Το ερώτημα δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται ενεργειακή μετάβαση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν πίσω από τον τίτλο της «πράσινης ανάπτυξης» συντελείται μια πρωτοφανής χωρική και θεσμική αναδιάταξη της Ελλάδας, με θύματα το φυσικό τοπίο, τις τοπικές κοινωνίες και τον συνταγματικό πυρήνα της περιβαλλοντικής προστασίας.
Τα ίδια τα νούμερα προκαλούν σοκ.
Η ΔΕΗ σχεδιάζει σχεδόν διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος από 12,4 GW σε 24,3 GW μέχρι το 2030, με ετήσιες νέες προσθήκες 2,4 GW, κυρίως από ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση και ευέλικτη παραγωγή.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια η χώρα θα χρειαστεί να φιλοξενήσει χιλιάδες νέες ανεμογεννήτριες, τεράστια φωτοβολταϊκά πάρκα και εκτεταμένα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας.
Οι πλαγιές των βουνών, τα νησιά και οι πρώην λιγνιτικές ζώνες μετατρέπονται σταδιακά σε βιομηχανικά πεδία ενεργειακής εγκατάστασης.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το επενδυτικό σχέδιο δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Σχεδόν 48% των συνολικών επενδύσεων κατευθύνεται εκτός χώρας, ενώ η ΔΕΗ στοχεύει μέχρι το 2030 το 45% της συνολικής ισχύος να βρίσκεται εκτός Ελλάδας.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό, προωθείται με διαδικασίες επιτάχυνσης η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης.
Εδώ ακριβώς αναδύεται η μεγάλη πολιτική και θεσμική σύγκρουση.
Το Άρθρο 24 του Συντάγματος δεν αποτελεί μια απλή νομική διάταξη.
Είναι η βασική εγγύηση προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, των δασικών εκτάσεων, του τοπίου και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Όταν όμως εισάγονται νόμοι-εξπρές που περιορίζουν τη διαβούλευση, επιταχύνουν τις αδειοδοτήσεις και μετατρέπουν τις περιβαλλοντικές εγκρίσεις σε σχεδόν τυπική διαδικασία, τότε δημιουργείται η εύλογη εντύπωση ότι το Άρθρο 24 δεν καταργείται τυπικά, αλλά αδειάζει ουσιαστικά από το περιεχόμενό του.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας χώρας που μετατρέπεται σε μονοκαλλιέργεια ΑΠΕ.
Η Ελλάδα δεν σχεδιάζεται πλέον ως πολυλειτουργικός γεωγραφικός χώρος που συνδυάζει τουρισμό, αγροτική παραγωγή, προστασία βιοποικιλότητας και τοπική ανάπτυξη.
Σχεδιάζεται ως ένας χάρτης ενεργειακής απόδοσης.
Πόσα νησιά μπορούν να σηκώσουν ανεμογεννήτριες πριν χαθεί η φυσιογνωμία τους;
Πόσες κορυφογραμμές μπορούν να σκαφτούν για να τοποθετηθούν μπαταρίες, καλωδιώσεις και υποσταθμοί;
Πόσα στρέμματα γεωργικής γης μπορούν να καλυφθούν από φωτοβολταϊκά πάρκα;
Αυτά δεν είναι ιδεολογικά ερωτήματα.
Είναι αριθμητικά και χωροταξικά ερωτήματα.
Ακόμη και οι μελέτες για το ελληνικό σύστημα δείχνουν ότι η μετάβαση σε υψηλή διείσδυση ΑΠΕ απαιτεί νέα αποθήκευση της τάξης 1.250 έως 1.750 MW, επιπλέον των υφιστάμενων υποδομών.
Με απλά λόγια, δεν μιλάμε μόνο για ανεμογεννήτριες.
Μιλάμε για μπαταρίες, αντλησιοταμιεύσεις, υποσταθμούς και νέους ενεργειακούς διαδρόμους.
Αυτό αλλάζει ριζικά τη γεωγραφία της χώρας.
Η μεγάλη ανησυχία της κοινωνίας δεν είναι η πράσινη ενέργεια καθαυτή.
Είναι ότι η «πράσινη» ταμπέλα χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να περάσουν γρήγορα έργα γιγαντιαίας κλίμακας, χωρίς επαρκή συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και χωρίς σαφή όρια φέρουσας ικανότητας.
Όταν μέσα στην ίδια εβδομάδα ανακοινώνονται ΑΜΚ 4 δισ. ευρώ, επενδύσεις 24 δισ., επέκταση σε data centers 300 MW στην Κοζάνη και παράλληλα έκτακτο νομοσχέδιο επιτάχυνσης, η δημόσια καχυποψία είναι αναμενόμενη.
Η χώρα χρειάζεται ΑΠΕ (;) αλλά με κοινωνική συμμετοχή ώστε ο καταναλωτής να είναι μέρος της παραγωγής της ενέργειας που καταναλώνει.
Δεν χρειάζεται όμως να γίνει ενεργειακή αποικία επενδυτικών σχεδίων.
Η πράσινη μετάβαση χωρίς όρια κινδυνεύει να εξελιχθεί σε περιβαλλοντική και θεσμική σύγκρουση πρώτου μεγέθους.
Και τότε το ζήτημα δεν θα είναι μόνο ενεργειακό.
Θα είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και συνταγματικό.
*Ο Δρ. Βασίλης Λύκος, είναι:
Political Analyst
Biologist – PhD in Risk Assesment & Integrated Environmental Management
MSc in Integrated Coastal Zone Management
University of Crete
Regional Councilor of the Region of Central Greece


































