ΕΡΕΥΝΕΣ
Διάλεκτοι στην Ελλάδα: Κατέεις από ντοπιολαλιά;
των Νικόλα Γεωργιακώδη, Ηρώς Κουνάδη
«Καούρ εκοκιάτε» έγραφε η πινακίδα στη στροφή του δρόμου προς το Λεωνίδιο. Καλώς εκοπιάσατε. Πρέπει να ήταν η πρώτη πινακίδα που βλέπαμε γραμμένη σε άλλη γλώσσα στην Ελλάδα. Πρέπει να είναι, επίσης, και μια από τις πιο πολυφωτογραφημένες πινακίδες σε ελληνικό δρόμο. Τι γλώσσα ήταν αυτή; Τσακώνικα. Μια από τις διαλέκτους που επιβιώνουν ακόμα στην Ελλάδα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που τις θέλουν εξορισμένες από το δημόσιο βήμα.
Ο κ. Παύλος Αλμπανούδης, Διδάκτωρ Φιλολογίας, Γλωσσολόγος – Διαλεκτολόγος του ΑΠΘ, εξηγεί ποια η διαφορά μεταξύ γλώσσας, διαλέκτου και ιδιώματος. «Η γλώσσα αφορά την καθομιλουμένη, ενώ οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα αποκλίνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από αυτήν. Το κάθε σκέλος εξετάζεται διαφορετικά και αποτελεί αντικείμενο μελέτης από την επιστήμη της Γλωσσολογίας», εξηγεί. «Μερικές διάλεκτοι έχουν πάψει να χρησιμοποιούνται, ενώ άλλες χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Η ποντιακή, τα τσακώνικα, τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, η διάλεκτος της ανατολικής ρωμυλίας, η κρητική και κάποια ιδιώματα περιορισμένης γεωγραφικής έκτασης που χρησιμοποιούνται σε νησιά», προσθέτει.
Ο διαλεκτικός λόγος, σύμφωνα με τον κ. Αλμπανούδη είναι ζωτικής σημασίας για τον πολιτισμό. «Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό στοιχείου του λαϊκού πολιτισμού μας. Κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο», λέει χαρακτηριστικά και προσθέτει όσον αφορά τις κινήσεις που θα έπρεπε να γίνουν για να διατηρηθούν οι κατά τόπους διάλεκτοι: «Θα πρέπει να διδάσκονται στην νεολαία, όπως κάνουν οι Τσάκωνες, μέσα από συλλόγους ή ακόμα και από κάποιο Πανεπιστήμιο. Η διάλεκτος αποτελεί ισχυρότατο στοιχείο του πολιτισμού και της ιστορίας».
Η απαξίωση πάντως είναι ένας από τους κύριους λόγους, εξαιτίας των οποίων ο διαλεκτικός λόγος αργοπεθαίνει. «Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι ο διαλεκτικός λόγος αποτελεί στρέβλωση της ελληνικής γλώσσας, ενώ δεν είναι έτσι. Είναι πλούτος. Αυτό οφείλεται σε κακή αντίληψη από παλιά, όταν υπήρξε κοινωνικά στιγματισμένος. Θεωρούταν ότι αντιστοιχεί σε ένα κατώτερο στρώμα της κοινωνίας», επισημαίνει ο κ. Αλμπανούδης, «η επίσημη γλώσσα ανέκαθεν θεωρείτο το κατάλληλο εργαλείο επικοινωνίας. Αυτό περνούσε και από τα σχολεία παλαιότερα, όταν οι δάσκαλοι άκουγαν διαλεκτικό λόγο και έδερναν τα παιδιά».
«Στην Ελλάδα πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία διαλέκτων, η οποία δεν μελετιέται. Για παράδειγμα υπάρχει μια πολύ μεγάλη γλωσσική ποικιλία από μετανάστες που μιλούν τα ελληνικά με διάφορους τρόπους, τους οποίους κανείς δεν μελετάει. Για παράδειγμα, δεν μελετάται ο τρόπος που οι μετανάστες μιλούν ελληνικά. Για εμένα πάντως, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον», λέει από την πλευρά του ο κ. Σπύρος Μοσχονάς, αναπληρωτής καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
«Διάλεκτοι δημιουργούνται συνέχεια», προσθέτει, «και γλωσσικές ποικιλίες, απλά δυσκολευόμαστε να τις αναγνωρίσουμε στην Ελλάδα. Στις Σκανδιναβικές χώρες για παράδειγμα, ακόμα και μικρές διαφορές από την καθομιλουμένη τις ονομάζουν διαλέκτους, τις μελετούν σοβαρά, γράφεται λογοτεχνία σε αυτές και γίνονται συνέδρια. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε την γλωσσική ποικιλία ως ‘κακό πράγμα’», προσθέτει.
Η ποντιακή διάλεκτος: Εσύ έλαν μετ’ εμέν’ ας παίζουμε εντάμα
«Τα ποντιακά είναι η γλώσσα των Ελλήνων που κατοικούσαν στις Νότιες και Νοτιοανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας» λέει η Σοφία Σαββίδου, Πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Αγίας Βαρβάρας «ο Φάρος», που διοργανώνει, μεταξύ άλλων, μαθήματα εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου, και ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις στα ποντιακά. «Είναι σημαντικό να το τονίσουμε αυτό, ότι οι Πόντιοι είναι Έλληνες, που εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους το 1922 με τη Συνθήκη της Λωζάννης, και έφυγαν προς τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και προς την Ελλάδα. Αυτό για το οποίο υπερηφανευόμαστε, όμως, είναι ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει συγκεκριμένη γεωγραφική θέση. Δεν είναι όπως, για παράδειγμα, στην Ήπειρο μιλούν ηπειρώτικα ή στην Κρήτη κρητικά. Ποντιακά μπορείς να ακούσεις παντού, όπου υπάρχουν Πόντιοι –και Πόντιοι υπάρχουν παντού».
«Η ποντιακή διάλεκτος πήρε νέα ορμή με την έλευση των μεταναστών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής ένωσης, πολλοί εκ των οποίων την είχαν ως αποκλειστική γλώσσα» λέει ο Αντώνης Παυλίδης, Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών, εξηγώντας μας γιατί η ποντιακή είναι μια από τις δημοφιλέστερες διαλέκτους στην Ελλάδα. «Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι πολλοί από εκείνους που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στις παρυφές των πόλεων της Βορείου Ελλάδας απευθύνονταν στους Έλληνες στα ποντιακά. Θεωρούσαν ότι αυτή ήταν η γλώσσα των Ελλήνων» συνεχίζει χαμογελώντας.
Το 70% των λέξεων της ποντιακής διαλέκτου, σύμφωνα με τον κ. Παυλίδη, προέρχονται από την αρχαία ελληνική –κάποιες, μάλιστα, από αυτές από την ομηρική παράδοση. Το υπόλοιπο 30% είναι επιρροές από τα περσικά, τα αραβικά και τα τουρκικά. «Η νέα ελληνική γλώσσα έχει λιγότερες λέξεις από τα αρχαία απ’ ό,τι η ποντιακή».
Σχετικά με το αν χρησιμοποιούν περισσότερο τα ποντιακά στην καθημερινότητά τους, η κ. Σαββίδου λέει «εξαρτάται πώς το βλέπει κάθε οικογένεια. Εμείς μιλάμε ποντιακά μέσα στο σπίτι, και στη γειτονιά –γιατί στο δρόμο που μένουμε στην Αγία Βαρβάρα και στον διπλανό, είμαστε όλοι Πόντιοι. Άλλοι που μένουν σε γειτονιές που δεν είναι έτσι, μιλούν πολύ λιγότερο ποντιακά. Επίσης, στις οικογένειες που ο ένας γονιός μόνο είναι Πόντιος, είναι συχνό το φαινόμενο η γλώσσα να μην χρησιμοποιείται ιδιαίτερα και να μην περνά στην επόμενη γενιά».
Ο κ. Παυλίδης, από την πλευρά του, λέει ότι στην καθημερινότητά του δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου η ποντιακή διάλεκτος. «Ήμουν 20 χρονών όταν πέθανε η γιαγιά μου, η οποία είχε έρθει το ‘22 στις Σέρρες. Πέθανε στα 115 της, οπότε θα μπορούσες να πεις ότι ήταν ένα μουσειακό είδος ανθρώπου. Μου μιλούσε μόνο ποντιακά. Δεν ήξερε άλλη γλώσσα, πέρα από τα τουρκικά βεβαίως, τα οποία όμως είχε εντολή από τον παππού (ο οποίος πέθανε στον Πόντο) να μην τα μάθει ποτέ στα παιδιά. Εγώ, αφότου ήρθα στην Αθήνα, μιλούσα λίγα ποντιακά στην κόρη μου όταν ήταν μικρή, η οποία όμως φώναζε, δεν ήθελε. Κάποια στιγμή, όταν ήταν οκτώ, είχαμε πάει ταξίδι στα χωριά ανατολικά της Τραπεζούντας. Ήταν, λοιπόν, ένα κοριτσάκι εκεί, η οποία με το που την βλέπει φωνάζει από μακριά “Εσύ έλαν μετ’ εμέν’ ας παίζουμε εντάμα”. Γυρίζει, με κοιτάζει, μου λέει “μπαμπά, το άκουσες αυτό;”. Συγκινήθηκα».
Θα έπρεπε να διδάσκονται οι διάλεκτοι, όπως η ποντιακή, στα σχολεία; «Εγώ πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να γίνει, και χαίρομαι πολύ που ρωτάτε» λέει ο κ. Παυλίδης. «Γιατί οι διάλεκτοι, όπως λένε οι ειδικοί, είναι τα μικρά ποταμάκια που τροφοδοτούν και ενισχύουν το μεγάλο ποτάμι, που είναι η μητρική μας γλώσσα. Αν οι παραπόταμοι στερέψουν, θα φτωχύνει μαζί τους και το μεγάλο ποτάμι».
Οι Δήμοι διδάσκουν ποντιακά
Τους επόμενους μήνες, στα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης αρκετών ελληνικών δήμων, ξεκινούν τμήματα διδασκαλίας της ποντιακής διαλέκτου, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας. «Είναι πρωτοφανής η στήριξη που είχαμε από τους αρμόδιους φορείς τώρα, μετά από χρόνια προσπαθειών» λέει ο Αντώνης Παυλίδης, Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών. Τις επόμενες ημέρες θα ξεκινήσουν πέντε τμήματα διδασκαλίας στον Δήμο Θεσσαλονίκης, ενώ από το φθινόπωρο αναμένεται να ξεκινήσουν και τα μαθήματα στους Δήμους Ελληνικού και Μελισσίων στην Αττική, σε δύο δήμους του Νομού Δράμας, σε έναν στο Κιλκίς και έναν στην Κατερίνη.
Τα προγράμματα σπουδών θα είναι τριετή, και θα απευθύνονται αρχικά μόνο σε ενήλικες. «Περίπου δεκαπέντε εκπαιδευτικοί, δάσκαλοι και φιλόλογοι, θα διδάσκουν, βασιζόμενοι στο Εγχειρίδιο Εκμάθησης της Ποντιακής Γλώσσας, το οποίο είναι τώρα σχεδόν έτοιμο» λέει ο κ. Παυλίδης, που συμμετείχε στην συντακτική ομάδα του εγχειριδίου. Στην ερώτησή μας αν θα γίνονται μαθήματα και άλλων διαλέκτων στους δήμους, απαντά «δυστυχώς όχι».
«Το πλεονέκτημα που έχουμε εμείς οι Πόντιοι», συνεχίζει, «είναι ότι έχουμε στη διάθεσή μας ένα τεράστιο έργο λογοτεχνικής παράδοσης, επάνω στο οποίο μπορέσαμε να χτίσουμε το εγχειρίδιο. Υπάρχει επίσης τεράστια μουσική παράδοση, χάρη στην οποία έχει διασωθεί η γλώσσα, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πολλοί Πόντιοι συγγραφείς γράφουν ακόμα στην ποντιακή διάλεκτο», καταλήγει τονίζοντας ότι τα μαθήματα θα είναι ανοιχτά σε όλους. «Δεν απευθυνόμαστε μόνο στους Πόντιους, ούτε θέλουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να κάνουμε τους ανθρώπους όπως ήταν πριν από το ’22. Γι’ αυτό και λίγη γραμματική θα διδάσκεται. Αυτό που θέλουμε να μεταδώσουμε είναι ο τεράστιος πλούτος των ιδεών και των αξιών που μας κληροδοτήθηκε. Όποιος γνωρίζει την Ιστορία του Πόντου, ξέρει ότι εκείνοι οι άνθρωποι έκαναν θαυμαστά πράγματα».
Η Κρητική διάλεκτος: Εν κατέω πράμα
«Η κρητική διάλεκτος είναι πιθανόν η αρχαιότερη στον ελλαδικό χώρο» λέει ο Ανδρέας Κλεισαρχάκης, Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Αιγάλεω, ο οποίος αριθμεί περίπου οκτακόσια ενεργά μέλη. Η ντοπιολαλιά, όπως την αποκαλεί, ομιλείται εκτός από την Κρήτη στο χωριό Χαμιντιέ της Συρίας και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι κρητικοί το 1923.
Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία που διαβάζουμε στη σχετική μελέτη του Συλλόγου, η κρητική διάλεκτος είχε όλα τα προσόντα για να εξελιχθεί σε Κοινή Νεοελληνική: λεξιλογικό πλούτο, συνθετική και παραγωγική ικανότητα, εκφραστικότητα. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί και το γεγονός ότι, για δύο περίπου αιώνες, τα λογοτεχνικά της έργα ήταν σχεδόν τα μοναδικά πανελλήνια λαϊκά αναγνώσματα. Η ιστορική συγκυρία, όμως, δεν στάθηκε ευνοϊκή, κι έτσι η κρητική παρέμεινε διάλεκτος.
Μια διάλεκτος, βέβαια, ευρύτατα διαδεδομένη, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο πληθυσμός του νησιού ανέρχεται σε εξακόσιες χιλιάδες κατοίκους, και ότι τη ντοπιολαλιά χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους και όλοι οι Κρητικοί που ζουν σε άλλα μέρη της Ελλάδας. «Στην Κρήτη, και ειδικά στα χωριά, μιλάμε μόνο την ντοπιολαλιά. Στην Αθήνα, τώρα, στην καθημερινότητά μας τη χρησιμοποιούμε μεταξύ μας όσο περισσότερο μπορούμε. Και φυσικά την μαθαίνουμε στα παιδιά, μιλώντας τους σε αυτήν» λέει ο κ. Κλεισαρχάκης.
Η κρητική διάλεκτος, με τη μουσικότητά της, την απουσία δυσπρόφερτων συμφωνικών συμπλεγμάτων (αθός = ανθός, άθρωπος = άνθρωπος) και τους αρχαϊσμούς της, θεωρείται μία από τις πιο εύηχες ελληνικές διαλέκτους. Δεν είναι, όμως, ίδια από τη μία άκρη της Κρήτης στην άλλη: Όπως μας ενημερώνει ο κ. Κλεισαρχάκης, διαφορές εμφανίζονται ακόμα και από χωριό σε χωριό. «Για παράδειγμα, οι γητειές που λέμε εμείς στην ανατολική Κρήτη, το δικό σας ξεμάτιασμα ας πούμε, στη δυτική Κρήτη λέγεται ζητειές. Τον κουζουλό, που σημαίνει τρελός, στη δυτική Κρήτη τον λένε τρεζό».
Τον ρωτάμε αν θεωρεί ότι η πολιτεία θα έπρεπε να συμπεριλάβει στα σχολεία την διδασκαλία διαλέκτων, όπως η κρητική, και μας λέει ότι «μάλλον είναι καλύτερο να έχουμε την ελληνική γλώσσα στα σχολεία, και από εκεί και πέρα κάθε τοπική κοινωνία να έχει τη δική της ντοπιολαλιά. Είναι τόσο πολλές οι διάλεκτοι που δεν θα είχε νόημα να τις βάλουμε στα σχολικά βιβλία».
Επισημαίνει, πάντως, ότι η διατήρηση της διαλέκτου, και η μεταλαμπάδευσή της από γενιά σε γενιά είναι πολύ σημαντική. «Αν χαθεί μια γλώσσα, χάνονται μαζί της και η Ιστορία και ο πολιτισμός της φυλής» λέει. «Αυτός είναι και ο κύριος στόχος των κατά τόπους συλλόγων: η διάσωση, η διατήρηση και η διάδοση της γλώσσας. Τα τρία “διά”» καταλήγει χαμογελώντας.
Η αρβανίτικη διάλεκτος: Αι τσσε θότε τε βερτέτενε, σ’κα ανάγγη νγα σσουμε ξίου*
* Αυτός που λέει την αλήθεια, δεν έχει ανάγκη από πολλά λόγια. Αρβανίτικη παροιμία.
Τα Αρβανίτικα αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας και σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Γέρου, Πρόεδρο του Αρβανίτικου Συνδέσμου Ελλάδος, αποτελούν την αρχαιότερη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. «Μιλάμε για ιστορία δυόμισι χιλιάδων χρόνων πριν. Ουσιαστικά αποτελεί μητρική της αρχαίας ελληνικής και αυτό φαίνεται από πολλές λέξεις, αλλά και από τον γλωσσολογικό κανόνα ο οποίος ορίζει ότι μια γλώσσα είναι αρχαιότερη μιας άλλης, αν σε μια λέξη που υπάρχει και στις δύο γλώσσες είναι πλουσιότερη σε φωνήματα. Άλλωστε με την αρβανίτικη γλώσσα ερμηνεύτηκε ο δίσκος της Φαιστού», προσθέτει.
Για το αν τα παιδιά των αρβανιτών συνεχίζουν να μαθαίνουν την διάλεκτο ο κ. Γέρου απαντά ότι αυτό συμβαίνει κυρίως στις αρβανιτοπεριοχές. «Εκεί μαθαίνουν κάποιες λέξεις, όμως δυστυχώς αυτή η πορεία είναι πτωτική. Υπήρξε μια πολύ αρνητική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία καταδίωξε την γλώσσα με διάφορους τρόπους. Προπολεμικώς, για παράδειγμα, απαγορευόταν στα αρβανιτοχώρια οι χωροφύλακες να μιλάνε αρβανίτικα. Γενικά, ήταν ένας σωβινισμός ακατανόητος, τώρα πια βέβαια δεν συμβαίνουν αυτά, αλλά έχει συντελεστεί το κακό», λέει χαρακτηριστικά. Αυτή την στιγμή, σύμφωνα με τον κ. Γέρου, οι μεγάλες γενιές εξακολουθούν να μιλούν αρβανίτικα, οι μεσαίες μιλούν πότε αρβανίτικα πότε νεοελληνικά, ενώ τα πιτσιρίκια μαθαίνουν σποραδικές λέξεις.
«Είναι έγκλημα αυτό. Η γνώση μιας γλώσσας είναι η γνώση μιας φιλοσοφίας. Παίρνει όλη την κουλτούρα μελετώντας τα κείμενα για να μάθει κάποιος την γλώσσα», λέει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον κ. Γέρου, η πολιτεία θα έπρεπε να συμπεριλάβει την διδασκαλία της αρβανίτικης διαλέκτου. «Οι γλώσσες δεν είναι εργαλείο επικοινωνίας, είναι ένας πολιτισμικός θησαυρός. Όταν ακούς μια παροιμία, δεν ακούς πέντε λέξεις, ακούς ένα φιλοσοφημένο απόσπασμα. Οι αρβανίτες έχουν πάρα πολλές παροιμίες. Αυτό που κάνετε εσείς αυτή τη στιγμή, θα έπρεπε να το είχε κάνει το κράτος παλαιότερα, όμως ήταν εχθρικό. Είχε ιδρυθεί έδρα αρβανίτικης λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών πριν τον πόλεμο του ’40, όμως την παρεμπόδισαν», αναφέρει σχετικά.
Μεγαλωμένος στο Κρυοκούκι (σημαίνει «κόκκινο κεφάλι» στα αρβανίτικα), αλλά μένοντας πλέον στην Αθήνα, ο κ. Γέρου μιλάει την γλώσσα μόνο στο σπίτι του. «Σπούδασα για πάρα πολλά χρόνια στην Αθήνα, ο παλιός τρόπος σκέψης δεν αλλάζει, απλά συμπληρώνεται. Με κάθε καινούργια γλώσσα που μαθαίνει κανείς δημιουργούνται καινούργια αποθεματικά τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα με το άλλο και το καθένα είναι πιο ταιριαστό στην κάθε περίπτωση, πιο προσαρμοσμένο», λέει.
Η βλάχικη διάλεκτος: Μέρου σουμ μέρου κάντι*
* «Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει». Βλάχικη παροιμία.
«Τα βλάχικα είναι μια γλώσσα η οποία αποτελείται από διάφορες βλάχικες διαλέκτους», λέει ο κ. Δημήτρης Τάμπας, Πρόεδρος του Συλλόγου Βλάχων Θεσπρωτίας, «Είναι μια γλώσσα προφορική και δεν υπάρχει σε γραπτά. Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους πάντως αποτελεί μία από τις τέσσερεις ρομανικές νεολατινικές γλώσσες της βαλκανικής λατινικής, οι οποίες μιλιούνταν στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία».
Τα βλάχικα μαθαίνονται από γενιά σε γενιά και πάντα προφορικά, σύμφωνα με τον κ. Τάμπα. «Βλάχοι υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα. Βέβαια στις αστικοποιημένες περιοχές έχει εγκαταλειφθεί η γλώσσα και γίνεται μια προσπάθεια από πλευράς μα να μιλήσουν βλάχικα και τα νεότερα παιδιά. Στην περιφέρεια πάντως, πολλά παιδιά την μιλούν», λέει σχετικά.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο εκμάθησής της στα σχολεία, ο κ. Τάμπας θεωρεί ότι η γλώσσα από την στιγμή που περνά από γενιά σε γενιά και μαθαίνεται μέσα στο σπίτι, δεν χρειάζεται να διδάσκεται και στο σχολείο. «Άλλωστε εμείς χρησιμοποιούμε γραπτά την ελληνική γλώσσα σε όλες τις ανάγκες μας. Πάνω από όλα είμαστε Έλληνες και έχουμε μια βλάχικη διάλεκτο», επισημαίνει.
Αν πάντως χαθεί η γλώσσα, χάνεται και ένα κομμάτι του πολιτισμού το οποίο αυτή εκπροσωπεί, σύμφωνα με τον κ. Τάμπα. «Για αυτό προσπαθούμε να την κρατήσουμε. Προσπαθούμε εμείς οι παλαιότεροι να μεταφέρουμε την γλώσσα στους νέους μιλώντας την μέσα στα σπίτια, αλλά και μέσω των συλλόγων μας οι οποίοι κάνουν πολύ καλή δουλειά. Έχουμε γύρω στους εκατό συλλόγους σε όλη την Ελλάδα, οι οποίοι βρίσκονται υπό την στέγη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων», λέει σχετικά.
Η τσακώνικη διάλεκτος: Γρούσα νάμου είνι τα Τσακώνικα. Ρωτήετε να νιούμ’ αλήωι*
*Γλώσσα μας είναι τα Τσακώνικα. Ρωτήστε να σας πουν. Από ταμπέλα στο Λεωνίδιο.
Η τσακώνικη διάλεκτος αποτελεί πρόγονο του Λακωνικού τμήματος της Αρχαίας Δωρικής και σύμφωνα με τα μέχρι τώρα επιστημονικά στοιχεία αποτελεί την αρχαιότερη διάλεκτο. «Κάνουμε κινήσεις να συνεχίσει να ζει η τσακώνικη διάλεκτος από στόμα σε στόμα, με ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν την διάλεκτο», λέει ο κ. Κωσταντίνος Τροχάνης, Πρόεδρος του Αρχείου Τσακωνιάς, σωματείου και πνευματικού ιδρύματος το οποίο ασχολείται με την ιστορία, τη γλώσσα, τη λαογραφία, τα ήθη και τα έθιμα της Τσακωνιάς.
Τα τσακώνικα μιλιούνται ακόμα σε χωριά της Λακωνίας όπως το Λεωνίδιο, ο Τύρος, η Πραγματευτή, τα Πέρα Μέλανα, τα Σαπουνακέικα και ο Πραστός, ενώ το βόρειο ιδίωμα της διαλέκτου, όπως μας πληροφορεί ο κ. Τροχάνης χρησιμοποιείται στην Σίταινα και στην Καστάνιτσα.
Σύμφωνα με τον κ. Τροχάνη, η τσακώνικη διάλεκτος θα μπορούσε να διδάσκεται στα ντόπια σχολεία ως τοπική ιστορία. «Τα δημοτικά και τα γυμνάσια των χωριών όπου χρησιμοποιείται ακόμα η διάλεκτος θα μπορούσαν να έχουν δύο με τρεις ώρες την εβδομάδα ένα τέτοιο μάθημα. Έχουμε κάνει μάλιστα αίτημα στο Υπουργείο Παιδείας το οποίο έχει διαβιβαστεί στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Η ανταπόκρισή τους ήταν πολύ θετική», επισημαίνει ο κ. Τροχάνης, λέγοντας ότι στο παρελθόν η διάλεκτος διδάσκοταν με πρωτοβουλία του Αρχείου Τσακωνιάς.
Ενδιαφέρον για την διάλεκτο έχουν δείξει, όπως μας πληροφορεί ο κ. Τροχάνης, πέρα από Έλληνες και ξένοι διαλεκτολόγοι. «Πριν από μερικά χρόνια είχαν έρθει εδώ καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης για να εκπονήσουν εργασία για την τσακώνικη», λέει περήφανος.
Εκείνος πάντως, χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο την καθομιλουμένη στην καθημερινότητά του. «Την τσακώνικη την χρησιμοποιούν περισσότερο ηλικιωμένοι άνθρωποι που ασχολούνται με την κτηνοτροφία, αλλά και κάτοικοι των ορεινών οικισμών. Όταν βρεθούν δύο μεταξύ τους θα μιλήσουν, όμως σε κύκλο που βρίσκονται και άλλοι δεν θα το κάνουν», λέει σχετικά και προσθέτει: «Σίγουρα κινδυνεύει, όπως κινδυνεύουν και όλοι οι διάλεκτοι. Υπάρχουν πλέον και οι επιμείξεις. Η μητέρα μου για παράδειγμα δεν ήταν από εδώ και ο πατέρας μου ήρθε από την Ρουμανία. Εγώ πώς θα την μάθω; Τα παιδάκια που πάνε στο σχολείο από μικρά, πώς θα ακούσουν τον παππού και την γιαγιά να την μιλάνε για να μάθουν;».
* Στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2013, θα πραγματοποιηθεί το έβδομο τσακώνικο συνέδριο στην Λαϊκή Βιβλιοθήκη Λεωνιδίου.
ΕΡΕΥΝΕΣ
4 στα 4 η ΝΔ στις Σέρρες με ποσοστό ευστοχίας ΟΠΕΚΕΠΕ 100%

Αν το ρουσφέτι ήταν άθλημα, θα μιλούσαμε για την απόλυτη επίδοση. Χωρίς χαμένες βολές, χωρίς αστοχίες. Και στις Σέρρες η ΝΔ κατάφερε να πιάσει το 100% ευστοχίας.
Γιατί άλλο η γνωστή ελληνική πατέντα του «να βολευτούμε», κι άλλο αυτό που προκύπτει τώρα. Εδώ δεν έχουμε διάσπαρτες ιστορίες ή μεμονωμένες περιπτώσεις. Έχουμε κανονικό “καρέ”.
Τέσσερις έδρες για τη ΝΔ στον νομό, τέσσερις βουλευτές και – σύμφωνα με τις δικογραφίες για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ – τέσσερις παρουσίες. Ο Κώστας Καραμανλής, η Φωτεινή Αραμπατζή και ο Θεόφιλος Λεονταρίδης στη νεότερη υπόθεση. Ο Τάσος Χατζηβασιλείου στην προηγούμενη, που του στοίχισε τότε και τη θέση στην κυβέρνηση.
Τέσσερις στους τέσσερις. Ποσοστό που δεν το λες απλώς υψηλό, το λες απόλυτο. Και όταν το «απόλυτο» αφορά μια υπόθεση σαν αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, τότε η κουβέντα αλλάζει επίπεδο.
Γιατί εκεί που τελειώνουν οι δικαιολογίες, αρχίζουν τα ερωτήματα. Όχι μόνο για πρόσωπα, αλλά για ολόκληρο τον τρόπο που στήνεται και αναπαράγεται μια πολιτική πραγματικότητα.
Και τελικά, ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι το 4 στα 4.
Είναι ότι, κάπου εκεί έξω, μοιάζει σε κάποιους και απολύτως φυσιολογικό. Τόσο φυσιολογικό που κάποιους τους ξαναψηφίζουν και τους επανεκλέγουν πανηγυρικά.
ΕΡΕΥΝΕΣ
«Κράτα τους φτωχούς»: Η κυνική στρατηγική του Αριστοτέλη

Η φτώχεια ως εργαλείο τυραννίας: Η ανάλυση του Αριστοτέλη
Στα Πολιτικά του, ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει μια κυνική αλλά διαχρονική αλήθεια: ο τύραννος κρατάει το λαό φτωχό όχι από αμέλεια, αλλά σκόπιμα, για να τον εμποδίσει να επαναστατήσει. Αυτή η τακτική, που περιγράφεται στο Βιβλίο Ε, Κεφάλαιο 11, δείχνει πώς η οικονομική εξαθλίωση γίνεται όπλο ελέγχου, απορροφώντας τον χρόνο και τους πόρους των φτωχών.
Η στρατηγική του τυράννου
Ο Αριστοτέλης γράφει ξεκάθαρα: «Συμφέρει τον τύραννο να κρατάει τους υπηκόους του φτωχούς, ώστε να μην μπορούν να αγοράσουν όπλα για την προστασία τους και να είναι τόσο απασχολημένοι με τις καθημερινές τους εργασίες ώστε να μην έχουν χρόνο για συνωμοσίες».
Αυτή η φτώχεια λειτουργεί ως αλυσίδα:
Αποτροπή οπλισμού: Χωρίς χρήματα, ο λαός δεν αγοράζει όπλα ή εξοπλίζεται, μένοντας ευάλωτος.
Καθημερινή εξάντληση: Η επιβίωση καταναλώνει όλο τον χρόνο — δουλειά, φόροι, μεγάλες δημόσιες εργασίες (π.χ. πυραμίδες, τείχη) — αφήνοντας μηδέν περιθώριο για πολιτική οργάνωση.
Ψυχολογική ταπείνωση: Οι φτωχοί γίνονται «εξευτελισμένοι», παθητικοί, δέχονται την εξουσία σαν δούλοι.
Ο τύραννος μιμείται και τα δύο άκρα: ολιγαρχία (πλούτος για λίγους) και δημοκρατία (λαϊκή βάση), ελκύοντας φτωχούς ως «προστάτης» εναντίον πλουσίων, ενώ τους κρατάει εξαθλιωμένους.
Φτώχεια ως πηγή αστάθειας και ελέγχου
Ο Αριστοτέλης συνδέει τη φτώχεια με φθορά πολιτειών: «Η φτώχεια είναι η μητέρα της επανάστασης και του εγκλήματος». Οι φτωχοί γίνονται είτε υπερβολικά φιλόδοξοι (επιβάλλουν άκρατη δημοκρατία για πλουτισμό) είτε παθητικοί (δέχονται τυραννία).
Χωρίς μεσαία τάξη, το σύστημα πολώνεται και καταρρέει σε χάος ή δουλοκρατία (ochlocracy). Ο τύραννος το εκμεταλλεύεται: αυξάνει φόρους, επιβάλλει βαριά έργα, αποδυναμώνει την οικονομία — όχι από ασέβεια, αλλά για σταθερότητα της εξουσίας του.
Διαχρονική επικαιρότητα
Αυτή η ιδέα ξεπερνά την αρχαιότητα. Σήμερα, σε αυταρχικά καθεστώτα, βλέπουμε παρόμοιες τακτικές: υπερφορολόγηση, εξάρτηση από επιδόματα, μαζικά έργα που εξαντλούν. Στην Ελλάδα, θυμίζει συζητήσεις για νεοφιλελευθερισμό και φτώχεια ως «έλεγχο».
Ο Αριστοτέλης προειδοποιεί: η φτώχεια δεν είναι τυχαία — είναι στρατηγική. Η λύση; Ισορροπημένη πολυτέλεια με μεσαία τάξη και ισχυρή νομοθεσία.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
- ΑΠΟΨΕΙΣ2 months ago
Δύο μικρές αναθέσεις, μία βαριά ποινή: Ερωτήματα για την αργία του Δημάρχου Πάργας
Δημος Παργας2 months agoΝίκος Ζαχαριάς: «Καμία ζημία για τον Δήμο Πάργας – προσφυγή στο ΣτΕ»
- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ2 months ago
5.000 ευρώ για κορίτσια 18-36 ετών στην Πάργα από το Κληροδότημα Β. Ε. Βασιλά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΠάργα, Αγιά και Ανθούσα γιορτάζουν την Αποκριά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΈως 28 Φεβρουαρίου οι αιτήσεις για τραπεζοκαθίσματα στη Χερσαία Ζώνη Λιμένα Πάργας
Αγγελίες3 weeks agoΞενοδοχείο στην Πάργα αναζητά υπαλλήλους για την καλοκαιρινή σεζόν 2026!
ΑΠΟΨΕΙΣ2 months agoΓκούμας: Σκεπτικό Απόφασης Τώρα και Λογοδοσία
Δημος Παργας1 week agoΚάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση





































