Connect with us

ΤΕΧΝΕΣ

Αρκάς, ο μεγάλος διάσημος-αφανής σκιτσογράφος

Published

on

Τέσσερα πρόσωπα και ένα… σκίτσο μιλούν για τον άνθρωπο που έχουν δει ελάχιστοι


Αρκάς, ο μεγάλος διάσημος-αφανής σκιτσογράφος

Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Αρκάς; Είναι κοντός, ψηλός, πληρώνει ΕΝΦΙΑ, πάει διακοπές στη Μύκονο, στην Αντίπαρο, στην Κέρκυρα, στην Αλόννησο; Του αρέσει ο κινηματογράφος; Τρώει τα σπαράγγια; Τα όσπρια πώς τα βρίσκει; Αδιάφορα, νόστιμα, υγιεινά; Γιατί δεν εμφανίζεται; Γιατί μας αποφεύγει και προτιμάει να κινείται μακριά από τις -ενίοτε- ανθρωποφάγες μασέλες της δημοσιότητας;

Γράφει ο Γιώργος Λαμπίρης

Μία πιθανή απάντηση σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσε να είναι: «Ο Αρκάς ανήκει στις ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων που, επί δύο δεκαετίες, προκαλούν το γενικό θαυμασμό με το έργο τους, ενώ, ως πρόσωπα, παραμένουν απολύτως ανεπιφανή», σχολιάζει σε κείμενό του με τίτλο «Από το αβγό στον παράδεισο», ο προσωπικός φίλος και συγγραφέας, Πέτρος Μαρτινίδης.

«Κυρίες και κύριοι το όνομά μου είναι Αντώνης Ευδαίμων. Κάποιοι άλλοι πάλι αρέσκονται να με αποκαλούν Γεράσιμο Σπανοδημήτρη. Ή… Άρη Καστρινό (ΑΡ-ΚΑΣ)», θα μπορούσε ίσως να πει σοβαρολογώντας… αστειευόμενος αν μας συστηνόταν ο ίδιος.

Eπιλέγει στα 30 και κάτι χρόνια -από τη στιγμή που ο διάσημος «Κόκκορας», δημοσιευόταν στο περιοδικό Βαβέλ- να παραμένει αφανής. Το όνομα Αντώνης Ευδαίμων είναι ένα από τα ονόματα που του αποδόθηκαν κατά καιρούς. Το πιθανότερο όμως είναι ότι κανείς από όλους αυτούς που του αποδίδουν ονοματεπώνυμα και στοιχεία ληξιαρχικών πράξεων δεν έχει ανατρέξει επισήμως στα ληξιαρχικά κατάστιχα για να διασταυρώσει κατά πόσο αληθεύουν οι πληροφορίες του. Ο Αρκάς δεν προτιμάει ούτε να δηλώνει ούτε και να εμφανίζεται δημοσίως. Βρίσκεται ανάμεσά μας, και κατά κάποιον άγραφο κανόνα όσοι τον γνωρίζουν, σέβονται την επιθυμία του να μην γίνουν ποτέ γνωστές λεπτομέρειες για το βιογραφικό του.

Δύο πράγματα είναι βέβαια: Ο Αρκάς είναι άρρεν, έλληνας πολίτης, και δεν επιθυμεί να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, δοξαζόμενος ή αποδοκιμαζόμενος από τα Μέσα Ενημέρωσης.

Στέκεται σε κάποια γωνιά, παρατηρεί, αφορίζει και αφορίζεται, σαρκάζει και σαρκάζεται μέσα από το χιούμορ του.

Τέσσερα πρόσωπα που είτε τον γνωρίζουν προσωπικά, είτε συνεργάστηκαν πρόσφατα μαζί του μιλούν για εκείνον…

Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας

magz6

Ο Αύγουστος Κορτώ – όπως υπογράφει τα βιβλία του απευθυνόμενα σε ενήλικες – ή Πέτρος Χατζόπουλος -το πραγματικό του όνομα, με το οποίο υπογράφει τα παιδικά του βιβλία- συνεργάστηκε πρόσφατα με τον Αρκά. Για την ακρίβεια, όντας ένας από τους πιο φανατικούς θαυμαστές του σκιτσογράφου, ο Κορτώ τον προσέγγισε, ζητώντας από εκείνον να του παραχωρήσει ένα σκίτσο του. Το σκίτσο αυτό θα κοσμούσε το εξώφυλλο του καινούργιου του βιβλίου με τίτλο «Έρως Ανίκατε Μάσαν».

«Ο Αρκάς ήταν και παραμένει ένας από τους πολύ αγαπημένους μου συγγραφείς και ευθυμογράφους. Όταν αποφάσισα να εκδώσω τη συγκεκριμένη συλλογή, επικοινώνησα μαζί του, Παρότι δεν σχεδιάζει για έργα τρίτων, με τρομερή γενναιοδωρία μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω κάποιο από τα υπάρχοντα σχέδιά του. Με δεδομένο ότι ο «Κόκκορας» ήταν από τα πρώτα βιβλία του που διάβασα, είχα ως ίνδαλμα το γουρούνι.

Το βιβλίο μου περιλαμβάνει ως επί το πλείστον αυτοβιογραφικές ιστορίες με έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού και παραληρηματικό τόνο.

Υπήρξα πάρα πολύ παχύς στα νιάτα μου. Κάποια στιγμή μάλιστα είχα φτάσει να ζυγίζω ακόμα και 150 κιλά, ενώ θυμάμαι αρκετές τραγελαφικές στιγμές από αυτό το διάστημα της ζωής μου. Ήμουν ένα ανεξάντλητο πεδίο καθημερινής κωμωδίας κυρίως στα μαθητικά μου χρόνια. Τα πολλά κιλά τα έχασα γύρω στα 22 μου, ήδη όμως είχα προλάβει να περάσω αρκετά “στραπάτσα”».

magz11

Πώς προσέγγισα τον Αρκά

«Η προσέγγιση του Αρκά έγινε μέσω της εκδότριάς μου, Άννας Πατάκη. Ήταν πολύ φιλικός και προσηνής. Ο ίδιος απέχει από την προσωπική έκθεση και μάλλον πολύ καλά κάνει. Άλλωστε είναι και αυτό ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της γοητείας του», λέει ο Αύγουστος Κορτώ.

Πέτρος Μαρτινίδης. Διδάσκει θεωρία και κριτική της αρχιτεκτονικής και σχεδιασμό θεατρικών χώρων στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ

magz7

Ίσως είναι από εκείνους που έχουν ασχοληθεί περισσότερο από κάθε άλλον μαζί του, προσεγγίζοντας και αναλύοντας τον Αρκά. Ο Πέτρος Μαρτινίδης τον γνώρισε πολλά χρόνια πριν, όταν είχε αρχίσει να σχολιάζει για πρώτη φορά τα σκίτσα του.

«Για το χιούμορ του έχω ήδη γράψει αρκετά σε ένα παλαιότερο βιβλίο μου με τίτλο “Η υψηλή τέχνη της απελπισίας”. Αργότερα ξαναδούλεψα πάνω στο βιβλίο και προσέθεσα μία νέα εισαγωγή, εκδίδοντας το βιβλίο: “Πώς πάνε στον παράδεισο του Αρκά” μέσω της ιστορίας του χιούμορ. Αν θέλετε να σας πω τώρα για το τι νούμερο παπούτσι φοράει ή ποιες ταινίες προτιμάει και ποιο είναι το βιογραφικό του, από τη στιγμή που ο ίδιος δεν θέλει να το κοινοποιήσει για ποιο λόγο να το κάνω;

Αυτό που μπορώ να σχολιάσω είναι ότι ο Αρκάς διαθέτει αυτόν τον ιδιότυπο σαρκασμό που αυτοκατεδαφίζει τους σαρκάζοντες. Αυτή είναι και η ουσία του χιούμορ απέναντι στην ειρωνεία, η οποία συνηθίζει να μιλάει με αυστηρό ή σπουδαιοφανές ύφος για τα πράγματα. Ας πούμε, όλος ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό κάνει. Χιούμορ όμως σημαίνει, μιλάω για σοβαρά πράγματα αστειευόμενος».

«Ο Αρκάς είναι Έλληνας»

Σύμφωνα με τον Πέτρο Μαρτινίδη, ο διάσημος σκιτσογράφος «είναι Έλληνας κι όχι ξένος όπως νόμιζα κι εγώ κάποτε όταν είχε πρωτοεμφανιστεί ο “Κόκκορας” . Τότε είχα θεωρήσει ότι τα σκίτσα του μπορεί να ήταν μετάφραση από κάποια ιταλικά κόμιξ. Σε ό,τι αφορά την ηλικία του Αρκά, εάν υπολογίσουμε τα χρόνια που σχεδιάζει, πρέπει σήμερα να είναι 55, το πολύ 60 ετών.

Επίσης, εάν θέλετε να σας βεβαιώσω, σας βεβαιώνω: Ο Αρκάς είναι άνδρας, κάτι που μπορεί να τεκμαίρει κανείς και από ύφος του χιούμορ του.

Ανάλογα παραδείγματα “ανωνυμίας” υπάρχουν και στο εξωτερικό. Πολλοί συγγραφείς έχουν εμφανιστεί με ψευδώνυμα κατά καιρούς με δεδομένο ότι είναι γνωστοί στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Στην “Ιστορία της Ο” ένα ελαφρώς πορνογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο είχε προκαλέσει εντύπωση στα τέλη της δεκαετίας του ’60 – αρχές του ’70, λεγόταν ότι ήταν ενός διάσημου γάλλου γλωσσολόγου της εποχής, ονόματι Jean Paul Hand, ο οποίος εμφανιζόταν με γυναικείο ψευδώνυμο γιατί δεν ήθελε να φανεί ο ίδιος».

magz4

Γνωρίζεται με τους εκδότες που κλείνει συμφωνίες για την έκδοση ενός βιβλίου;

«Προφανώς! Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι και πολύ φίλος με το Βαγγέλη Τρικεριώτη, ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου Πρωτοπορία και εκδότη. Απλώς προτιμάει να μην τον αναγνωρίζουν στο δρόμο ή να μην τον αναγνωρίζουν ως ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως κάνει για παράδειγμα ο Στάθης, πολύ καλός σκιτσογράφος μεν, ο οποίος όμως βρίσκεται πολιτικά ακόμη στο 19ο αιώνα με σύνθημα το «προλετάριοι όλοι της γης ενωθείτε». Είναι εντελώς διαφορετικό να καγχάζει κανείς το σύμπαν όπως κάνει ο Αρκάς, και διαφορετικό να χρησιμοποιεί κάποιος ένα είδος στρατευμένου χιούμορ, το οποίο παύει αυτομάτως να είναι χιούμορ καθώς γίνεται στράτευση».

«Πώς γνωριστήκαμε…»

Περιγράφοντας τη γνωριμία μαζί του, ο Πέτρος Μαρτινίδης θυμάται ότι πριν από αρκετά χρόνια -πρέπει να ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980- όταν ο ίδιος ως αναγνώστης του Αρκά έτυχε να τον συναντήσει. «Ήμουν και είμαι φανατικός των κόμιξ. Είχε γράψει ένα βιβλίο γύρω στο 1980 με 1981 με τίτλο “Κόμιξ, τέχνη και τεχνικές της εικονογραφήγησης”, όπου μιλούσα για τις διαφορές της γελοιογραφίας με το κόμιξ. Παρεμπιπτόντως σε μία ομιλία μου ανέλυα και μερικά από τα σκίτσα του Αρκά, καθώς είχαν μόλις αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα από αυτά. Μετά την ομιλία μου ήρθε ένας κύριος να με χαιρετήσει, λέγοντάς μου “Γεια είμαι ο Αρκάς”. Αργότερα γίναμε φίλοι για διάφορους λόγους».

Γιατί δεν εμφανίζεται δημοσίως

«Αν θέλετε ένα σχόλιο πιο προσωπικό σε ότι αφορά την επιλογή του να μην εμφανίζεται -φαντάζομαι ότι αν το διαβάσει δεν θα μου κακιώσει- θα έλεγα ότι υπάρχει μία διάθεση να μην ανακατεύεται πολύ με τον κόσμο. Φαντάζομαι ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν θα στριμωχνόταν σε ένα λεωφορείο, δεν θα “πατιόταν” σε μία ουρά για να βγάλει εισιτήρια για μια καλή παράσταση ή κάτι τέτοιο. Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος προτιμάει να κρατάει μία απόσταση από τον κόσμο και ιδίως αυτή την περίοδο δεν είναι και ό,τι το θελκτικότερο υπάρχει. Πρόκειται για μία πιο φιλοσοφική στάση ζωής ή όπως αλλιώς θέλετε να την χαρακτηρίσετε…».

magz3

Γράφει ο ίδιος τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του;

«Αν δείτε και τα οπισθόφυλλα των βιβλίων του, τα οποία είναι επίσης σε τρίτο πρόσωπο -παρά το γεγονός ότι δεν τον έχω ρωτήσει-, έχω την εντύπωση ότι πρέπει να τα γράφει ο ίδιος. Κι εγώ άλλωστε το ίδιο κάνω. Τα οπισθόφυλλα των μυθιστορημάτων ή άλλων βιβλίων μου τα γράφω ο ίδιος, δεν ζητάω να τα γράφει κάποιος άλλος. Και φαντάζομαι ότι εφόσον στα οπισθόφυλλά του γράφει σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του, δεν το κάνει μέσα σε κάποιο παραλήρημα μεγαλείου. Το κάνει όμως για να εκφράσει την κατάσταση, στην οποία εδώ και πολύ καιρό διατελεί, χωρίς να διατηρεί μία δημόσια προσωπική εικόνα μολονότι διαθέτει δημόσια εικόνα εξαιτίας των έργων του.

Δεν αγαπάει τη δημοσιότητα και κατά συνέπεια, μοιραία, και τους δημοσιογράφους. Μην ξεχνάτε ότι διάφορα ποιήματα του Πεσόα κυκλοφορούσαν όσο ζούσε με ψευδώνυμο και ο κόσμος θαύμαζε το συγκεκριμένο ποιητή χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Αφού πέθανε, τον έψαξαν, τον προέβαλαν, βγήκαν φωτογραφίες του στη δημοσιότητα. Ο ίδιος υπέγραφε με ψευδώνυμο όχι επειδή μισούσε τον κόσμο, αλλά γιατί δεν ήθελε να έρχεται αντιμέτωπος με ερωτήματα όπως: “γιατί έγραψες αυτό και γιατί το έγραψες έτσι;”. Εξάλλου, από τη στιγμή που δημοσιεύονται βιβλία ή κόμιξ είναι έκθετα σε οποιαδήποτε ανάγνωση ή κριτική. Ο αναγνώστης μπορεί να τα βρει θεϊκά, σιχαμένα ή οτιδήποτε άλλο», εξηγεί ο Πέτρος Μαρτινίδης.

fr

Η σχέση του Αρκά με τη ζωή και το θάνατο

«Η επιθανάτια αγωνία είναι ένα στοιχεία που συναντάει κανείς στα βιβλία του Αρκά. Στην προσωπική του ζωή πάντως είναι μια χαρά. Πηγαίνει διακοπές, σινεμά, θέατρο. Βρίσκεται ανάμεσά μας. Ένας κανονικός άνθρωπος. Δεν ξέρω πάντως εάν έχει και κάποια οπισθόβουλη διάθεση, η οποία υπαγορεύει ότι αυτή η διάθεση μυστηρίου του Αρκά κάνει πιο θελκτικό το έργο του. Δεν νομίζω όμως. Παραείναι γενναιόδωρος άνθρωπος στην προσωπική του ζωή για να κάνει τέτοιες μικρότητες. Έτσι κι αλλιώς όταν διαβάζει κανείς τα βιβλία του, τα χαίρεται, επομένως τι σημασία μπορεί να έχει ποιος είναι ο Αρκάς;», λέει ο Πέτρος Μαρτινίδης.

Γιώργος Μπαζίνας, εκδότης ΒΑΒΕΛ ιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου Παρά Πέντε

magz8

Η γνωριμία του εκδότη του ιστορικού περιοδικού «ΒΑΒΕΛ» και μετέπειτα του περιοδικού «Παρά Πέντε» μετράει πάνω 30 χρόνια. Ο Αρκάς μφανίζεται για πρώτη φορά στη «ΒΑΒΕΛ» με τον… ανασφαλή «Κόκκορα» το 1981. Ο Γιώργος Μπαζίνας συνεργάστηκε με τον Αρκά και αργότερα στα περιοδικά που διαδέχθηκαν τη «ΒΑΒΕΛ»: στο «Παρα Πέντε» και στο «Μικρό Παραπέντε». Για τον ίδιο, ακόμα και στα πρώτα του βήματα, ο Αρκάς ήταν ένας από τους πιο ολοκληρωμένους καλλιτέχνες της εποχής του.

«Μεγάλο περιοδικό της εποχής τον είχε απορρίψει»

arkasvavel

«Αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσε να σας βοηθήσει στη γενικότερη εικόνα του Αρκά, είναι πως όταν έφερε τα σκίτσα του για πρώτη φορά στη ΒΑΒΕΛ, είχε ήδη διαμορφώσει την καλλιτεχνική του αντίληψη. Είχε μελετήσει και είχε αναπτύξει την τεχνική που εμπεριέχει το comic-strip, τα σκιτσάκια του όπως εμφανίζονται στον Κόκκορα. Η δουλειά που συνήθως μας έφερναν οι νέοι καλλιτέχνες, ήταν τις περισσότερες φορές ατελής, πρωτόλεια και χρειαζόταν επεξεργασία για να λάβει δημοσιεύσιμη μορφή. Ο Αρκάς αντιθέτως ήταν ολοκληρωμένος δημιουργός. Όχι μόνο στην τεχνική, αλλά και στο διαβρωτικό του χιούμορ. Διέθετε εξαρχής πρωτότυπο και εφευρετικό υλικό, γι’ αυτό άλλωστε κι έγινε αμέσως δημοφιλής ανάμεσα στους αναγνώστες μας, τους οποίους είχαμε συνηθίσει στα πιο προωθημένα ευρωπαϊκά κόμικς και τους μεγαλύτερους χιουμορίστες της εποχής. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα σεμνός, δεν εμφανίστηκε ποτέ ο ίδιος, παρά έστειλε τη δουλειά του με μια φίλη του να μας τη δείξει. Τον γνώρισα όταν εξέφρασα την εκτίμησή μου για τη δουλειά του και ζήτησα την άμεση δημοσίευση των έργων του. Αυτό που είναι σημαντικό να ειπωθεί επίσης, είναι ότι η δουλειά του ήταν εκτός αποδεκτών πλαισίων της εποχής, ελευθερόστομη και αλογόκριτη στην έμπνευσή της. Γνωρίζω μάλιστα ότι πριν έρθει σε εμάς, είχε κάνει μια απόπειρα επαφής με μεγάλο εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής κι εκείνη τον απέρριψαν πανηγυρικώς ως μη συμβατό με τα χρηστά ήθη και τη σεμνοτυφία των αναγνωστών τους».

Άννα Πατάκη, εκδότρια – εκδόσεις Πατάκη

magz9

Η Άννα Πατάκη, γνώρισε πρόσφατα τον Αρκά μέσω τηλεφώνου με αφορμή το βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ, «Έρως Ανίκατε Μάσαν», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Η γνωριμία της μαζί του περιορίστηκε στις τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις που αφορούσαν στο εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου.

«Ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ, μου είπε κάποια στιγμή συζητώντας για το εξώφυλλο, ότι θα ήθελε πάρα πολύ να έχει ένα έργο του Αρκά. Έτσι, βρήκα το τηλέφωνό του και τον κάλεσα. Δεν σας κρύβω βέβαια ότι ήταν μία καλή αφορμή για να τον γνωρίσω κι εγώ, καθότι είμαι θαυμάστριά του. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και τον ρώτησα αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο από τα σκίτσα του. Ήταν πολύ ευγενικός, γνώριζε το έργο του Κορτώ και μου ζήτησε να του μεταφέρω ότι είναι θαυμαστής του. Στη συνέχεια με κάλεσε να διαλέξω μία εικόνα του με την προϋπόθεση να μην κοπεί, αλλά να τυπωθεί ολόκληρη στο εξώφυλλο. Διαλέξαμε τη συγκεκριμένη εικόνα, η οποία είναι εμβληματική για τον ίδιο τον Αρκά, και ταίριαζε απόλυτα στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Αρχικά είχα σκεφτεί να του ζητήσω να σχεδιάσει κάτι ειδικά για το βιβλίο. Εκείνος όμως μου απάντησε ότι δεν σχεδιάζει για τρίτους. Άφησε όμως το ελεύθερο στην περίπτωση κατά την οποία μου άρεσε κάποιο από τα ήδη υπάρχοντα σκίτσα του, να επιλέξω ένα από αυτά».

Ως επιμύθιο στο αφιέρωμα που ποτέ εκείνος δεν θα ζητούσε, επιλέγοντας να εμφανίζεται μέσα από τα σκίτσα του και όχι μέσω της αδηφάγου δημοσιογραφικής διάθεσης για έκθεση προσώπων και πραγμάτων, αφήσαμε ένα σκίτσο.

Το σκίτσο αυτό ήρθε στη δημοσιότητα το 1982, μετά από επιθυμία των αναγνωστών του περιοδικού «ΒΑΒΕΛ» να δουν μία φωτογραφία του. Σε απάντησή τους, ακολούθησε δημοσίευση στο περιοδικό με ένα σκίτσο του Αρκά, στο οποίο εικάζεται ότι ο γενειοφόρος άνδρας που εικονίζεται είναι ο ίδιος. Το σχόλιο που συνόδευε τη φωτογραφία ανέφερε: «Πολλοί αναγνώστες μας ζήτησαν επίμονα μια παρουσίαση του Αρκά, πιστεύοντας πως μετά από ένα χρόνο και ένα μήνα ζωής στις σελίδες της βαβέλ είναι καιρός να γίνουν οι συστάσεις. Εμείς πιστεύουμε πως το αίτημα είναι λογικό και δίκαιο. Όμως ο Αρκάς είναι τύπος εξαιρετικά συνεσταλμένος για να δεχτεί οποιαδήποτε προβολή του. Χρειάστηκε ιδιαίτερη επιμονή για να υπερνικήσουμε αυτή την έμφυτη σεμνότητά του και ιδού το αποτέλεσμα:

magz10magz1

Ο επίσημος ιστότοπος του Αρκά: www.arkas.gr

ΤΕΧΝΕΣ

Α΄ πανελλήνιο βραβείο ποίησης στον ιερέα Ηλία Μάκο με θέμα τα 200 χρόνια από το 1821

Published

on

Πρώτο βραβείο ποίησης, κατέκτησε ο Θεσπρωτός ιερέας π. Ηλίας Μάκος στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών για το 2021, με θέμα: «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση (1821-2021)».

 

Ο π. Ηλίας Μάκος συμμετείχε στο διαγωνισμό με το ποίημα «Λιτανεία Ηρώων». Το μήνυμα του ποιήματος, είναι ότι όλοι οι ήρωες πέρασαν από το δρόμο της θυσίας, προκειμένου να υπερασπιστούν σπιθαμή προς σπιθαμή της ελληνικής γης, να διαφυλάξουν τα όσια και τα ιερά.

Οι στίχοι δίνουν νόημα και αναδεικνύουν το γεγονός, «ότι γενιά τη γενιά, κρίκο τον κρίκο, δέθηκε η άθραυστη αλυσίδα για να κρατηθούν με το όραμα της λευτεριάς ζωντανό, οι Έλληνες στα χρόνια της σκλαβιάς», όπως χαρακτηριστικά επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιερέας.

Στη «Λιτανεία Ηρώων», όπως αναφέρει ο π. Ηλίας, προβάλλεται ο ραγιάς να διεκδικεί το δικαίωμά του να ζήσει και να μην πεθάνει, ορμώντας με τόλμη κατά του τυράννου και προσθέτει: «Η Ελλάδα δεν έχει μόνο ένα δρόμο θυσίας. Έχει πολλούς δρόμους θυσίας. Κάθε γωνιά της, και ένας δρόμος θυσίας».

Μέσα από τους στίχους της «Λιτανείας Ηρώων» καταγράφεται η προτροπή να αγαπηθούν τα ιδανικά, που το 1821 συμβολίζει.

Ο π. Ηλίας Μάκος, κληρικός με πανεπιστημιακές σπουδές, έχει διακριθεί κατά το παρελθόν και σε άλλους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Το εικαστικό τμήμα καλών τεχνών ΑΠΘ έφτιαξε τη δική του Guernica.

Published

on

Πριν από πολλά χρόνια, ο Πικάσο ζωγράφιζε την Guernica, ένα μνημειώδες έργο που αποτύπωνε την κραυγή του ενάντια στη φρίκη και τη φασιστική βαρβαρότητα.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Εικαστικού (Καλών Τεχνών) του ΑΠΘ ολοκλήρωσαν πρόσφατα στην Πρυτανεία του ΑΠΘ ένα αντίγραφο της Guernica, που αποτυπώνει τη σύγχρονη βαρβαρότητα του αστικού κράτους, των δυνάμεων καταστολής και των Πρυτανικών Αρχών, που συνεργάστηκαν άψογα για να τσακίσουν την κινητοποίηση των φοιτητών.

 

Λένε πως όταν μπήκαν οι Ναζί στο Παρίσι -όπου βρισκόταν ο πίνακας- ένας αξιωματούχος τους ρώτησε τον Πικάσο αν είχε φτιάξει αυτός το συγκεκριμένο έργο και ο μεγάλος ζωγράφος του απάντησε:
-Όχι, εσείς το κάνατε.

Αν ο Πρύτανης του ΑΠΘ ρωτήσει σήμερα τους φοιτητές ποιος έκανε αυτό το έργο, μπορούν να του απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο.

 

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Νίκος Καββαδίας: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..»

Published

on

kavadias 234545

 

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, για μερικά χρόνια έζησαν στην Κεφαλονιά και μετά στον Πειραιά. Το 1929 ο Καββαδίας πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης σε φορτηγό. Τον «Άγιο Νικόλαο».

 

Ταξίδεψε για μερικά χρόνια, θέλοντας να γίνει καπετάνιος, μα έχοντας χάσει καιρό με τις περιπλανήσεις του, αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Με μια διακοπή για να πολεμήσει στην Αλβανία, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1944 και μετά ταξίδεψε αδιάκοπα σε όλο τον κόσμο, μέχρι τον Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες αργότερα, θα φύγει από εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ο Νίκος Καββαδίας ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του….

 

Ας τον γνωρίσουμε μέσα από το έργο του..

 

«Θυμάμαι την πρώτη μου αναχώρηση μ’ ένα μεγάλο ποστάλε. Τη στιγμή εκείνη που πραγματοποιούσα το λαμπρότερον όνειρό μου, ήμουνα γιομάτος αμφιβολία και φόβο. Θυμάμαι την κωμικοτραγικήν αρρώστια της θάλασσας, που για καιρό με βασάνιζε. Έπειτα τις αφίξεις στα χαρούμενα λιμάνια της Μεσογείου. Η Μαρσίλλια, η Νεάπολις, η Μπαρτσελόνα, οι βαμμένες γυναίκες των μπαρ, οι συχνές αναχωρήσεις, οι γυναίκες που ταξιδεύουνε, οι αποχαιρετισμοί, τα δάκρυα, οι σβησμένοι λυγμοί και τα μαντίλια, που ανεμίζονταν μ’ είχαν τόσο μαγέψει, ώστε να σβηστεί κάθε αμφιβολία και φόβος που είχε γεννηθεί μέσα μου.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ύστερα στα μαύρα, σαν πένθιμα, φορτηγά. Δεν υπάρχει θλιβερότερη αναχώρηση, και η ζωή μέσα σ’ αυτά είναι πένθιμη. Η σιγή που βασιλεύει είναι βασανιστική.

 

Εδώ μέσα στα φορτηγά δεν μιλούν ποτέ δυνατά. Οι πλώρες είναι πάντα σκοτεινές, γεμάτες βαριά μυρωδιά, και μοιάζουν σαν μεγάλα κελιά φυλακών.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)»
Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

 

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σαν μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

 

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να τη φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

 

Γιατί είναι τ’ άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

 

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
αυτός όπου είδε πράματα στη ζήση του φριχτά
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

 

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτοι μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουνε θερμή γυναίκα αγαπητή.

 

(Οι γάτες των φορτηγών, Μαραμπού)

 

Ένα ιστιοφόρο… Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι θα πει ιστιοφόρο.. Οι στεριανοί όταν τα βλέπουνε να ταξιδεύουν με πρίμον αγέρα ή να μπαίνουν κατάλευκα και γεμάτα υπερηφάνεια στα λιμάνια τα ζηλεύουν… Έκαμα μέσα σε κάποιο ένα ταξίδι που βάστηξε οκτώ ολόκληρους μήνες…

 

Φύγαμ’ ένα πρωί από την Νέα Υόρκη φορτωμένοι άδεια σακιά κατευθείαν για το Σίδνεϊ. Είμαστε πλήρωμα κάπου ενενήντα. Στα ιστιοφόρα μπορεί κανείς να βλέπει το χρόνο που φεύγει ιδίως ποτέ να κοιτάζει ρολόι. Αυτό είν’ ένα πράγμα βασανιστικό και φρικτό…

 

Κάποτε που δεν είχε αγέρα καθίσαμε είκοσι ολόκληρες μέρες στο ίδιο μέρος… Είκοσι ολόκληρες μέρες στη μέση της θάλασσας… Τότε τρώγαμε λίγο και πίναμε ακόμη λιγότερο από φόβο μήπως σωθούνε τα τρόφιμα και το νερό… Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ψαρεύαμε. Ανεβαίναμε στα ξάρτια. .. Όταν εφύσηξε ο αγέρας αλαλάξαμε σαν ανθρωποφάγοι κι ύστερα από έναν μήνα παρακαλούσαμε να καλμάρει…

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Στο ημερολόγιο γράψαμε : «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S.μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

 

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

 

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

 

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

 

Συχώρεσέ με… Κάποτες οπού ‘χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευσε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

 

Συχώρεσέ με…Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλισα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

 

Κι ακόμα, Κύριε…ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

 

Κύριε…ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια έχω χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει…

 

(Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου, Μαραμπού)

 

Αλήθεια πόσους παράξενους ανθρώπους έχω γνωρίσει. Σε κάποιο Ολλανδέζικο φορτηγό είδα τον πιο παράξενο άνθρωπο. Ήταν ένας Γιαπωνέζος θερμαστής. Όταν δεν είχε βάρδια, ξαπλωνόταν γδυμένος από τη μέση κι απάνω και διάβαζε ξαπλωμένος τα μπρούμυτα ένα παράξενο βιβλίο γιομάτο σχήματα. Η πλάτη του ήταν στιγματισμένη σαν ένα μαντίλι γιαπωνέζικο. Γιομάτη πουλιά και δέντρα. Γύρω του μαζεύονταν δυο ναύτες και παίζαν στη ράχη του με μια τράπουλα μαυρισμένη. Αυτός δε μιλούσε καθόλου και μόνον όταν το παιχνίδι άναβε και χτυπούσαν τα τραπουλόχαρτα στη ράχη του αυτός με μια κίνηση των ώμων του τ’ ανακάτωνε και οι δυό τους, χωρίς να πουν τίποτα, ξανάρχιζαν ήρεμοι πια το παιχνίδι.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

 

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή–
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

 

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

 

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

 

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

 

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ‘πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

 

(Θεσσαλονίκη, Πούσι)

 

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

 

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

 

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

 

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

 

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

 

(Οι προσευχές των ναυτικών, Μαραμπού)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

 

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάννα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«΄Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

 

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

 

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

 

(Mal du Depart, Μαραμπού)

 

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

 

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

 

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

 

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

 

Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

 

(Kuro Siwo, Πούσι)

 

Αγνάντευε απ’ το κάσσαρο τη θάλασσα ο «Πυθέας»
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυό γυμνές γυναίκες στη στεριά.

 

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

 

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ’ αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες
– μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες –
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ’ την Κίνα.

 

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

 

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

 

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα ή ντροπή.

 

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ’ όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το’ χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

 

(Σπουδή Θαλάσσης, Τραβέρσο)

Continue Reading

Η εφημεριδα της Παργας

April 2026
MTWTFSS
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930 

ΠΑΡΓΑ LIVE WEB CAM

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Αυτός είναι ο δράστης της ένοπλης ληστείας στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ληστεία και πυροβολισμοί στην Πάργα: Δράστες απείλησαν τον ιδιοκτήτη και πυροβόλησαν για να διαφύγουν

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Από την Πάργα στη Φλόριντα: Ο Βασίλης Γεραλέξης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SUP

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Εντοπίστηκε η σορός του 63χρονου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

θρίλερ με τον 62χρονο ψαρά που γλίστρησε από το καΐκι κι έπεσε στη θάλασσα – «τον είδε να βυθίζεται…»

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Πάργα: Ληστεία σε κατάστημα χρυσαφικών και κλοπή αυτοκινήτου από τους δράστες

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ολονύκτιες έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου ψαρά στην Πάργα

ΑΘΛΗΤΙΚΑ2 years ago

Η ζώνη του Κόκκορη έσφιξε τον Πήγασο και έστειλε την Πάργα στην 3η θέση!

ΠΑΡΓΑ12 months ago

Ανέφικτη στις παρούσες συνθήκες η 24ωρη λειτουργία του Κέντρου Υγείας Πάργας σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Πάργα: το 60% των καταλυμάτων θα ανοίξουν το Πάσχα

ΑΓΙΑ1 week ago

Υπογράφουμε τώρα ενάντια στα αιολικά πάρκα στην Πάργα

  Κείμενο υπογραφών πολιτών ενάντια στα «αιολικά πάρκα» ισχύος 84 (2Χ42)MW στις «ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ» και «ΣΩΡΙΑΣΤΟΝ» της Δ.Ε. Πάργας, του Δήμου...

ΑΓΙΑ3 weeks ago

Μαζική συνέλευση στην Αγιά κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών

Μαζική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στην Αγιά Πάργας με θέμα την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στο χωριό. Η συνέλευση διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του πολιτιστικού...

Δημος Παργας1 month ago

Κάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση

Σχετικά με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς του κ. Γκούμα, ο οποίος άλλωστε τους συνηθίζει, περί δήθεν ψευδών...

ΑΠΟΨΕΙΣ1 month ago

Ανακοίνωση της παράταξης «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ» για πρόγραμμα INTERREG στον Δήμο Πάργας

Ανακοίνωση σχετικά με τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2026 εξέδωσε η παράταξη «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ». Σύμφωνα με...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ1 month ago

Αγώνας με φιλανθρωπικό χαρακτήρα τη Δευτέρα 17:00 στην Πάργα

Τη Δευτέρα η ομάδα μας αντιμετωπίζει σε φιλικό παιχνίδι τον ΠΑΣ Αχέρων Καναλακίου στο Δημοτικό Στάδιο Πάργας. Ο αγώνας έχει...

ανεμογεννήτριες στην Αγιά ανεμογεννήτριες στην Αγιά
ΑΓΙΑ1 month ago

«Όχι» του Δήμου Πάργας στη μελέτη για ανεμογεννήτριες στην Αγιά

Με ομόφωνη απόφαση, το Δημοτικό Συμβούλιο Πάργας γνωμοδότησε αρνητικά στη μελέτη περιβάλλοντος για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στη θέση Περίβλεπτον, στην...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ