ΙΣΤΟΡΙΑ
Toυμπεκί ψιλοκομμένο και πράσινα άλογα: Φράσεις λαϊκής σοφίας και η ερμηνεία τους
ΜΕΡΟΣ 1ο
Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε.
Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Τουμπεκί: η λέξη τουμπεκί έχει τουρκική καταγωγή (τουρκ. toumbeki / ιταλ. tabacco), κυριολεκτικά σημαίνει «καπνός για το ναργιλέ». Το τουμπεκί ήταν η τέχνη των ταμπήδων (αυτοί που έφτιαχναν τον καφέ) στα καφενεία της παλιάς εποχής, οι οποίοι, αφού μούσκευαν τον καπνό, μετά τον έκοβαν σε ψιλά κομματάκια και τον χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το ναργιλέ. Όσο πιο ψιλοκομμένο ήταν το τουμπεκί, τόσο καλύτερη θεωρούνταν η ποιότητά του.
Επειδή συχνά οι ταμπήδες έπιαναν την κουβέντα με τους θαμώνες των καφενείων και αργούσαν να δώσουν το ναργιλέ στον πελάτη, εκείνος φώναζε: «κάνε τουμπεκί», δηλαδή «ετοίμασε τον καπνό για το ναργιλέ και σταμάτα την κουβέντα». Σήμερα, όταν λέμε σε κάποιον «κάνε τουμπεκί» ή «κάνε τουμπεκί ψιλοκομμένο», του ζητάμε να μη μιλάει, επειδή αυτοί που κάπνιζαν το τουμπεκί στο ναργιλέ τους, περνούσαν ώρες καπνίζοντας αμίλητοι.
Κουλουβάχατα: η λέξη προέρχεται από την ένωση δύο αραβικών λέξεων :Κουλούα-Χατά που σημαίνει όλα μαζεμένα σε ένα. Οι Έλληνες αγωνιστές του 1821 άκουγαν τις λέξεις αυτές από τους Άραβες του Ιμπραήμ και τις χρησιμοποιούσαν ειρωνικά. Ο πρώτος που φαίνεται να την χρησιμοποίησε στα νεοελληνικά ήταν ο Θεόδωρος ,εγγονός του Γέρου του Μοριά, βγάζοντας το 1882 το πολιτικό του φυλλάδιο «Ἡ Κουλουβάχατα ἤ αἱ φύρδην μίγδην σημεριναί ἰδέαι» για να δείξει το κοινωνικό και πολιτικό χάος της Ελλάδας του 1850.
Κοπρίτης: η λέξη έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα όπου, όταν κάποιος φτωχός δεν είχε την δυνατότητα να αναθρέψει το παιδί του και προκειμένου αυτό να διασωθεί, αναγκαζόταν να το αφήσει σε ένα σωρό κοπριάς (που αυτοθερμαίνεται) προκειμένου να μην πεθάνει από το κρύο και περιμένοντας να βρεθεί κάποιος άτεκνος να το υιοθετήσει. Άρα η λέξη στην αρχαία Eλλάδα σήμαινε «θετός γιος» και κάθε φορά που έκανε αταξίες ο θετός του πατέρας τον αποκαλούσε κοπρίτη.
Πράσσειν άλογα: το «πράσσειν άλογα» δεν είναι τα πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση. Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρεμφάτου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογος» που είναι το α(στερητικό)+ λόγος που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) . Άρα πράσσειν άλογα= το να κάνει κανείς όχι λογικά πράγματα.
Θα μυρίσω τα νύχια μου: η φράση προέρχεται από μία αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σε ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο. Στην συνέχεια εισέπνεαν τις αναθυμιάσεις του καθώς τα έφερναν κοντά στη μύτη τους και με αυτόν τον τρόπο έπεφταν σ’ ένα είδος ύπνωσης ,που μοιάζει με μέθη, στην διάρκεια της οποίας προμάντευαν τα μελλούμενα.
Μάλλιασε η γλώσσα μου: στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες βέβαια με το παράπτωμα που έκανε κάποιος. Όταν ένας έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο, που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο όμως αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές δηλαδή όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η φράση «μάλλιασε η γλώσσα μου» που την λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.
Ιμάμ Μπαϊλντί: bayildi είναι ο αόριστος του ρήματος bayilmak που στα τουρκικά σημαίνει λιποθυμώ. Κυριολεκτικά σημαίνει “ο ιμάμης λιποθύμησε”. Η ονομασία του φαγητού προέρχεται από τον θρύλο ότι μόλις κάποιος ιμάμης το γεύτηκε, λιποθύμησε («μπαΐλντισε») από ικανοποίηση.
Καβάλησε το καλάμι: η προέλευση της φράσης πιθανολογείται από την αρχαία Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα τη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του. Το χρησιμοποιούμε σήμερα όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα.
Ζωή και κότα: λέγεται για κάποιον, ο οποίος περνά ανέμελα και ευχάριστα την ζωή του, επειδή παλαιότερα το να τρώει κάποιος κότα θεωρούνταν σπάνιο δείγμα καλοπέρασης.
Tα κάνω λίμπα: η λίμπα είναι δεξαμενή ή λάκκος στον οποίο καταλήγει υγρό (π.χ. λάδι σε ελαιοτριβείο).Προέρχεται από την ιταλική λέξη limba (=λεκάνη, κοιλότητα εδάφους), που ετυμολογείται από το μεταγενέστερο λατινικό ουσιαστικό lembus (μικρό, γρήγορο ιστιοφόρο), το οποίο αποτελεί μεταγραφή στη λατινική της ελληνικής λέμβου (= μικρό και ελαφρύ σκάφος).
Η γνωστή νεοελληνική φράση «τα κάνω λίμπα» από την αρχική σημασία «γεμίζω με λάδια» κατέληξε να σημαίνει «λερώνω, προκαλώ αναστάτωση».
Έβγαλα την μπέμπελη: Η έκφραση που σημαίνει «έσκασα από την ζέστη», πηγάζει από μια παλιά ιατρική αντιμετώπιση τη ιλαράς (μπέμπελη), σύμφωνα με την οποία ο άρρωστος ντυνόταν πολύ βαριά, ώστε να ιδρώσει και μαζί με τον ιδρώτα να «βγάλει» ή να «διώξει» την αρρώστια.
Της Παναγιάς τα μάτια: Αναφέρεται κυρίως σε μεγάλες ποσότητες αντικειμένων . Οι ιερόσυλοι συνήθιζαν να κλέβουν τα χρυσά μάτια των εικόνων ή, κατά τα προχριστιανικά χρόνια, τα μάτια των αγαλμάτων τα οποία ήταν από πολύτιμους λίθους.
Κάνει την πάπια: στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομαζόταν Παπίας. Είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα και να διασκεδάζει στα συμπόσιά του. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β’, Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα. Όταν κάνεις του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούνταν τον έκπληκτο και τα μάτια του βούρκωναν υποκριτικά. «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος» του έλεγε. «Πώς θα μπορούσα να πω κάτι εναντίον σου;». Γι’ αυτό, από τότε, όταν κάνεις πιανόταν να λέει ψέματα ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του έλεγαν ειρωνικά : «Ποιείς τον παπίαν». Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με την αλλαγή του Παπία σε πάπια.
Βάρεσε κανόνι: έκφραση η οποία σημαίνει χρεωκοπία ή άρνηση πληρωμής χρεών και ξεκινάει από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου η πτώχευση ενός εμπόρου αναγγέλλονταν με μια κανονιά.
Το μάτι του γαρίδα: αφορά κάποιον που άρχισε να παρατηρεί πολύ έντονα, εστιασμένα και προσεκτικά κάτι. Η πλήρης και σωστή φράση θα ήταν “έγινε το μάτι του σαν το μάτι της γαρίδας” δηλαδή γούρλωσε. Η γαρίδα χαρακτηρίζεται για την διεσταλμένη κόρη του ματιού της και την εξαιρετικά καλή όραση της.
Έφαγε τα λυσσακά του: το λέμε για κάποιον που κατέβαλε μανιώδεις, παθιασμένες προσπάθειες για να πετύχει κάτι. Η έκφραση ξεκίνησε από το άλογο, το οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί από το χαλινάρι μασώντας το. Στην προσπάθειά αυτή βγάζει αφρούς, τα λυσσακά ,τα οποία ονομάστηκαν έτσι επειδή μοιάζουν με τους αφρούς που βγάζει ο λυσσασμένος σκύλος.
Κροκοδείλια δάκρυα: ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από ένα βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν. Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και αρπάζει το θύμα του. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν γνώριζαν τους κροκόδειλους.
Οι μόνες φήμες γι’ αυτά τα ερπετά προέρχονταν από τους Φοίνικες εμπόρους, οι οποίοι, όταν έφταναν στα λιμάνια της αρχαίας Ελλάδας, διηγούνταν για εξωτικά πουλιά και ερπετά της χώρας τους και προκαλούσαν κατάπληξη αλλά και τρόμο. Οι διηγήσεις για τους κροκόδειλους μάλλον τους έκαναν την πιο μεγάλη εντύπωση, γι’ αυτό ο αρχαίος φιλόσοφος και ποιητής του 6ου π. Χ. αιώνα και δάσκαλος του Πυθαγόρα, ο Φερεκύδης από τη Σύρο, έγραψε κάποτε το επίγραμμα: «Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον». Έτσι έγιναν γνωστά τα δάκρυα του κροκοδείλου στην αρχαία Ελλάδα και η φράση από τότε ταξιδεύει σε μας μέχρι σήμερα χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο που «ψευτοκλαίει» για να πετύχει το σκοπό του.
Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























