ΕΡΕΥΝΕΣ
Ο ΟΟΣΑ ανατρέπει το μύθο του τεμπέλη Έλληνα

Μπορεί αρκετοί Δυτικοευρωπαίοι και κυρίως ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε να θεωρούν τους Έλληνες… «τεμπέληδες» που αμείβονται πλουσιοπάροχα και διάγουν πιο… χλιδάτο βίο σε σχέση με εκείνους, απαιτώντας ολοένα πιο αυστηρά μέτρα μέσω των… Μνημονίων, ωστόσο τα νούμερα δεν τους δικαιώνουν.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επικαιροποιημένα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι Έλληνες εργαζόμενοι είναι πρωταθλητές σε ώρες εργασίας στην Ευρώπη, ενώ ακόμη και στην παγκόσμια λίστα βρίσκονται στην τέταρτη θέση! Στον αντίποδα, αμείβονται σχεδόν με τα μισά από αυτά που αμείβεται ο μέσος εργαζόμενος στις χώρες του ΟΟΣΑ, κάτι στο οποίο, βέβαια, έχει συντελέσει και η μακροχρόνια ύφεση που βιώνει ο τόπος από το 2009 μέχρι σήμερα.
Πιο αναλυτικά, όπως μαρτυρά η βάση στατιστικών δεδομένων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), οι Έλληνες εργάστηκαν το 2015 κατά μέσο όρο 2.042 ώρες τον χρόνο, πίσω μόνο από τους εργαζομένους στο Μεξικό που εργάστηκαν 2.246 ώρες, την Κόστα Ρίκα με 2.230 ώρες και τη Νότιο Κορέα με 2.113 ώρες.
Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, οι Έλληνες φιγουράρουν στην πρώτη θέση της σχετικής λίστας, με τους Ρώσους εργαζομένους να ακολουθούν με 1.978 ώρες ετησίως, τους Πολωνούς με 1.963 ώρες, τους Λετονούς με 1.903 ώρες και τους Ισλανδούς με 1.880 ώρες εργασίας.
Ακόμα μεγαλύτερη απόσταση, ωστόσο, μας χωρίζει από τους εργαζομένους των άλλων χωρών που ανήκουν στην Ευρωζώνη, και δη αυτούς της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι μην ξεχνάμε ότι εφαρμόζουν και τα λεγόμενα… lunch breaks εν μέσω της καθημερινής τους εργασίας, δηλαδή τα διαλείμματα για φαγητό, τα οποία διαρκούν από 2 μέχρι και 3 ώρες. Οι Γερμανοί, λοιπόν, σύμφωνα και με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, εργάστηκαν το 2015 μόλις 1.371 ώρες, ακολουθούμενοι από τους Ολλανδούς (με 1.419 ώρες), τους Νορβηγούς (με 1.424), τους Δανούς (με 1.457), τους Γάλλους (με 1.482), τους εργαζομένους στο Λουξεμβούργο (με 1.507), τους Βέλγους (με 1.541) και τους Ελβετούς με 1.590 ώρες.
Ακόμη και σε σύγκριση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη του Νότου, που αντιμετώπισαν (και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν) σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αντίστοιχα με τα δικά μας, οι Έλληνες εμφανίζονται σαφώς πιο…εργατικοί. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι οι Ισπανοί δούλεψαν το 2015 κατά μέσο όρο 1.691 ώρες, οι Ιταλοί 1.725 και οι Πορτογάλοι 1.868 ώρες. Στον υπόλοιπο κόσμο οι Γιαπωνέζοι και οι Αμερικανοί κυμαίνονται κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (1.766 ώρες) με 1.719 και 1.790 ώρες αντίστοιχα τον χρόνο.
Και ενώ οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερες ώρες από κάθε άλλο Ευρωπαίο εργαζόμενο, η αμοιβή τους για κάθε ώρα εργασίας είναι η χαμηλότερη στην Ευρωζώνη και μία από τις χαμηλότερες παγκοσμίως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει πάλι από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι μέσες ετήσιες αμοιβές στη χώρα μας ανήλθαν το 2015 σε 25.211 δολάρια, όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 41.253 δολάρια. Η μέση αμοιβή ανά ώρα εργασίας υπολογίζεται σε 12,34 δολάρια, στο μισό σχεδόν του παγκόσμιου μέσου όρου (των χωρών του ΟΟΣΑ), δηλαδή των 23,36 δολαρίων.
Στο Λουξεμβούργο καταγράφεται η υψηλότερη μέση αμοιβή ανά ώρα εργασίας (40 δολάρια περίπου) και ακολουθούν η Ελβετία (με 36,73 δολάρια), η Νορβηγία (με 35,75 δολάρια), η Δανία (34,33 δολάρια), οι ΗΠΑ (32,8 δολ.), η Γερμανία (32,77 δολ.), το Βέλγιο (30,95 δολ.), η Αυστραλία (30,13 δολ.) και η Αυστρία (με 28,36 δολάρια).
ΕΡΕΥΝΕΣ
Έλεγχοι στην εστίαση: Εργαζόμενοι βουτούν στη θάλασσα για να αποφύγουν την Επιθεώρηση Εργασίας

Ασυνήθιστες πρακτικές για την αποφυγή ελέγχων της Επιθεώρησης Εργασίας περιγράφονται στον χώρο της εστίασης και του τουρισμού, με εργαζομένους να εμφανίζονται ξαφνικά ως λουόμενοι, να εγκαταλείπουν τα πόστα τους ή ακόμη και να απομακρύνονται από επιχειρήσεις όταν γίνεται αντιληπτή η παρουσία κλιμακίου ελέγχου.
Σε beach bars έχουν περιγραφεί περιστατικά κατά τα οποία εργαζόμενοι, μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία ελεγκτών, κάθισαν σε ξαπλώστρες ή βούτηξαν στη θάλασσα, επιχειρώντας να εμφανιστούν ως πελάτες ή παραθεριστές.
Σε χαρακτηριστική περίπτωση, εργαζόμενος που μέχρι λίγο νωρίτερα εξυπηρετούσε τραπέζια φέρεται να εμφανίστηκε ξαφνικά ως λουόμενος, ενώ έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις εργαζομένων που χρησιμοποίησαν ακόμη και αυτοκίνητα πελατών για να απομακρυνθούν κατά την άφιξη των ελεγκτών.
Οι «υπεύθυνοι» και η ψηφιακή κάρτα εργασίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και περιπτώσεις εργαζομένων που εμφανίζονται με ιδιότητες όπως «υπεύθυνος αλλαντικών», «υπεύθυνος ταμείων», «υπεύθυνος διαδρόμων» ή ακόμη και «υπεύθυνος χαρτικών».
Στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκεται το κατά πόσο οι συγκεκριμένες ιδιότητες ανταποκρίνονται στην εργασία που πραγματικά παρέχουν οι εργαζόμενοι, καθώς και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας.
Παράλληλα, διατυπώνονται καταγγελίες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις εργαζόμενοι χαρακτηρίζονται ως «υπεύθυνοι» ή στελέχη, χωρίς τα πραγματικά καθήκοντά τους να δικαιολογούν απαραίτητα μια τέτοια ιδιότητα. Τέτοιες περιπτώσεις εξετάζονται στο πλαίσιο των ελέγχων και δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες χωρίς την αντίστοιχη διαπίστωση από τις αρμόδιες αρχές.
Από ψυκτικούς θαλάμους μέχρι… φέρετρα
Στις πλέον ακραίες ιστορίες που έχουν καταγραφεί στο εργασιακό πεδίο περιλαμβάνονται εργαζόμενοι που φέρεται να κρύφτηκαν σε ψυκτικούς θαλάμους ή δοκιμαστήρια καταστημάτων, ενώ έχουν αναφερθεί ακόμη και περιπτώσεις όπου χρησιμοποιήθηκαν φέρετρα ως κρυψώνες κατά τη διάρκεια ελέγχων.
Η αναφορά στα φέρετρα, πάντως, δεν αφορά περιστατικό που συνέβη τον Αύγουστο του 2026. Πρόκειται για παλαιότερες περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των μεθοδεύσεων που κατά καιρούς έχουν συναντήσει οι ελεγκτικές αρχές.
Οι περιγραφές αυτές επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της τήρησης της εργατικής νομοθεσίας σε τουρισμό και εστίαση, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο, όταν η απασχόληση και η ένταση της εργασίας στους δύο κλάδους αυξάνονται σημαντικά.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Πληρώσαμε 22 δισ. ευρώ παραπάνω φόρους στην επταετία Μητσοτάκη – Πώς έγινε η «βουβή» αφαίμαξη

Επιπλέον φόρους 22 δισ. ευρώ χρεώθηκαν και πλήρωσαν 10.000.000 Ελληνες επί των ημερών της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη ● Τα τρικ και οι «βουβοί» φόροι που άδειασαν τις τσέπες των πολιτών
Ένα πρωτοφανές κύμα φορολογικής πίεσης και συστηματικής αφαίμαξης των εισοδημάτων και των περιουσιών εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών αποκαλύπτει η αναλυτική αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, για την επταετή περίοδο από το τέλος του 2019 έως και το τέλος του 2026.
Παρά τις επικοινωνιακές διακηρύξεις για δήθεν «μειώσεις φόρων» και ελαφρύνσεις της μεσαίας τάξης, τα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού και οι απολογισμοί της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν μια εντελώς αντίθετη και σκληρή πραγματικότητα.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους εκτινάχθηκαν από τα 51-52 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 στο ιστορικό ρεκόρ των 73,5 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2026, καταγράφοντας μια σωρευτική αύξηση που ξεπερνά το 42,5%. Η γιγάντωση αυτή των κρατικών εσόδων δεν προήλθε από την ανάπτυξη, αλλά από μια σειρά μεθοδευμένων «τρικ», με κυριότερο τη σκόπιμη διατήρηση των φορολογικών κλιμακίων σταθερών εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού, την επιβολή οριζόντιων τεκμηρίων και την έμμεση υπερφορολόγηση μέσω της επιβολής υψηλών συντελεστών ΦΠΑ επί συνεχώς αυξανόμενων τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης.
Η περίοδος 2019-2026 θα καταγραφεί στην οικονομική ιστορία της χώρας ως η περίοδος των «βουβών» και έμμεσων χαρατσιών. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επαγγελματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας εισπρακτικής λαίλαπας.
Στο παρόν αναλυτικό ρεπορτάζ της «Εφημερίδας των Συντακτών», παρουσιάζουμε την πλήρη γεωγραφία των επιβαρύνσεων, τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για την υφαρπαγή του εισοδήματος καθώς και αναλυτικούς πίνακες που δείχνουν πόσα χρήματα απώλεσαν τα νοικοκυριά από τη φοροαφαίμαξη και πώς μεταβλήθηκαν οι εισπράξεις του κράτους από βασικές κατηγορίες φόρων.
Το μεγάλο τρικ με τη «βουβή» φορολόγηση
Το πιο εκτεταμένο και κοινωνικά άδικο κυβερνητικό τέχνασμα της επταετίας 2019-2026 αφορά τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (ΦΕΦΠ). Οπως καταγγέλλουν εργατικά συνδικάτα και οικονομικοί αναλυτές, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνήθηκε πεισματικά κατά τα έτη 2021-2025 να προχωρήσει στην τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Οταν ο πληθωρισμός αυξάνεται και οι τιμές των προϊόντων στα ράφια καλπάζουν, οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις δέχονται κάποιες μικρές αυξήσεις για να αναπληρωθεί μέρος της χαμένης αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, επειδή τα όρια των φορολογικών κλιμακίων παρέμειναν «παγωμένα» στα επίπεδα του 2020, οι πολίτες άλλαξαν κλιμάκιο με το έτσι θέλω.
Λόγω των μικρών αυτών ονομαστικών αυξήσεων, το εισόδημα πάνω από 3.000.000 εργαζομένων και συνταξιούχων «σπρώχτηκε» αυτόματα σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές (π.χ. από το 9% στο 22% ή από το 22% στο 28% και το 36%). Το αποτέλεσμα ήταν ο φόρος να αυξάνεται με ρυθμό πολλαπλάσιο από την όποια ονομαστική αύξηση δόθηκε. Με αυτόν τον τρόπο, η Εφορία εξανέμισε ή και εκμηδένισε πλήρως το όφελος των αυξήσεων, αφαιρώντας με το «έτσι θέλω» πάνω από 2 δισεκατομμύρια ευρώ από τις τσέπες των μισθωτών και των συνταξιούχων κατά την πενταετία 2021-2025.
Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, τα οποία το 2019 κινούνταν στα επίπεδα των 10-11 δισ. ευρώ, εκτινάχθηκαν το 2025 και το 2026 στα 15,71 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια τρομακτική αύξηση, η οποία αποδεικνύει ότι τα συνήθη υποζύγια πλήρωσαν τη μερίδα του λέοντος για τα περίφημα «πρωτογενή πλεονάσματα» για τα οποία επαίρεται το οικονομικό επιτελείο.
Οι αυτοαπασχολούμενοι και το «χαράτσι» 2024-2026
Ενα από τα πιο σκληρά και οριζόντια μέτρα της κυβερνητικής θητείας ήταν η ψήφιση του νόμου 5073/2023. Με το άρθρο 15 του συγκεκριμένου νόμου, θεσπίστηκε ένα καθολικό, τεκμαρτό σύστημα προσδιορισμού του εισοδήματος για 470.000 αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες με ατομικές επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση επέβαλε τη νοοτροπία ότι κανένας επαγγελματίας που λειτουργεί για πάνω από έξι χρόνια δεν μπορεί να κερδίζει λιγότερα από όσα ένας ανειδίκευτος εργάτης που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό. Το σύστημα αυτό, βασισμένο σε αυθαίρετα κριτήρια –όπως τα έτη λειτουργίας, το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού και ο τζίρος της επιχείρησης–, ανάγκασε εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες να δηλώσουν εξωπραγματικά κέρδη. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, τα τεκμαρτά εισοδήματα ήταν διπλάσια έως και τετραπλάσια από τα πραγματικά.
Η επίπτωση αυτής της επιλογής φάνηκε ξεκάθαρα στα εκκαθαριστικά σημειώματα του 2024, του 2025 και του τρέχοντος έτους 2026. Χιλιάδες μικρομεσαίοι είδαν τους φόρους τους να εκτοξεύονται έως και 5 με 6 φορές πάνω σε σχέση με το παρελθόν. Αντί η κυβέρνηση να κυνηγήσει τη μεγάλη και οργανωμένη φοροδιαφυγή, επέλεξε τη λύση της οριζόντιας ισοπέδωσης, οδηγώντας πολλούς μικρούς επαγγελματίες στο φάσμα του λουκέτου.
Η λεηλασία της ακίνητης περιουσίας
Στον τομέα της ακίνητης περιουσίας, η κυβέρνηση εφάρμοσε διπλή στρατηγική αφαίμαξης. Πρώτον, από την 1η Ιανουαρίου 2022 επέβαλε αυξήσεις-φωτιά στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε χιλιάδες ζώνες, πόλεις και χωριά ολόκληρης της χώρας. Η τεχνητή αυτή αύξηση της αξίας των ακινήτων συμπαρέσυρε άμεσα και εκτίναξε στα ύψη 18 διαφορετικούς φόρους και τέλη που συνδέονται με την κατοχή, τη χρήση και την απόκτηση ακινήτων. Ανάμεσα σε αυτούς, το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) μέσω των λογαριασμών ρεύματος, οι φόροι μεταβίβασης, καθώς και οι φόροι κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών.
Δεύτερον, παρά τις μειώσεις στους συντελεστές του ΕΝΦΙΑ, χιλιάδες ιδιοκτήτες που ανήκουν στη μεσαία τάξη είδαν τις επιβαρύνσεις τους να αυξάνονται υπέρμετρα εξαιτίας ενός στρεβλού νομοθετικού τρικ. Η κυβέρνηση θέσπισε έναν «επιπλέον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ» για περιουσίες άνω των 300.000 ευρώ συνολικά, αλλά με έναν άδικο τρόπο υπολογισμού.
Για κτίσματα συνολικής αξίας άνω των 400.000 ευρώ, ο φόρος επιβαλλόταν αρχικά στο 100% της αξίας του κτιρίου και στη συνέχεια επιμεριζόταν στους συνιδιοκτήτες με βάση το ποσοστό τους (ακόμα και αν αυτό ήταν μικρό, π.χ. από 6% έως 50%). Ετσι, πολίτες των οποίων το πραγματικό μερίδιο άξιζε πολύ λιγότερο από 400.000 ευρώ, κλήθηκαν να πληρώσουν συμπληρωματικό φόρο, αγνοώντας προκλητικά το πόρισμα της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής που ζητούσε την πλήρη απαλλαγή τους.
Το «κυνήγι» του τουρισμού
Μεγάλο πλήγμα δέχθηκε και ο κλάδος των τουριστικών καταλυμάτων και των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb). Από το 2025, η κυβέρνηση προχώρησε σε υπέρμετρες αυξήσεις στον φόρο διαμονής, επιστρατεύοντας ένα επικοινωνιακό τέχνασμα: άλλαξε το όνομα του φόρου σε «Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση» (ΤΑΚΚ), προκειμένου να δικαιολογήσει τις αυξήσεις-σοκ που επέβαλε και κυμάνθηκαν από 33% έως και 433%.
Για την περίοδο αιχμής (Απρίλιος-Οκτώβριος 2025) σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, το τέλος αυξήθηκε:
Κατά 33% (από 1,5 σε 2 ευρώ την ημέρα) για τα ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια.
Κατά το αστρονομικό 433,33% (από 1,5 σε 8 ευρώ την ημέρα) για τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Επιπλέον, από την 1η Ιανουαρίου 2024, επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος ύψους 600 ευρώ σε κάθε διαμέρισμα βραχυχρόνιας μίσθωσης που ανήκει σε νομικό πρόσωπο. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε το κάθε ξεχωριστό διαμέρισμα ως… «υποκατάστημα» εταιρείας, παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε τη διάταξη αυτή σαφώς αντισυνταγματική.
Αφαίμαξη μέσω των έμμεσων φόρων
Αν οι άμεσοι φόροι αποτελούν το ένα σκέλος της εισπρακτικής πολιτικής, οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ και ΕΦΚ) αποτελούν το βαρύ πυροβολικό που ισοπεδώνει τα λαϊκά νοικοκυριά. Η διατήρηση των συντελεστών ΦΠΑ στο 24% και στο 13% εν μέσω μιας πρωτοφανούς ακρίβειας στα τρόφιμα και τα καύσιμα λειτούργησε ως ένας μόνιμος εισπρακτικός μηχανισμός υφαρπαγής τεράστιων χρηματικών ποσών από τους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών. Το κράτος εισέπραττε και εισπράττει κάθε χρόνο αυξημένο ΦΠΑ απλώς και μόνο επειδή αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων. Επιβάλλει συντελεστές ΦΠΑ από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ενωση επί ολοένα αυξανόμενων τιμών σε βασικά είδη διατροφής και άλλα καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης.
Ο ΦΠΑ αναδείχθηκε στον απόλυτο «πρωταθλητή» των εσόδων. Από τα 17-18 δισ. ευρώ το 2019, τα έσοδα από τον ΦΠΑ εκτινάχθηκαν στα 26,35 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, στα 27,77 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 και εκτιμάται πλέον ότι θα διαμορφωθούν στα 29,3 δισεκατομμύρια ευρώ στο κλείσιμο του 2026. Αντίστοιχα, οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, τα καπνικά και τα ποτά παρέμειναν σταθερά στα υψηλότερα επίπεδα της Ευρώπης, στερώντας από τους πολίτες τη δυνατότητα να ανασάνουν από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

























