ΙΣΤΟΡΙΑ
Η γλώσσα των κουτσαβάκηδων: Αυτό είναι το λεξικό της μαγκιάς
Έγινε το μάλε-βράσε… ο Ασίκης έκανε τσαμπουκά στο βλάμη της γιαβουκλούς του… αφού το γιαγκίνι δεν μπορείς εύκολα να το κάνεις ζάφτι. Πάτησε το ζωνάρι του και πήρε τη δίκοπη να ξεπλύνει την ντροπή, να μην τον κογιονάρουν οι κουσελιάρηδες στην πιάτσα…
«- Τι γλώσσα είναι αυτή;
– Αυτή αδερφέ μου είναι το ησπεράλντο, το λεξικό του μάγκα! Κι από ενθάδε κι εμπρός όλη η Ελλάδα θα ξηγιέται μ’ αυτό το βιολί», διευκρινίζει στο ρεμπέτικο τραγούδι «Το Λεξικό του Μάγκα» ο Πέτρος Κυριακού.
Κι αν σήμερα τα παραπάνω λόγια φαντάζουν δυσνόητα, στις αρχές της δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, εκφέροντας τα, θα μπορούσες σίγουρα να συνεννοηθείς, τουλάχιστον με τους μάγκες… Η αργκό άλλωστε μαζί με το τραγούδι, το χορό και το θέατρο σκιών, που αποτελούν τρόπους έκφρασης των περιθωριακών ομάδων της εποχής, είναι ενδεικτικά στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας των αρχών του 20ου αιώνα.
Πριν ονομαστούν μάγκες, τους έλεγαν κουτσαβάκηδες. Ποιος ήταν όμως ο μάγκας ή ο κουτσαβάκης; Στα σημερινά λεξικά ανάμεσα σε άλλους ορισμούς που αποδίδονται στη λέξη συνυπάρχει και ο παλαιότερος, που προσδιορίζει τον τύπο των λαϊκών αστικών στρωμάτων των αρχών του 20ου αιώνα με χαρακτηριστικό ντύσιμο και συμπεριφορά.
Πράγματι η ενδυμασία τους ήταν καθορισμένη ειδικά τα πρώτα χρόνια. Το σακάκι ήταν μαύρο, κοντό με αρκετά κουμπιά στα μανίκια. Το παντελόνι , «τρόμπα» ήταν φαρδύ επάνω και στενό στους αστραγάλους, συνήθως τζογέ, σε σχέδιο ριγέ ή καρώ. Τα υποδήματα ήταν πάντα ψιλοτάκουνα, «τριζάτα στιβάλια», – χωρίς κορδόνια, όπου συνήθως είχαν δυο φέτες πετσί βουτηγμένο σε πετρέλαιο ανάμεσα στον πάτο και τη σόλα για να προκαλείται ο απαραίτητος θόρυβος. Την αμφίεση συμπλήρωνε η ρεπούμπλικα, με 2-3 βουλιάγματα, ή το «καβουράκι» με δυο δάχτυλα «χλίψη» ή «θλίψη», όπως ονόμαζαν τη μαύρη περιμετρική ταινία πένθους. Οι δευτεράντζες φορούσαν τραγιάσκα. Απαραίτητο ήταν και το γιλέκο «μεϊντανογέλεκο», με κρυφή τσέπη «γκαρδιακιά» για τη «δίκοπη», το μαχαίρι. Άλλες φορές είχαν και «σίδερο» ή «κούφιο» ή «κουμπούρι».

Στην κωλότσεπη υπήρχε χτένα ή μαντήλι για το στιγμιαίο σουλούπωμα αφού οι δρόμοι δεν είχαν ασφαλτοστρωθεί τότε και σηκώνονταν κουρνιαχτός με το παραμικρό. Ποτέ δεν έλειπε βέβαια το ζωνάρι ή «ζινάρι», το πάτημα του οποίου σήμαινε πρόκληση σε καβγά. Πολλοί είχαν και «τσαμπουκάδες», ανορθόγραφα τατουάζ ή χαρακιές στα χέρια και στο στήθος. Όλα ταίριαζαν με το βλοσυρό τους ύφος, ακόμα και οι σχετικοί ακκισμοί τους – πάτημα τακουνιών, τίναγμα κεφαλιού, στρίψιμο μουστακιού, μονόπατο βάδισμα…
Οι κουτσαβάκηδες κι αργότερα οι μάγκες, κρατούσαν κομπολόι στο αριστερό χέρι. Φορούσαν μόνο το αριστερό μανίκι του σακακιού, αφήνοντας ελεύθερο το δεξί χέρι. Η άκρη του ζωναριού έπρεπε να σέρνεται κάτω. Όποιος επιθυμούσε καυγά δεν είχε παρά να πατήσει το ζωνάρι κι αν κάποιος τραβούσε το μαχαίρι κάποιος άλλος έπρεπε να ματώσει.

Σύχναζαν στον Πειραιά, στου Ψυρρή, στο βατραχονήσι (Παναθηναϊκό Στάδιο), στην Κουμουνδούρου, στο Μεταξουργείο. Και φυσικά είχαν και τη δική τους ιδιόλεκτο. Πολλές από τις εκφράσεις τους χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα ενώ άλλες είναι καταγεγραμμένες σε ρεμπέτικα τραγούδια όπως «Το λεξιλόγιο Μάγκα» του Πέτρου Κυριακού.
Ποιες ήταν μερικές από τις βασικές λέξεις που συναντώνται ακόμα και σε τίτλους ή στίχους ρεμπέτικων τραγουδιών, και ποια η σημασία τους;
Α
Αγκαζέ: αποκλειστικά
Αλάνης: το αλητόπαιδο, το παιδί του δρόμου.
Αλμπάνης: γιατρός
Αμολάω μελάνι: αποχωρώ, φεύγω κρυφά αθέατος
Αντάμης: φίλος, λεβέντης, παλικαράς (από την τουρκική λέξη adam, που σημαίνει άνδρας)
Αντάμικα: αντρίκια, θαρραλέα
Απάχης: κακοποιός, μόρτης. Υπήρξε και οπερέτα του 1921 «Οι Απάχηδες των Αθηνών»
Ασίκης: αγαπητικός, λεβέντης, γενναίος (από την τουρκική λέξη asik και σημαίνει τον εραστή)
Β
Βλάμης: σταυραδερφός, σύντροφος, παράνυμφος, εραστής, γενναίος
Βαρσί: καλλυντικό, κοκκινάδι
Βιόλα: τακτική, μέθοδος μέσο εξαπάτησης
Βουβή: μαχαίρι δίκοπο
Γ
Γιαβάσης: ήρεμος, ψύχραιμος, νωθρός
Γιαβουκλού: μνηστή, ερωμένη
Γιαγκίνι: σφοδρό ερωτικό πάθος, φωτιά
Γομάρια: γαϊδούρια, σωματοφύλακες, μπράβοι
Δ
Δαχτυλίθρες: παιχνίδι εξαπάτησης, κατά το οποίο ο παίκτης έπρεπε να βρει σε ποια από τις τρεις συνήθως δαχτυλήθρες, που είχε ο θύτης, βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβίθι, κάτι σαν τον αντίστοιχο «εδώ παππάς, εκεί παππάς, που είναι ο παππάς»…
Δερβίσης: Σωστός ιδανικός άντρας, μάγκας
Δίκοπη: Το αμφίστομο μαχαίρι
Ε
Εξωφυλαρούχας: ο ατζαμής, παίκτης που δεν ξέρει μπάλα και δεν επιλέγεται κατά το στήσιμο της ομάδας στην αλάνα. Έτσι δεν παίζει αντ’ αυτού φυλάει τα ρούχα των παικτών, παραμένοντας έξω από το γήπεδο. Επίσης είναι αυτός μαζεύει τις μπάλες σκαρφαλώνοντας μάντρες.
Κ
Καλαμπαλίκι: γιορτή
Κασσαδόρος: ο διαρρήκτης
Κογιονάρω: εμπαίζω, ειρωνεύομαι
Κουμπούρι: το πιστόλι, στον πληθυντικό οι μαστοί
Κουσέλι: κακολογία
Κουσελιάρης: ο κουτσομπόλης
Κουτσαβάκης: νταής, παλληκαράς,
Κούφιο: το πιστόλι
Κοψοχρονιά: αυτός που φεύγει άδικα
Λ
Λάζος: είδος μαχαιριού που διπλώνει
Λάχανα: τα πορτοφόλια
Λαχανάδες: οι πορτοφολάδες ( υπάρχει και ομώνυμο τραγούδι του Σπύρου Περιστέρη «Οι λαχανάδες κάτω στα Λεμονάδικα»)
Λιμά: λόγια χωρίς σημασία, φλυαρία. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Πιάτσας» του Βρασίδα Καπετανάκη λιμά χαρακτηρίζονται επίσης τα κάτω του 8 χαρτιά της τράπουλας, αλλά και τα ψιλά.
Μ
Μάγκας: χαμίνι
Μαγκιόρος: πολύ ικανός, καπάτσος
Μάλε βράσε: «έγινε το μάλε-βράσε» καβγά, χτυπήματα, μάχη
Μανίκι: αναποδιά
Μανίτα: Μέθοδος εξαπάτησης που χρησιμοποιούσαν οι πορτοφολάδες σε πολυσύχναστα μέρη (έριχναν το πορτοφόλι μπροστά από κάποιον και μόλις το έπαιρνε τον αποκαλούσαν κλέφτη και ζητούσαν τα λεφτά που υποτίθεται πως είχε μέσα)
Μάπας: ο ναργιλές
Μαρ(γ)ιόλος, μαργιόλα: πανούργος κατεργάρης
Ματσαράγκα: η απάτη, η κατεργαριά
Μαύρης: χασίς
Μαχμούρικο: βαρύθυμο, οκνό
Μόρτης: συνώνυμο του Μάγκα
Μόκο: η σιωπή
Μουρμούρης: νταής, καβγατζής
Μπαγιόκο: λεφτά, κομπόδεμα
Μπανιόκα: ψωμί
Μπαλαμούτι: απάτη χαρτοπαικτική
Μπαμπέσης: ύπουλος, δόλιος,
Μπαμπεσιά: η δόλια, η ύπουλη πράξη
Μπαχτσές: ο κήπος
Μπελαλής: ενοχλητικός , δύστροπος, που προκαλεί μπελάδες
Μπεμπέδες: αθλητές
Μπεσαλής: αυτός που κρατάει τον λόγο του, ο συνεπής.
Μπιλαντέρια: τα αδέλφια
Μπιτιρίνι: η οργανωμένη μπαρμπουτιέρα
Μπουλασιλίκη: κόλλημα, επιμονή, πείσμα
Ν
Νταβατζής: μαστροπός
Νταής: παλληκαράς
Νταλκάς: δυνατή επιθυμία, πόθος (από την τουρκική λέξη dalga)
Νταμίρα: φυτό πλούσιο σε αλκαλοειδείς ουσίες που χρησιμοποιούνταν ως υποκατάστατο του χασισιού
Ντερβίσης: άντρας του κόσμου της μαγκιάς αλλά κλειστός τύπος σαν χαρακτήρας όπως ο μουσουλμάνος μοναχός δερβίσης που είναι γεμάτος μυστήριο
Ντερμπεντέρης: ανοιχτόκαρδος, λεβέντης
Ντέρτι: ψυχικός πόνος (από την τουρκική dert)
Ντεριτιλής: αυτός που υφίσταται ταλαιπωρία, λύπη, στενοχώρια, πόνος, καημό κυρίως από αιτία ερωτική.
Ντουζένι: το κέφι
Ντουνιάς: ο κόσμος
Ντράβαλα: μπελάδες
Ξ
Ξεφτέρι: έξυπνος
Π
Παπατζής: αυτός που εξαπατά θύματα παίζοντας με τα χαρτιά το παιχνίδι “παππάς”
Παπαγαλάκι: αυτός που «κελαηδάει» μόλις συλληφθεί
Πεζεβέγκης ή Μπεζεβέγκης: μαστροπός, αχρείος
Πετσί: το πορτοφόλι
Πιάτσα: τόπος συγκέντρωσης
Ποδαράδες: παλιά ονομασία της Νέας Ιωνίας
Πούγκα: το κομπόδεμα
Ρ
Ρεφάρω: ξανακερδίζω όσα έχασα
Σ
Σεβνταλής: ο ερωτευμένος, ο ερωτιάρης
Σεβντάς: ο ερωτικός καημός (από την τουρκική λέξη sevda)
Σεκλέτια: στεναχώρια
Σερέτης: ο δύστροπος, ο σκληρός, ο ευέξαπτος άνδρας
Σερετλίκι: η σκληρότητα
Σκερτσόζος: ο προσποιητά χαριτωμένος και ελκυστικός, περισσότερο για γυναίκες
Σορόκα: η αλλήθωρη
Συνάχης: άνδρας θυμωμένος, τσατισμένος ή υπό την επίδραση ναρκωτικών που λαμβάνονται από την μύτη
Σώτος: ο κερδισμένος
Τ
Τεκές: χασισοποτείο
Τεκετζής: ο ιδιοκτήτης του τεκέ
Τέρτσος: ο χαμένος
Τεφαρίκι: το εκλεκτό πράγμα
Τζιμάνι: άνθρωπος που με ό,τι καταπιάνεται το καταφέρνει, αξιαγάπητος, σεβαστός
Τουμπεκί: ο καπνός
Τουφατζής: αυτός που έχει κάνει φυλακή
Τρυγόνα: κορίτσι
Τσαχπίνης: ο ερωτικά άτακτος, ο γυναικάς
Τσίφτης: ξύπνιος
Τσίμα: κοντά ( επτανησιακή έκφραση)
Φ
Φάσκελο: η μούντζα.
Φελέκι: Λέξη αραβικής προέλευσης που σημαίνει τύχη (γ…ώ το φελέκι μου δηλαδή την τύχη μου)
Φούφουτος: αποκαλούσαν έτσι κάποιον που δεν γνώριζαν
Χ
Χαράμι: μάταια
Χαρμάνης: ο χρήστης χασίς που βρίσκεται σε κατάσταση στέρησης
Ψ
Ψιλά: τα λεφτά
Γράφει η Νίκη Παπάζογλου
Πηγή: newsbeast.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.

























