των φτωχών.
Η στρατηγική του τυράννου
Ο Αριστοτέλης γράφει ξεκάθαρα: «Συμφέρει τον τύραννο να κρατάει τους υπηκόους του φτωχούς, ώστε να μην μπορούν να αγοράσουν όπλα για την προστασία τους και να είναι τόσο απασχολημένοι με τις καθημερινές τους εργασίες ώστε να μην έχουν χρόνο για συνωμοσίες».
Αυτή η φτώχεια λειτουργεί ως αλυσίδα:
Αποτροπή οπλισμού: Χωρίς χρήματα, ο λαός δεν αγοράζει όπλα ή εξοπλίζεται, μένοντας ευάλωτος.
Καθημερινή εξάντληση: Η επιβίωση καταναλώνει όλο τον χρόνο — δουλειά, φόροι, μεγάλες δημόσιες εργασίες (π.χ. πυραμίδες, τείχη) — αφήνοντας μηδέν περιθώριο για πολιτική οργάνωση.
Ψυχολογική ταπείνωση: Οι φτωχοί γίνονται «εξευτελισμένοι», παθητικοί, δέχονται την εξουσία σαν δούλοι.
Ο τύραννος μιμείται και τα δύο άκρα: ολιγαρχία (πλούτος για λίγους) και δημοκρατία (λαϊκή βάση), ελκύοντας φτωχούς ως «προστάτης» εναντίον πλουσίων, ενώ τους κρατάει εξαθλιωμένους.
Φτώχεια ως πηγή αστάθειας και ελέγχου
Ο Αριστοτέλης συνδέει τη φτώχεια με φθορά πολιτειών: «Η φτώχεια είναι η μητέρα της επανάστασης και του εγκλήματος». Οι φτωχοί γίνονται είτε υπερβολικά φιλόδοξοι (επιβάλλουν άκρατη δημοκρατία για πλουτισμό) είτε παθητικοί (δέχονται τυραννία).
Χωρίς μεσαία τάξη, το σύστημα πολώνεται και καταρρέει σε χάος ή δουλοκρατία (ochlocracy). Ο τύραννος το εκμεταλλεύεται: αυξάνει φόρους, επιβάλλει βαριά έργα, αποδυναμώνει την οικονομία — όχι από ασέβεια, αλλά για σταθερότητα της εξουσίας του.
Διαχρονική επικαιρότητα
Αυτή η ιδέα ξεπερνά την αρχαιότητα. Σήμερα, σε αυταρχικά καθεστώτα, βλέπουμε παρόμοιες τακτικές: υπερφορολόγηση, εξάρτηση από επιδόματα, μαζικά έργα που εξαντλούν. Στην Ελλάδα, θυμίζει συζητήσεις για νεοφιλελευθερισμό και φτώχεια ως «έλεγχο».
Ο Αριστοτέλης προειδοποιεί: η φτώχεια δεν είναι τυχαία — είναι στρατηγική. Η λύση; Ισορροπημένη πολυτέλεια με μεσαία τάξη και ισχυρή νομοθεσία.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Κατοικίες και παλαιά κτίρια κυριαρχούν στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσίευσε πρόσφατα τα στοιχεία της απογραφής για τα κτίρια στην Ελλάδα, αποτυπώνοντας την εικόνα σε επίπεδο περιφερειακών ενοτήτων.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Πρέβεζας, το μεγαλύτερο ποσοστό των κτιρίων αφορά κατοικίες, ενώ σημαντικό μέρος τους έχει ανεγερθεί πριν από το 1980. Η παλαιότητα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα. Οι νέες οικοδομές των τελευταίων ετών είναι περιορισμένες, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που καταγράφεται στην Ήπειρο.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τον στρατηγικό σχεδιασμό των τοπικών αρχών, αλλά και για επενδυτές που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις προοπτικές της περιοχής, είτε στον τομέα της στέγασης είτε στις τουριστικές υποδομές.
- ΑΠΟΨΕΙΣ2 months ago
Δύο μικρές αναθέσεις, μία βαριά ποινή: Ερωτήματα για την αργία του Δημάρχου Πάργας
Δημος Παργας2 months agoΝίκος Ζαχαριάς: «Καμία ζημία για τον Δήμο Πάργας – προσφυγή στο ΣτΕ»
- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ2 months ago
5.000 ευρώ για κορίτσια 18-36 ετών στην Πάργα από το Κληροδότημα Β. Ε. Βασιλά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΠάργα, Αγιά και Ανθούσα γιορτάζουν την Αποκριά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΈως 28 Φεβρουαρίου οι αιτήσεις για τραπεζοκαθίσματα στη Χερσαία Ζώνη Λιμένα Πάργας
Αγγελίες3 weeks agoΞενοδοχείο στην Πάργα αναζητά υπαλλήλους για την καλοκαιρινή σεζόν 2026!
ΑΠΟΨΕΙΣ2 months agoΓκούμας: Σκεπτικό Απόφασης Τώρα και Λογοδοσία
Δημος Παργας1 week agoΚάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση




































