Είναι οι άνθρωποι, Ηλίθιε...

Θυμάμαι μια ατάκα από την αγαπημένη μου ελληνική ταινία «Αλλοίμονο στους νέους», όπου ο εξαίσιος Δημήτρης Χορν ρωτάει τον συμπρωταγωνιστή του – και οι δύο ηλικιωμένοι- το εξής :

«Αν σου έλεγαν ότι πατώντας ένα κουμπί, θα πεθάνουν στην Κίνα πενήντα χιλιάδες Μανδαρίνοι αλλά εσύ θα γίνεις ξανά νέος, θα το πάταγες;»

Ρωτάω λοιπόν εγώ.

Αν ήξερες ότι πατώντας το κουμπί θα μπορούσες να έχεις αυτό που επιθυμείς, θα το πάταγες;

Να το κάνω λίγο πιο δύσκολο.

Αν ήξερες ότι πατώντας το κουμπί, οι Μανδαρίνοι δεν είναι στην Κίνα, αλλά λίγο πιο κοντά σου όπου οι συνέπειες του θανάτου τους θα ήταν διαφορετικές για τη ζωή σου, θα το πάταγες;

Να στο δυσκολέψω πραγματικά.

Αν οι Μανδαρίνοι περνούσαν μπροστά από την πόρτα σου, έβλεπες τα μάτια τους, άκουγες τις φωνές τους, αποτύπωνες τα πρόσωπά τους, θα το πάταγες;

Πενήντα χιλιάδες Μανδαρίνοι αυτοί τη στιγμή βρίσκονται στη χώρα μας.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πριν κάποια χρόνια βρίσκονταν πολύ μακριά μας για να διαπιστώσουμε αν μπορούμε να νοιαστούμε για αυτούς, αλλά που τώρα βρίσκονται λίγα χιλιόμετρα από τις γειτονιές μας.

Είναι οι άνθρωποι που δεν ξέραμε ούτε τα πρόσωπά τους, ούτε τα χρώματα στα ρούχα που φοράνε, ούτε τον τρόπο που ακούγεται η φωνή τους.

Είναι αυτοί που πιθανότατα δεν θα μας ένοιαζε αν έπρεπε να αποφασίσουμε για την μοίρα τους όταν ήταν εκεί, αλλά είναι οι ίδιοι που μπορούμε να βοηθήσουμε να βελτιώσουν τη μοίρα τους, τώρα που βρίσκονται δίπλα μας.

Είναι αυτοί, που δεν μπορούν να μας δώσουν πίσω τα νιάτα μας, αλλά σίγουρα μπορούν να μας δώσουν λίγη περισσότερη εκτίμηση για τον εαυτό μας.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν φταίμε εμείς που βρίσκονται εδώ.

Γι’ αυτές τις αποφάσεις, τις λάθος εκτιμήσεις, τις εσφαλμένες κινήσεις, την αδιαφορία και το αποτέλεσμα, υπάρχουν συγκεκριμένα ονόματα γραμμένα σε ταυτότητες.

Ονόματα που δεν είναι ούτε το δικό μου, ούτε τα δικά σας.

Ευθύνες που δεν είναι ούτε δικές μου, ούτε δικές σας.

Υποχρεώσεις που δεν είναι ούτε δικές μου, ούτε δικές σας.

Τα «εύσημα» ανήκουν αποκλειστικά στην κυβέρνηση της χώρας μας, που με απαράδεκτο τρόπο, αφενός προκάλεσε με την αδιαφορία και την αναλγησία της το φαινόμενο, αφετέρου συνεχίζει να υποβαθμίζει το γεγονός ότι δεν παρέχει τίποτα για την ελάχιστη σωστή διαβίωση τόσων ανθρώπων, και λειτουργεί χωρίς να βιάζεται, χωρίς να διεκδικεί, χωρίς να απαιτεί, χωρίς να νοιάζεται.

Αντιθέτως, και με τρόπο ιδιαιτέρως ενοχλητικό, μεταφέρει την ευθύνη που της αναλογεί, σε συμμάχους που δεν βοήθησαν με τον τρόπο που περίμενε και σε απλούς πολίτες που περιμένει να βοηθήσουν χρησιμοποιώντας ως «καρότο», ένα βραβείο Νόμπελ.

Οι μεν σύμμαχοι δεν βιάζονται, οι δε πολίτες αντιστέκονται.

Οι μεν σύμμαχοι έχουν να διαχειριστούν το θέμα σφαιρικά, οι δε πολίτες δεν επιθυμούν να το διαχειριστούν καθόλου.

Οι μισοί περιμένουν, και οι άλλοι μισοί προσπερνούν.

Κάποιοι εξοργίζονται, κάποια άλλοι παραμένουν παγερά αδιάφοροι.

Στη μέση όλων αυτών όμως υπάρχουν άνθρωποι.

Που πεινάνε, κρυώνουν, αρρωσταίνουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να γυρίσουν και δεν μπορούν να φύγουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να διαλέξουν, δεν μπορούν ν αποφασίσουν, δεν μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση.

Η ευθύνη και η υποχρέωση από τη μια μεριά, με την βοήθεια από την άλλη, είναι δυο τελείως διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα.

Στο δικό μου κεφάλι όμως, αυτό είναι απόλυτα διαχωρισμένο.

Δεν θέλω να βοηθήσω γιατί έχω την ευθύνη, και σίγουρα δεν έχω καμία υποχρέωση να το κάνω. Δεν με αναγκάζει και δεν μου το επιβάλλει κανείς.

Δεν θέλω να βοηθήσω γιατί θα γίνει κάτι μαγικό που θ αλλάξει τελείως τις ζωές τους, ούτε γιατί έχω να κερδίσω το παραμικρό από αυτή τη βοήθεια.

Θέλω να βοηθήσω, γιατί θα βοηθούσα έτσι κι αλλιώς.

Με τα λίγα που μπορώ, με τις λέξεις που θα φωνάξω, ή ακόμα και με την απόλυτη ησυχία που θα επιβάλλω στον εαυτό μου στην περίπτωση που δεν μπορώ να κάνω τίποτα από τα παραπάνω.

Θέλω να βοηθήσω γιατί νιώθω καλύτερα εγώ, και δεν περιμένω να πάρω από κανέναν τα εύσημα.

Δεν θέλω ούτε να το διαφημίσω, ούτε να βγω φωτογραφίες, ούτε να γκρινιάξω που δεν θα μου αναγνωριστεί ποτέ αυτή η βοήθεια.

Μου αρκεί που θα την αναγνωρίσω εγώ στον εαυτό μου.

Θέλω να βοηθήσω γιατί ακόμα και αν οι Μανδαρίνοι ήταν στην Κίνα, εγώ το κουμπί δεν θα το πάταγα.

Τώρα που είναι εδώ, όχι απλώς δεν θα το πατήσω, αλλά αν περνά κάπως απ το χέρι μου θα τους βοηθήσω να μην είναι πλέον Μανδαρίνοι.

Θα τους βοηθήσω να ξαναγίνουν άνθρωποι.

Γιατί, πίσω και πάνω από όλα όσα γίνονται, είναι οι άνθρωποι Ηλίθιε…