ΙΣΤΟΡΙΑ
Λάθε Βιώσας – Επίκουρος

Λάθε βιώσας ή το κυνήγι της ευτυχίας κατά τον Επίκουρο. «Την ευτυχία και τη μακαριότητα δεν τις προκαλούν ούτε τα πολλά πλούτη. ούτε οι πολλές ασχολίες, ούτε το κυνήγι για την εξουσία, ούτε η πολιτική…

Λάθε Βιώσας ή το κυνήγι της ευτυχίας κατά τον Επίκουρο
«Την ευτυχία και τη μακαριότητα δεν τις προκαλούν ούτε τα πολλά πλούτη. ούτε οι πολλές ασχολίες, ούτε το κυνήγι για την εξουσία, ούτε η πολιτική δύναμη, αλλά το να μην είσαι θλιμμένος, η πραότητα των συναισθημάτων και η ψυχική διάθεση που καθορίζει τα όρια της ύπαρξής μας σύμφωνα με την φύση.» Επίκουρος.
Σκοπός του Βίου είναι η «Ηδονή» καθώς και η αποφυγή των σωματικών παθών. Κύριο μέσο για την επίτευξή της θεωρείται η Φρόνηση, η οποία εγγυάται ότι δεν θα υπάρχει κατακυρίευση της απόλαυσης. Ο Επίκουρος θεωρούσετην πνευματική ηδονή πολύ πιο σημαντική από τη σωματική. Ο νους όχι μόνο μοιράζεται τις ηδονικές αισθήσεις του σώματος τη στιγμή που τις βιώνει, αλλά αντλεί ευχαρίστηση από την ανάμνηση περασμένων ηδονών και την προσδοκία μελλοντικών.
Η πνευματική ηδονή μπορεί να υπερκεράσει τον σωματικό πόνο. Ο νους μπορεί να προσβληθεί από μη αναγκαίες επιθυμίες, κυρίως την επιθυμία για πλούτη (φιλαργυρία), και την επιθυμία για δύναμη ή για εξουσία και δόξα (φιλοδοξία). Και οι δύο δεν έχουν όριο. Είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν, άρα συνεπάγονται πόνο και επομένως πρέπει να εξαλειφθούν. Εξ ου και η δήλωση του Επίκουρου «η φτώχια, αν μετρηθεί με βάση τον φυσικό σκοπό της ζωής, είναι μεγάλος πλούτος», ενώ τα αμέτρητα πλούτη σημαίνουν μεγάλη φτώχια.
Επίσης έλεγε: «φτώχια δεν είναι να έχεις λίγα, αλλά να λαχταράς περισσότερα». Και η συμβουλή του προς τον Ιδομενέα: «Αν θες να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή, μη του δίνεις περισσότερα χρήματα, περιόρισε τις επιθυμίες του». Επίσης, ο Επίκουρος συμβούλευε τους μαθητές του να απέχουν από τη δημόσια ζωή “να μείνουν στην αφάνεια” και κατ’ επέκταση την πολιτική “Λάθε βιώσας” γιατί η συμμετοχή με τα κοινά, θα προκαλέσει συμβιβασμούς και αντιπαλότητα, με αποτέλεσμα να τους πληγώσει και κατά συνέπεια να χάσουν την ηρεμία τους και την αταραξία τους. Βέβαια ο δάσκαλος είπε ότι αν κάποιος καίγεται από την επιθυμία ν’ ασχοληθεί με τα πολιτικά δρώμενα, τότε να το κάνει, γιατί ο πόνος της στέρησης θα είναι μεγαλύτερος από αυτόν της ενασχόλησης.
“Λάθε βιώσας” – Πολιτικός Βίος
Δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί τα βιβλία του Επίκουρου «Περί Αιρέσεων και Φυγών» (περί του τι επιλέγουμε και τι αποφεύγουμε) καθώς και το «Περί Βίων» (περί τρόπου ζωής) στα οποία ο Επίκουρος ανέπτυσσε διεξοδικά το λάθε βιώσας. Από τα κείμενα όμως που σώζονται άλλων Επικούρειων και μη, μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο Δάσκαλος προέτρεπε τους μαθητές του να αποφεύγουν τα δημόσια πράγματα και την πολιτική. Το σύνθημα «λάθε βιώσας» δεν ήταν επαναστατική καταγγελία της κοινωνίας αλλά συνταγή για την κατάκτηση της γαλήνης. Την φράση, ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης την αποδίδει ως εξής: «Απόφευγε τις ανόητες επιδιώξεις, τις πράξεις που προκαλούν αντίδραση, ταράζουν τη γαλήνη σου και σε κατεβάζουν στο επίπεδο των αφώτιστων και των χυδαίων. Τιμή και δόξα σαν εκείνες δεν έχουν αξία».
Μείνε στην Αφάνεια
Η αφάνεια σού εξασφαλίζει την ανωνυμία και την δυνατότητα να είσαι αυτάρκης, δηλαδή ελεύθερος, ενώ η διασημότητα δημιουργεί αντιπαλότητα και μεγάλη έχθρα με αποτέλεσμα το άτομο να μην μπορεί να βρει την αταραξία, που είναι η προϋπόθεση για το «Ζην Ηδεως». Δεν πρόκειται επομένως για αντικοινωνική στάση, αλλά για καθαρά κοινωνική, αφού έτσι μόνο μπορείς να φθάσεις στο ύψιστο αγαθό την ΗΔΟΝΗ. Πρέπει να μείνει ο σοφός όσο γίνεται πιο μακριά από τα δημόσια πράγματα, τα οποία δεν είναι μόνο η πολιτική, αλλά όλες οι μορφές της κοινωνικής μας ζωής. Αξίζει να μείνεις στην αφάνεια, για να διαφυλάξεις την ψυχική σου γαλήνη και να καλλιεργήσεις το πνεύμα σου.
Όσον αφορά τον πολιτικό βίο. Η στάση του Επίκουρου προς την πολιτική ξεκινά από την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τον καιρό μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και την κατάργηση κάθε μορφής δημοκρατίας. Συνυπολογίζει βέβαια και τις συνθήκες που επιτρέπουν την επίτευξη της αταραξίας. Ως προς αυτό, ο πολιτικός βίος, είναι αθέμιτος ανταγωνισμός ή δεσμωτήριο, εκ του οποίου καλείται να απομακρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο ο σοφός. Το σίγουρο είναι ότι όποιος ασχολήθηκε με την πολιτική πληγώθηκε. Ο Χ. Θεοδωρίδης μας μεταφέρει απ’ τα γραπτά του Φιλόδημου που βρέθηκαν στο Ερκουλάνο: «Αν καλοεξετάσει κανείς τι είναι εχθρικότερο για τη φιλία και τι παραγωγικότερο για την έχθρα, θα βρει την πολιτική, επειδή αυτή δίνει αφορμή στη ζήλια και γεννά τη συντρόφισσά της, την φιλοπρωτία, και τις διαφωνίες και αντιθέσεις».
Επίσης απ’ τον Πλούταρχο “Περί ευθυμίας”
«Όσοι φλέγονται από επιθυμία και φιλοδοξία και δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, ας ακολουθήσουν τη φυσική τους ορμή για πολιτική. Γιατί η απραγμοσύνη θα τους ταράξει περισσότερο και θα τους πληγώσει, όσο δεν τους γίνεται αυτό που ορέγονται».
Τι φέρνει την ευτυχία; Παραπλανητικό το ερώτημα, θα έλεγε ο Επίκουρος, γι’ αυτό και αιώνια βασανιστικό. Αφού σημασία δεν έχει τι φέρνει την ευτυχία, αλλά τι είναι ευτυχία. Αυτό δε χρειάζεται και πολλή ανάλυση. Η ευτυχία δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τη σταθερά καλή διάθεση, αυτήν που βιώνεις μόνιμα και όχι παροδικά. Γιατί το μεγάλο πρόβλημα είναι η διάρκεια – το θέμα είναι να διατηρείς τη διάθεσή σου ακμαία κάθε μέρα. Γι αυτό και το λάθε βιώσας , δηλαδή η αποχή από τη δημόσια ζωή (εξ αιτίας της αντιπαλότητας, της διαπλοκής και των υποκριτικών ανθρώπινων σχέσεων ) και το να ζεις τη ζωή σου απαρατήρητα, να έχεις αθόρυβη ζωή, να διαφυλάξεις την ψυχική σου γαλήνη, είναι ίσως ο μόνος δρόμος στην εποχή μας να πλησιάσει κανείς την ευτυχία.
Το υπέρτατο αγαθό λοιπόν στην επικούρεια ηθική είναι η ευτυχισμένη ζωή και μπορεί να επιτευχθεί εύκολα ακολουθώντας ένα σύστημα επιλογών και αποφυγών. Πρώτα από όλα ο άνθρωπος πρέπει να απελευθερωθεί από αυτά που αντιτίθενται στην ευδαιμονία του, η πληρότητα της ευτυχίας δίνεται από την απόλυτη απουσία πόνου, σωματικού «απονία» και ψυχικού «αταραξία». Το πρώτο εμπόδιο που εμποδίζει την ευτυχία μας είναι ο φόβος. Ο φόβος των θεών και ο φόβος του Θανάτου. Η απόρριψη οποιασδήποτε επέμβασης των Θεοτήτων στα ανθρώπινα ζητήματα δίνουν μια προοπτική ελευθερίας αλλά και λύτρωσης. Η ψυχή δεν είναι αθάνατη και οποιοσδήποτε φόβος μεταθανάτιας τιμωρίας ή ελπίδας ανταμοιβής δεν έχει νόημα.
Ο Επίκουρος μας καλεί να απολαύσουμε αυτήν την Ζωή και να μην χάσουμε αυτήν την μοναδική ευκαιρία που μας δίδεται. Πρέπει να απελευθερωθούμε από τις δεισιδαιμονίες των Μύθων και των Θρησκειών. Η ηθική του Επίκουρου έχει ως μέτρο της ευτυχίας την ηδονή. Η ηδονή ή ο πόνος είναι φυσικό επακόλουθο κάθε επαφής μας με πράγματα ή ανθρώπους. Η φύση του ανθρώπου είναι φτιαγμένη έτσι ώστε οι αισθήσεις να μας υποδεικνύουν το καλό ή το κακό μιας πράξης διαμέσου του αισθήματος της ηδονής ή του πόνου.
Ότι παράγει ηδονή είναι καλό, ότι παράγει πόνο είναι κακό.
Αλλά ο σοφός άνθρωπος διαθέτει φρόνηση -μια από τις σημαντικότερες αρετές για τους επικούρειους- και δεν παραδίνεται αδιακρίτως σε κάθε λογής ηδονές. «Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ’ εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα’ και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη»
Μερικές από τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του Επίκουρου
* Τίποτα δεν δημιουργείται ποτέ από το τίποτα.
* Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.
* Ακόμα και αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν επιδρούν στο φυσικό κόσμο.
* Η ύλη δεν καταστρέφεται σε τίποτα.
* Πρωταρχικά στοιχεία της ύλης δεν είναι τα αριστοτελικά στοιχεία πυρ, αήρ, γη και ύδωρ, αλλά μικρά αδιαίρετα άφθαρτα σωματίδια (άτμητα σωμάτια = άτομα).
* Τίποτα δεν μπορεί να γίνει αισθητό αν δεν έχει υλική υπόσταση.
* Τίποτα δεν υπάρχει εκτός από τα άτομα και το κενό ανάμεσά τους.
* Όλα τα σώματα, είτε είναι άτομα, είτε προέρχονται από ένωση ατόμων.
* Το σύμπαν είναι αχανές. Δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά είμαστε ένας από τους αναρίθμητους κόσμους του σύμπαντος.
* Τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα στο κενό. Μπορούν να συνεχίσουν σε ευθεία, να συγκρουστούν, να αλλάξουν κατεύθυνση, να ενωθούν με άλλα άτομα στη δημιουργία σύνθετων σωμάτων.
* Οι κόσμοι και τα έμβια όντα δημιουργούνται από τυχαία γεγονότα λόγω της χαοτικής κίνησης των ατόμων.
* Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» είναι σωματική οντότητα με υλικά χαρακτηριστικά και δεν συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατο.
* Η αίσθηση είναι αξιόπιστη, διότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κάτι άλλο πιο αξιόπιστο από αυτήν.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτές οι απόψεις, τις οποίες είχε προσεγγίσει διαισθητικά ο Επίκουρος, δεν απέχουν σημαντικά από τα επιστημονικά ευρήματα και τη σημερινή γνώση μας για τα ουράνια σώματα και τη φύση γενικότερα. Δεν είχε, λοιπόν, άδικο ο Νίτσε που διαπίστωνε στα τέλη του 19ου αιώνα ότι: «Η επιστήμη έχει βαλθεί να επιβεβαιώσει τον Επίκουρο!»
***
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος. Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, εκδ. Εστία
Χάρη Λύτα, «Λάθε βιώσας» Η επικούρεια τέχνη του ευ ζην. Εκδόσεις «Κέδρος», 2004
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

Κάποιοι αμφισβητούν την σουλιώτικη καταγωγή των σημερινών κατοίκων των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών. (Αυλότοπος, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί, Φροσύνη). Το επιχείρημά τους είναι πως όταν έπεσε το Σούλι (Δεκέμβριος του 1803, με το παλαιό ημερολόγιο), αυτό ερήμωσε παντελώς και οι Σουλιώτες που επέζησαν, έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα Επτάνησα και αργότερα σε άλλες περιοχές της επαναστατημένης τότε Ελλάδας. (Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Ναύπακτο κλπ). Έφυγαν και ουδέποτε ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους αιματοποτισμένα χώματα.
Με το μικρό μου τούτο σημείωμα, θέλω να δείξω, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η άποψη αυτή δεν ευσταθεί ολωσδιόλου. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ηρωικού αυτού τόπου, και όχι επιλεκτικά κάποια γεγονότα, δεν είναι δύσκολο να το αποδείξει. Πρώτον γιατί δεν έφυγαν όλοι οι Σουλιώτες με την πτώση, όπως ρητά γράφει σε διάφορα σημεία στα ιστορικά του έργα ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της Ιστορίας του Σουλίου και των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός. Δεύτερον γιατί πολλοί Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο, την ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και τη Ναύπακτο στη διάρκεια της επανάστασης, έχουν ίδια επώνυμα με σημερινά κατοίκων που ζουν στα τρία Σουλιωτοχωριά: Αυλότοπο (παλ. Γλαβίτσα), Τσαγγάρι, Φροσύνη (παλ. Κορίστιανη) και Κουκουλιούς. Το ιστορικό αυτό δεδομένο καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου συγγραφέα Ανάργυρου Φαγκρίδα «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 2η έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Μάιος 2021, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 και 3, σελ. 197-208 (τα στοιχεία είναι παρμένα από τα κρατικά αρχεία), όπως επίσης στα έργα του ίδιου του Περραιβού καθώς και στο βιβλίο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» (πρόκειται για τον Σπύρο Τζίπη από το Τσαγγάρι) από τις Εκδόσεις «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1978. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια τέτοια ονόματα ίδια ή παρόμοια ΤΟΤΕ και ΣΗΜΕΡΑ: Διαμάντης, Παπάς, Πάσχος, Τζίμας, Σπύρου, Πήλιος, Μπούσης, Κόλιας, Κο(ω)λέτσης, Μπάλος (σημ. Μπάλλας), Ζαγούρης (σημ. Λαγούρης), Φώτος (σημ. Φωτίου), Νίκου, Δάγκας (σημ. Ντάγκας), Γουλούμης (σημ. Γκουλιούμης), Μπόλο(ω)σης, Τζίπης (σημ. Τσίπης), Ζαχαριάς («Ζαχαριάς πρωτοπαλίκαρο Φώτου Τζαβέλα» αναφέρει ο γερο-Τζίπης στη σελ. 143) κλπ. Τρίτον: Στο Σουλιωτοχώρι Αυλότοπος ακόμη και σήμερα φωνάζονται (προφορικά δηλ.) -και μάλιστα με καμάρι!- το όνομα «Μπότσιαρης-ραίοι» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Τσιρώνης» και «Τζιαβέλας» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Κελέσης». Αυτό φυσικά εξηγείται από το γεγονός πως κάποιες οικογένειες Μποτσαραίων και Τζαβελαίων είτε μετακινήθηκαν από το Σούλι στη Γλαβίτσα λίγες μέρες μετά την πτώση του Σουλίου, καθώς συγγένευαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, είτε επέστρεψαν αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις άλλαξαν το όνομα για τον φόβο των κατακτητών και των συνεργατών τους -πάντα υπάρχουν τέτοιοι… Εξάλλου, η αλλαγή ονομάτων ήταν συνήθης πρακτική της τραγικής εκείνης εποχής (και όχι μόνο) και επιβεβαιωμένη από τον ίδιο τον Περραιβό. Πάνω στο θέμα αυτό, οι παπούδες και πατεράδες μας, (ημών των Τσιρωναίων δηλ.), έλεγαν πως το όνομα «Τσιρώνης» το πήραμε από κάποιους που ήρθαν από παλιά στο χωριό από τα Τζουμέρκα ή (και) την Καρδίτσα. Ως γνωστόν στην ευρύτερη εκείνη περιοχή -πρώτα στο Βουργαρέλι κι αργότερα στις Πηγές Άρτας (παλ. όνο. Βρεστενίτσα) και στην Ιερά Μονή Σέσκλου- είχε μετοικίσει η Φάρα των Μποτσαραίων ή Μποτσαράτων από το Παλιοχώρι Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου στα 1800 (όπου ο καπετάν Γεώργιος Μπότσαρης είχε αναλάβει το Αρματολίκι Βουργαρελίου, ύστερα από συμφωνία με τον Αλή Πασά) και από το Σούλι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα λίγα 24ωρα πριν την αποχώρηση του Φώτου Τζαβέλα και άλλων φαρών από το Κούγκι (16 Δεκεμβρίου 1803). Αλλά και μετά την καταστροφική για τους Σουλιώτες μάχη του Σέσκλου (24 Απριλίου 1804), 65 Σουλιώτες (εκτός των 38 περίπου που σώθηκαν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη -μαζί και ο 13χρονος τότε Μάρκος!) «διασκορπίστηκαν» στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, ένθεν και ένθεν του Ασπροπόταμου (Αχελώος) όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φαγκρίδας (ο. π. σελ.165).
Και μια μικρή αναφορά στους κατοίκους της μαρτυρικής Σαμονίβας που φέρουν μόνο το όνομα «Τόκας» μέχρι σήμερα! Οι «Τοκαίοι», πράγματι, δεν έχουν Σουλιώτικη καταγωγή. Τους μετοίκισε ο Αλής από την Αλβανία, ύστερα από την πτώση του Σουλίου για δικούς του λόγους. Όμως οι ίδιοι πάντοτε και σήμερα θεωρούν ύψιστη ύβρι εάν κανείς δεν τους αναγνωρίζει ως γνήσιους Σουλιώτες και δεν τους αποκαλεί έτσι!
Εδώ ας μου επιτραπεί να θυμίσω τα λόγια του μεγάλου Αρχαίου Έλληνα Ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Ισοκράτη για το όνομα Έλλην: «Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Με απλά λόγια: Έλληνας δεν είναι αυτός που έχει ελληνική καταγωγή, αλλά αυτός που αισθάνεται Έλληνας και τούτο όχι με τα λόγια, άλλα να το δείχνει στην πράξη με την παιδεία και το φρόνημά του». Το ίδιο και οι Σουλιώτες: δεν αρκεί μονάχα η καταγωγή τους (μας), αλλά πιο πολύ το φρόνημα που έχουν (έχουμε) και το αποδεικνύουν (-ουμε) έμπρακτα και καθημερινά απέναντι στον τόπο και την Ιστορία του. Εάν όλοι οι σημερινοί απόγονοι των Σουλιωτών με τα ιστορικά ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλας, Κουτσονίκας, Τζήμας, Ζέρβας, Δαγκλής, Δράκος Κάσκαρης, Μαλάμος, Μπέκας κλπ, που είναι πάμπολλοι και ουκ ολίγοι πάμπλουτοι, τόσο μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και εκτός αυτής, εάν ένιωθαν και ήταν πραγματικοί Σουλιώτες, το Σούλι σήμερα μαζί με τα Σουλιωτοχωριά! (εννοείται), δεν θα παρέμενε για τόσες δεκαετίες στην υπανάπτυξη, στην απομόνωση και στην, σε λίγα μόνο χρόνια, ερήμωση, αλλά θα βρισκόταν δικαίως στις κορυφαίες, από πολιτιστική, ιστορική, περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική άποψη, περιοχές της Ελλάδας. Και τούτο δίχως να χρειαζόταν η συνδρομή της Πολιτείας. Ευτυχώς, πάντως, που υπάρχουν έστω και ελάχιστες εξαιρέσεις.
Αυτά τα ολίγα για τους δύσπιστους περί των «πραγματικών» Σουλιωτών και αν χρειαστεί θα επανέλθω αναλυτικότερα.
Σημ. Για το σημερινό (19-8-2026) ετήσιο «αντάμωμα Σουλιωτών», χρόνια πολλά, δημιουργικά και πάνω απ’ όλα ελεύθερα σε όλους τους Σουλιώτες και σε όσους αισθάνονται Σουλιώτες.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Από τα νεκροταφεία στα πευκοδάση: Ο θρύλος για τους Ρωμαίους και τον εμπρησμό των πόλεων

Μια εντυπωσιακή ιστορία που αναπαράγεται εδώ και χρόνια θέλει τους Ρωμαίους να φυτεύουν εύφλεκτα πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς που κατακτούσαν, ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μπορούν να προκαλέσουν φωτιά και να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο καταστολής. Μαζί με αυτή την αφήγηση εμφανίζεται και μια δεύτερη ιστορία, που συνδέει τα αρχαία νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια με την προστασία από τις πυρκαγιές.
Η ιστορία με τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια
Στην αρχαιότητα οι νεκροπόλεις βρίσκονταν πράγματι συχνά έξω από τα τείχη των πόλεων και κατά μήκος σημαντικών δρόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κεραμεικός της Αθήνας, ενώ η πρακτική των ταφών εκτός των ορίων της πόλης συναντάται ευρύτερα στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.
Πάνω σε αυτό το πραγματικό ιστορικό στοιχείο έχει αναπτυχθεί μια δημοφιλής αφήγηση: ότι γύρω από τα νεκροταφεία φυτεύονταν κυπαρίσσια, δημιουργώντας μια ζώνη που μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο στη φωτιά και ως ασφαλέστερος διάδρομος διαφυγής από την πόλη.
Το κυπαρίσσι πράγματι παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συμπεριφορά απέναντι στη φωτιά. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι το μεσογειακό κυπαρίσσι μπορεί να έχει χαμηλότερη αναφλεξιμότητα και έχει εξεταστεί ακόμη και η χρήση του σε φυτικές αντιπυρικές ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φύτευαν συστηματικά κυπαρίσσια στα νεκροταφεία ειδικά για αυτόν τον σκοπό.
Οι Ρωμαίοι και τα πεύκα γύρω από τις πόλεις
Η συνέχεια της ιστορίας υποστηρίζει ότι, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν ελληνικές περιοχές, φύτευαν πυκνά πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς. Επειδή το πεύκο και η ξερή πευκοβελόνα μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα τη φωτιά, υποτίθεται ότι οι ζώνες αυτές μπορούσαν να πυρποληθούν σε περίπτωση εξέγερσης.
Εδώ, όμως, η ιστορική τεκμηρίωση σταματά. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη αρχαία πηγή ή σύγχρονη ιστορική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένη ρωμαϊκή πολιτική φύτευσης πεύκων γύρω από πόλεις με σκοπό τον μελλοντικό εμπρησμό τους.
Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι τα πεύκα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Θεόφραστος, ήδη από τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αναφέρεται σε είδη πεύκου, στη ρητίνη και στις ιδιότητές τους, ενώ η σύγχρονη βοτανική καταγράφει τη χαλέπιο πεύκη ως αυτοφυές είδος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου.
Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;
Η συγκεκριμένη αφήγηση φαίνεται επομένως να συνδυάζει πραγματικά στοιχεία με μια μεταγενέστερη ερμηνεία: οι αρχαίες νεκροπόλεις πράγματι βρίσκονταν συνήθως έξω από τις πόλεις, τα κυπαρίσσια παρουσιάζουν πράγματι σχετικά χαμηλή αναφλεξιμότητα και τα πεύκα είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον της φωτιάς.
Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας: ότι οι Ρωμαίοι δημιουργούσαν σκόπιμα ζώνες πεύκων γύρω από ελληνικές πόλεις ώστε να μπορούν να τις πυρπολήσουν όταν οι κάτοικοί τους εξεγείρονταν.
Με λίγα λόγια: πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει διαδοθεί ευρέως, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.
“`

























