ΙΣΤΟΡΙΑ
Διάσημες φωτογραφίες που ήταν… στημένες!


Για να βγει μια εμβληματική εικόνα οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι χρειάζεται ο φωτογράφος να είναι στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή.
Ο κανόνας αυτός όμως δεν φαίνεται να ισχύει για τους φωτογράφους των παρακάτω εικόνων, των οποίων τα «κλικ» μπορεί να έμειναν την ιστορία, δεν απαθανατίζουν όμως κάτι αυθόρμητο.
Οι φωτογραφίες είναι κατά κάποιο τρόπο «στημένες» από τους εικονολήπτες και κάθε μία κρύβει από πίσω της μια ιστορία σχετικά με το πώς τραβήχτηκε και γιατί είχε τόσο μεγάλη σημασία…
Το φιλί στο Hotel de Ville

Στην πασίγνωστη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Robert Doisneau πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι που φιλιέται με φόντο το δημαρχείο του Παρισιού. Το 1950, το περιοδικό Life παρήγγειλε στο πρακτορείο, όπου εργαζόταν ο Robert Doisneau, ένα ρεπορτάζ για τους ερωτευμένους στο Παρίσι, και ο φωτογράφος συμπεριέλαβε στη συλλογή του την παραπάνω εικόνα.
Η φωτογραφία αυτή κατά γενική ομολογία αποτυπώνει την ρομαντική πλευρά της γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά πόσο αυθόρμητη ήταν;
Το 1993, ένα ζευγάρι έκανε μήνυση κατά του Doisneau, υποστηρίζοντας πως τους είχε τραβήξει χωρίς να του το επιτρέψουν.
Η μήνυση που έκαναν ανάγκασε τον φωτογράφο να αποκαλύψει ότι το ζευγάρι στην φωτογραφία ήταν η 20χρονη τότε Φρανσουά Ντελμπάρ και ο 23χρονος Ζακ Καρτό, φιλόδοξοι ηθοποιοί, που πόζαραν στον Doisneau.
Μάλιστα, η πρωταγωνίστρια πούλησε το 2005 την αυθεντική κόπια της με σφραγίδα του φωτογράφου για 155.000 ευρώ.
«Τα θαύματα της καθημερινής ζωής είναι τόσο συναρπαστικά… ακόμη και ο καλύτερος σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει στα κάδρα του τη γοητεία του απρόσμενου που συναντά κανείς στον δρόμο. Δεν φωτογραφίζω τη ζωή όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελα να είναι» είχε γράψει ο φωτογράφος το 1986.
Ο λονδρέζος γαλατάς

Blitz ήταν το όνομα της επιχείρησης του συστηματικού βομβαρδισμού της Βρετανίας από τους Γερμανούς, που ξεκίνησε στις 7 Σεπτεμβρίου το 1940 και θα προηγούνταν της εισβολής στη Βρετανία. Μια χαρακτηριστική φωτογραφία από την περίοδο εκείνη είναι ο Λονδρέζος γαλατάς που βαδίζει πάνω στα συντρίμμια.
Ωστόσο, η διάσημη αυτή φωτογραφία είναι στημένη. Σύμφωνα με την Telegraph, ο άντρας που απεικονίζεται δεν είναι γαλατάς αλλά βοηθός του φωτογράφου Fred Morley της Fox Photos.
Συγκεκριμένα, ο φωτογράφος δανείστηκε τη στολή του γαλατά, καθώς και το πακέτο με τις φιάλες και ζήτησε από τον βοηθό του να ποζάρει μέσα στα ερείπια του δρόμου, την ώρα που πυροσβέστες έδιναν μάχη με τις φλόγες.
Με αυτή την εικόνα, ο ευρηματικός Morley ήθελε να παρακάμψει τη λογοκρισία που απέρριπτε τις εικόνες με τους κατεστραμμένους δρόμους που αποθάρρυναν τον κόσμο. Το σκεπτικό του, σύμφωνα με την Telegraph, ήταν να παρουσιάσει τα πράγματα με ένα τρόπο που ενίσχυε την φράση: «Παραμένουμε ήρεμοι και συνεχίζουμε».
Γεύμα στον ουρανοξύστη

Στα 80ά γενέθλια της φωτογραφίας, το 2012, αποκαλύφθηκε πως η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν ήταν τόσο αυθόρμητη όσο πίστευαν όλοι. Πρόκειται για μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της ιστορίας της Νέας Υόρκης.
Παρόλο που οι πρωταγωνιστές ήταν οικοδόμοι που εργάζονταν στην ανέγερση του Rockefeller Center, το «κλικ» ήταν «στημένο» για να προωθηθεί ο νέος ουρανοξύστης.
Τραβηγμένη στις 20 Σεπτεμβρίου του 1932, στόχος της φωτογραφίας ήταν να δείχνει σαν μια τυχαία αποτύπωση του διαλείμματος των εργατών στο κτήριο RCA, τμήμα του Rockefeller Center.
«Η φωτογραφία εντασσόταν στη διαφημιστική προσπάθεια εκ μέρους του Rockefeller Center. Οι εργάτες είναι πραγματικοί εργάτες αλλά η όλη διαδικασία οργανώθηκε με πολλούς φωτογράφους», δήλωσε ο Ken Johnston, επικεφαλής ιστορικός στο Corbis Images. Περιέγραψε μάλιστα τη φωτογραφία ως «κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας».
Σημειώνεται πως το αρνητικό της φωτογραφίας φυλάσσεται σε ένα δωμάτιο με ελεγχόμενη θερμοκρασία στις ΗΠΑ.
Η σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ

Πρόκειται για μια από τις πιο ιστορικές φωτογραφίες όλων των εποχών. Η εμβληματική εικόνα δείχνει έναν ρώσο στρατιώτη να υψώνει τη σοβιετική σημαία με το σφυροδρέπανο στη στέγη της γερμανικής Βουλής, του Ράιχσταγκ, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.
Το περίφημο «ντοκουμέντο» απαθανατίστηκε από τον φωτογράφο Γεβγκένι Χαλντέι που υπηρετούσε στον Κόκκινο Στρατό.
Σύμφωνα με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ στο βιβλίο του «Τετέλεσται», ο φωτογράφος είχε οραματιστεί τη σύνθεση της φωτογραφίας πριν ακόμη τα σοβιετικά στρατεύματα καταλάβουν το Βερολίνο.
Η στιγμή αυτή έφτασε στις αρχές Μαΐου του 1945 μετά από πολλές αιματηρές μάχες. Τότε, ο Χαλντέι πήρε τρεις στρατιώτες μαζί του και τους ανέβασε στην κορυφή του κτιρίου.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία, οι στρατιώτες που ανέβηκαν ήταν δύο: ο Μέλιτον Καντάρια και ο Μιχαήλ Γιεγκόροφ. Ωστόσο, σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς, αυτός που πραγματικά ύψωσε τη σημαία ήταν ο Αλεξέι Κοβαλιόφ, που μετά διατάχθηκε να μην μιλήσει για το περιστατικό.
Σύμφωνα με το περιοδικό Time, ο Χαλντέι είχε στις βαλίτσες του τη σημαία με το σφυροδρέπανο και είχε λάβει οδηγίες για μια τέτοια φωτογράφιση, ενώ πρώτα την δοκίμασε και στην Πύλη του Βραδεμβούργου. Σε κάθε περίπτωση κανείς δεν αμφισβητεί ότι η φωτογραφία ήταν το αποτέλεσμα μιας σκηνοθεσίας, ενώ η ιστορία της λήψη της επίμαχης φωτογραφίας είναι ακόμα πιο περίπλοκη με αρκετές αναφορές για παραποιήσεις.
Η Ρόζα Παρκς στο λεωφορείο του Montgomery

Μια γυναίκα-σύμβολο στον αγώνα των Αφρο-Αμερικανών για ίσα δικαιώματα αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε λευκό επιβάτη. Ο λόγος για την Ρόζα Παρκς που αποτελεί εμβληματική φιγούρα του αγώνα για ισότητα. Η κίνησή της να μην παραχωρήσει τη θέση της οδήγησε στο μποϊκοτάζ στις δημόσιες συγκοινωνίες της Αλαμπάμα το 1955, μια καθοριστική κίνηση για το κίνημα εναντίον του φυλετικού διαχωρισμού στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με το περιοδικό Time, πολλές φωτογραφίες που χρησιμοποιούνται για να συνοδεύσουν τα άρθρα για τη Ρόζα Παρκς, τραβήχτηκαν αρκετό καιρό μετά τη σύλληψή της (1η Δεκεμβρίου 1955) επειδή αρνήθηκε να δώσει τη θέση της. «Οι άνθρωποι λένε ότι δεν έδωσα τη θέση μου επειδή ήμουν κουρασμένη» έγραψε η Parks στην αυτοβιογραφία της, «αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν κουρασμένη σωματικά … Αλλά είχα κουραστεί να υποχωρώ».
Όπως αναφέρουν οι New York Times, στη στημένη φωτογραφία, που τραβήχτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1956, πίσω από την Ρόζα Παρκς κάθεται ο Νίκολας Κρις, ρεπόρτερ που δούλευε για το United Press International. Μια μέρα πριν, το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τον απαράδεκτο νόμο για φυλετικό διαχωρισμό στα λεωφορεία.
Η Παρκς δήλωσε στον συγγραφέα Ντάγκλας Μπρίνκλεϊ ότι βγήκε από το σπίτι αποκλειστικά γι’ αυτή τη φωτογραφία, όπου θα φαινόταν να κάθεται μπροστά από έναν λευκό άντρα. Επιπλέον, δήλωσε ότι στην αρχή ήταν διστακτική για τη φωτογραφία αλλά δημοσιογράφοι και μέλη του κινήματος ήθελαν μια εικόνα που να περιγράφει τι συνέβαινε.
«Ήταν ένα 100% στημένο γεγονός» δήλωσε ο κ. Μπρίνκλεϊ προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε τίποτα αυθόρμητο στη φωτογραφία. Αυτό βέβαια δεν αλλοιώνει ούτε στο ελάχιστο το γεγονός ότι η Ρόζα Παρκς αφιέρωσε τη ζωή της στη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατομμυρίων καταπιεσμένων Αφρο-Αμερικανών από τις πρακτικές των διακρίσεων.
Η μάχη του Gettysburg

Από τη μεγάλη σύγκρουση των Βορείων και Νοτίων στη μικρή πόλη της Pennsylvania, Gettysburg, υπάρχει μια φωτογραφία, που σύμφωνα με την Washington Post, είναι περισσότερο προϊόν σκηνοθεσίας παρά ένα πραγματικό ντοκουμέντο.
Συγκεκριμένα, ο φωτογράφος Alexander Gardner είχε δημιουργήσει το δικό του άλμπουμ με τις φωτογραφίες του αμερικανικού εμφυλίου «Gardner’s Photographic Sketch Book of the Civil War» το 1865. Περίπου 110 χρόνια αργότερα, ο ιστορικός William A. Frassanito ολοκλήρωσε τη δική του έρευνα για τις φωτογραφίες.
Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο φωτογράφος με τους βοηθούς του όταν εντόπισαν σχεδόν άθικτο το πτώμα ενός στρατιώτη το εκμεταλλεύτηκαν όσο μπορούσαν.
Αφότου τράβηξαν φωτογραφίες στο σημείο όπου βρέθηκε η σωρός, στη συνέχεια τη μετέφεραν για να βγάλουν κι άλλες.
Μια από τις επόμενες στημένες εικόνες θα ήταν και η φωτογραφία που συνδέθηκε όσο καμία άλλη με τη μάχη (δεύτερη εικόνα). Το 1975, ο ιστορικός Frassanito έκανε την αποκάλυψη στην έρευνά του «Gettysburg: A Journey in Time».
Πηγή: newsbeast.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























