Connect with us

ΤΕΧΝΕΣ

Ωδή στο Νίκο Καββαδία

Published

on

Ωδή στο Νίκο Καββαδία

Τέτοιες μέρες, το Φλεβάρη του 1975 στις δέκα του μηνός, πεθαίνει σε κάποια κλινική των Αθηνών, ένας μοναδικός, ξεχωριστός και σπάνιας ευαισθησίας ποιητής, ο Νίκος Καββαδίας. Μέχρι τότε, ήταν γνωστός, εκτός από τους οικείους του, μονάχα στους λογοτεχνικούς κύκλους, τους ναυτικούς και σε κάποιους μυημένους στα νερά της ποίησης, όπου έπλεε εκείνη την εποχή μοναχικά, η σκοτεινή μελαγχολία του Καρυωτάκη. 

Η επιτυχία που γνώρισε μετά θάνατον δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι το έργο του έπεσε στα άξια χέρια συνθετών όπως ο Γιάννης Σπανός, η Μαρίζα Κοχ και αργότερα ο Θάνος Μικρούτσικος. Έγκειται κυρίως στο ότι, αυτός ο γλυκύτατος και καλός άνθρωπος, ταυτίστηκε υποσυνείδητα στη σκέψη των αναγνωστών, με έναν γοητευτικό θείο, που όλοι θα ήθελαν να είχαν και οποίος ερχόταν στα κυριακάτικα τραπεζώματαστάζοντας την αρμύρα μακρυνών θαλασσών, ίδιος Σεβάχ, για να διηγηθεί κάθε φορά με τρόπο απόλυτα βιωματικό, εξωτικές ιστορίες σαν παραμύθια που αφήναν τη φαντασία να δραπετεύει και ναανεμίζει ελεύθερη σαν λυτή κόμμη γυναικός. 

Οι ιστορίες του, γεμάτες ευλάβεια για την ανερμήνευτη θάλασσα, δέος για τις γυναίκες, ως καρτερικές μάνες και αδελφές, υπομονετικέςερωμένες και πόρνες αλλά και πλημμυρισμένες συμπόνοια για τους ναυτικούς και το πικρό ψωμί που βγάζουν σε τούτο το σκληρό, ωστόσο, αγαπημένο επάγγελμα για το οποίο προορίζεται κανείς από τη μοίρα, δεν το επιλέγει εκ των υστέρων.

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μία μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας, στην περιοχή του Χαρμπὶν στην Κίνα που ήταν στρατιωτικη βάση των Ρώσων. Εκεί οφείλεται το ρώσικο παρατσούκλι του Καββαδία «Κόλλιας» αλλά και η παντοτινή του αγάπη για την Κίνα, όπως και η διάθεσή του να δηλώνει «μισοκινέζος»

Ο πατέρας του ήταν επιχειρηματίας. Διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου και διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσαρικού στρατού.

Στη διάρκεια, όμως,  της επανάστασης των μπολσεβίκων, έχασε όλη του την περιουσία. Το 1914, στις αρχές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, η οικογένεια ήρθε στην πατρώα Κεφαλονιά. Ο πατέρας Καββαδίας ξαναπήγε στη Ρωσία για να τακτοποιήσει τις επιχειρηματικές του υποθέσεις, αλλά γύρισε πίσω κατεστραμμένος οικονομικά.

Τα μικρά απομείναν ξαφνιασμένα στο ανύποπτο ως τότε και ήσυχο Αργοστόλι, που άρχιζε να το ταρακουνά ο απόηχος του πολέμου.Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, ατμάκατοι, συμμαχικός στρατός, Άγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι. Τα παιδιά της οικογένειας βρίσκονταν έκθαμβακάθε απόγευμα με τη νταντά στην προκυμαία.

Ο Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατά τη συνήθειά του για να κάνει φιλίες με στρατιώτες του συμμαχικού στρατού, κατά προτίμηση τους Σενεγαλέζους που τον εντυπωσίαζαν με το χρώμα τους και το μπόιτους καθώς τον σήκωναν ψηλά στα χέρια τους και του χαρίζανε ταινίεςαπό τα καπέλα τους καὶ μικροαντικείμενα. Η οικογένεια ξέμεινε στην Κεφαλονιά και ο πατέρας αποκλείστηκε στη Ρωσία. Επτά ολόκληρα χρόνια χάθηκαν τα ίχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, έχασε ως και το τελευταίο του ρούβλι.

Γύρισε το 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, άρρωστος και το χειρότερο, ξένος και ανήμπορος να προσαρμοστεί στις βίαιες ανατροπές. Η οικογένεια μετακόμισε στον Πειραιά, όπου ο Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό με συμμαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον πάπα-Πυρουνάκη. Εκεί στο Δημοτικό, άρχισε να εκδηλώνει κάποιακλίση προς το γράψιμο. Με συνδρομές που πήρε από θείες, θείους και φίλους έβγαλε ένα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικό που είχε τίτλο«Σχολικός Σάτυρος» (με ύψιλον από άγνοια προφανώς) όπου σατίριζε τους συμμαθητές του.

Ο Καββαδίας είχε αποστροφή για τον κυκλοθυμικό πατέρα του που κουβαλούσε την οργή του ξεπεσμένου. Στο επικό μυθιστόρημά του«Βάρδια», όπου τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δεσπόζουν θα γράψει:

«Ο πατέρας μου… ο λαθρέμπορας του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίκτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα» 

Στο γυμναστήριο της γειτονιάς όπου σύχναζε, ο Καββαδίας γνώρισε τον πρωταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μενεξή και πήρε μαζί του μαθήματα. Κι ενώ η κράση του και ο χαρακτήρας του δεν δικαιολογούσαν μία τέτοια επίδοση, αυτός  σε όλη τη ζωή του δὲν έπαψε ν᾿ αγαπάει αυτό το άθλημα.

Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ΄αδέρφια του τελειώσανε και το Γυμνάσιο. Εκεί είχε συμμαθητή το γιό του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα Αποστολίδη, που τον σύστησε στον πατέρα του. Μένανε σ᾿ ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. Ο Καββαδίας πήγαινε συχνά κι ο Νιρβάναςυπήρξε για τον δεκαπεντάχρονο Καββαδία ο πρώτος δάσκαλος. Του διάβαζε τα ποιήματα που έγραφε – βρίσκεται ανάμεσα στα βιβλία της εποχής εκείνης ένας μικρός τόμος με χρονογραφήματα και με την αφιέρωση: «Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, από εκτίμηση στο νεαρό του τάλαντο».

Συχνά ο ηλικιωμένος συγγραφέας και ο νεαρός ποιητής κάνανε μακρινούς περιπάτους στους ήσυχους δρόμους του ήρεμου προαστίου με τις διάσπαρτες βίλες. Ένα είδος σιωπηλής λατρείας είχε ο μικρός Καββαδίας για τον πολιτισμένο και σοφό άνθρωπο, που του φέρθηκε ισότιμα.

Στα 18 του χρόνια, επηρεασμένος απο εκείνον, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Το 1929 ο πατέρας πέθανε από καρκίνο. Ο μικρός γιός είχε μπαρκάρει με τα καράβια και έγινε καπετάνιος σε φορτηγά. Ο Καββαδίας έπιασε δουλειά στο ναυτικό γραφείο του Ζωγράφου, που πρακτόρευε τα βαπόρια των αδερφών της μάνας του, αλλά γρήγοραάρχισε κι αυτός να φεύγει με τα καράβια. Τὸ 1933 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μαραμπού», που της αφιέρωσε διθυραμβική κριτική ο Φώτος Πολίτης στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Πρωΐα».

Το 1933 άφησαν τον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Μείνανε στην Κυψέλη – τα περισσότερα χρόνια, στο σπίτι της Οδού Αγίου Μελετίου 10. Εκεί τους βρήκε ο πόλεμος. Πήρε μέρος στοΑλβανικό και γύρισε από τους τελευταίους με τα πόδια,ταλαιπωρημένος, αδύνατος, τρώγοντας ό,τι του ΄διναν οι  νοικοκυρὲς στα χωριά απ΄ όπου περνούσε.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής έμεινε στην Αθήνα και πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε.

 

 

 

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα, ενώ μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν στο θάνατο του μικρού του αδερφού, Αργύρη, ο οποίος αυτοκτόνησε μέσα στην καμπίνα του το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και της ποιητικής συλλογής «Πούσι» το 1961.

Η Βάρδια, είναι ένα αριστούργημα που διαδραματίζεται όλο σε ένα καράβι. Σε αυτό το βιβλίο κάποιοι άντρες του πληρώματος, αξιωματικοί καταστρώματος κυρίως, και ναύτες, κι ένας δόκιμος της κουβέρτας,μαζί και ο ασυρματιστής Νικόλας, δηλαδή ο ίδιος ο Καββαδίας, καθώς κάνουν τη βάρδιά τους, συζητούν για διάφορα θέματα, για ταξίδια, γιαλιμάνια, για την Κεφαλονιά, για γυναίκες, για έρωτες, για την οικογένειά τους, για πολιτική, και το σπουδαιότερο αφηγούνται ιστορίες. Στο ίδιο βιβλίο ο Καββαδίας μιλάει για πρώτη φορά για τις εμπειρίες του στον πόλεμο της Αλβανίας. Στην ουσία, πρόκειται για μια εκ βαθέων εξομολόγηση του συγγραφέα της, ο οποίος επιχειρεί να τονίσει τη γεμάτη δυσκολίες ζωή των ναυτικών, αποθεώνοντάς τους.

Ο Νίκος Καββαδίας αφήνει την τελευταία του πνοή το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», χωρίς να προλάβει να δει τυπωμένη την ποιητική συλλογή “Τραβέρσο” την οποία ετοίμαζε από καιρό. Κηδεύτηκε στο Α΄Νεκροταφείο και η κηδεία του κάθε άλλο παρά ήταν “σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες”. 

Τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία, ενέπνευσαν συνθέτες της εποχής οι οποίοι και τα μελοποίησαν, κάνοντάς τον έτσι ευρύτερα γνωστό μέσω των τραγουδιών που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, αλλά και σκηνοθέτες/ντοκιμαντερίστες που αφιέρωσαν ταινίες στη ζωή και το έργο του.

To 1975 ο Γιάννης Σπανός καταθέτει στη δισκογραφία ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του σε ποίηση Νίκου Καββαδία, το οποίο περιλαμβάνεται στο δίσκο του “Τρίτη Ανθολογία”.

Με την υπέροχη ερμηνεία του Κώστα Καράλη “Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής”

Το 1977 κυκλοφορεί ο δίσκος της Μαρίζας Κωχ με τίτλο το όνομά της, με οχτώ μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, ενώ ο κύκλος τραγουδιών του Θάνου Μικρούτσικου το 1978 με τίτλο “Ο Σταυρός του Νότου” με ερμηνευτές τους Γιάννη Κούτρα, Αιμιλία Σαρρή και Βασίλη Παπακωνσταντίνου ακούγεται μέχρι σήμερα γράφονταςιστορία στην ελληνική μουσική.

Το 1982 προβάλλεται από την εκπομπή της ΕΡΤ “Παρασκήνιο” η ταινία του σκηνοθέτη Σταύρου Τορνέ με θέμα τη ζωή του ποιητή Νίκου Καββαδία.

Το 1983 ο Μιχάλης Τερζής μελοποιεί 3 ποιήματα του Νίκου Καββαδία και τα συμπεριλαμβάνει στο δίσκο του με τίτλο “Τα τραγούδια της Θάλασσας“, με ερμηνευτή τον Κώστα Καράλη.

Το 1986 κυκλοφορεί ο δίσκος S/S «IONION» 1934 των Ηλία Αριώτη και Νότη Χασάπη (υπογράφουν ως «Οι Ξέμπαρκοι») με έντεκα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία.

Tο 1987 οι Αδερφοί Κατσιμίχα στο δίσκο με τίτλο “Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις” μελοποιούν το ποίημα “Μαϊμού του ινδικού λιμανιού”.

Το 1991 κυκλοφορεί ο δίσκος του Θάνου Μικρούτσικου “Γραμμές των Οριζόντων” με όλα τα τραγούδια από τον “Σταυρό του Νότου” σε νέες εκτελέσεις και με την προσθήκη έξι ακόμα μελοποιημένων ποιημάτων με ερμηνευτές τους Γιώργο Νταλάρα, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα και τον ίδιο τον συνθέτη.

Το 1994 προβάλλεται η βιογραφική ταινία για τον ποιητή από τον Γάλλο Olivier Guitton.

Το 2002 για τη σειρά της ΕΡΤ “Εποχές και κείμενα” προβάλλεται ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Καββαδία, σε σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά καθώς και το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ “Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας”, του Ηλία Γιαννακάκη για τη σειρά της ΕΤ 1 “Παρασκήνιο”.

Το 2010 κυκλοφορεί αφιέρωμα της Λέξης (τχ. 202/2009), συνοδευόμενο από cd, στο οποίο ο Θάνος Μικρούτσικος διαβάζει 20 ποιήματα του Καββαδία.

Του ναύτη δος του στη στεριά κρεβάτι και να πιεί.

Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…

Μεσ΄ το μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί

κι έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες. 

(Από το Πούσι)

Τίποτα στα χεράκια μου, μάννα μου, δε φτουράει,

έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.

Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.

Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει

***

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.

Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά

σε κείνη την απίθανη σ΄ όλο τον κόσμο χώρα

που τα κορίτσια τόχουνε στα δίπλα ή και λοξά. 
(Από το Τραβέρσο

Τρία πράγματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.

Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών, 

των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες

και οι κατοικίες των κοιινών, χαμένων γυναικών.

***

Έχουνε μια παράξενη συγγένεια και τα τρία

παρ΄ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,

μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει

η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά. 
(Από το Μαραμπού

Πηγή 

ΤΕΧΝΕΣ

Α΄ πανελλήνιο βραβείο ποίησης στον ιερέα Ηλία Μάκο με θέμα τα 200 χρόνια από το 1821

Published

on

Πρώτο βραβείο ποίησης, κατέκτησε ο Θεσπρωτός ιερέας π. Ηλίας Μάκος στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών για το 2021, με θέμα: «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση (1821-2021)».

 

Ο π. Ηλίας Μάκος συμμετείχε στο διαγωνισμό με το ποίημα «Λιτανεία Ηρώων». Το μήνυμα του ποιήματος, είναι ότι όλοι οι ήρωες πέρασαν από το δρόμο της θυσίας, προκειμένου να υπερασπιστούν σπιθαμή προς σπιθαμή της ελληνικής γης, να διαφυλάξουν τα όσια και τα ιερά.

Οι στίχοι δίνουν νόημα και αναδεικνύουν το γεγονός, «ότι γενιά τη γενιά, κρίκο τον κρίκο, δέθηκε η άθραυστη αλυσίδα για να κρατηθούν με το όραμα της λευτεριάς ζωντανό, οι Έλληνες στα χρόνια της σκλαβιάς», όπως χαρακτηριστικά επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιερέας.

Στη «Λιτανεία Ηρώων», όπως αναφέρει ο π. Ηλίας, προβάλλεται ο ραγιάς να διεκδικεί το δικαίωμά του να ζήσει και να μην πεθάνει, ορμώντας με τόλμη κατά του τυράννου και προσθέτει: «Η Ελλάδα δεν έχει μόνο ένα δρόμο θυσίας. Έχει πολλούς δρόμους θυσίας. Κάθε γωνιά της, και ένας δρόμος θυσίας».

Μέσα από τους στίχους της «Λιτανείας Ηρώων» καταγράφεται η προτροπή να αγαπηθούν τα ιδανικά, που το 1821 συμβολίζει.

Ο π. Ηλίας Μάκος, κληρικός με πανεπιστημιακές σπουδές, έχει διακριθεί κατά το παρελθόν και σε άλλους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Το εικαστικό τμήμα καλών τεχνών ΑΠΘ έφτιαξε τη δική του Guernica.

Published

on

Πριν από πολλά χρόνια, ο Πικάσο ζωγράφιζε την Guernica, ένα μνημειώδες έργο που αποτύπωνε την κραυγή του ενάντια στη φρίκη και τη φασιστική βαρβαρότητα.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Εικαστικού (Καλών Τεχνών) του ΑΠΘ ολοκλήρωσαν πρόσφατα στην Πρυτανεία του ΑΠΘ ένα αντίγραφο της Guernica, που αποτυπώνει τη σύγχρονη βαρβαρότητα του αστικού κράτους, των δυνάμεων καταστολής και των Πρυτανικών Αρχών, που συνεργάστηκαν άψογα για να τσακίσουν την κινητοποίηση των φοιτητών.

 

Λένε πως όταν μπήκαν οι Ναζί στο Παρίσι -όπου βρισκόταν ο πίνακας- ένας αξιωματούχος τους ρώτησε τον Πικάσο αν είχε φτιάξει αυτός το συγκεκριμένο έργο και ο μεγάλος ζωγράφος του απάντησε:
-Όχι, εσείς το κάνατε.

Αν ο Πρύτανης του ΑΠΘ ρωτήσει σήμερα τους φοιτητές ποιος έκανε αυτό το έργο, μπορούν να του απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο.

 

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Νίκος Καββαδίας: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..»

Published

on

kavadias 234545

 

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, για μερικά χρόνια έζησαν στην Κεφαλονιά και μετά στον Πειραιά. Το 1929 ο Καββαδίας πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης σε φορτηγό. Τον «Άγιο Νικόλαο».

 

Ταξίδεψε για μερικά χρόνια, θέλοντας να γίνει καπετάνιος, μα έχοντας χάσει καιρό με τις περιπλανήσεις του, αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Με μια διακοπή για να πολεμήσει στην Αλβανία, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1944 και μετά ταξίδεψε αδιάκοπα σε όλο τον κόσμο, μέχρι τον Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες αργότερα, θα φύγει από εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ο Νίκος Καββαδίας ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του….

 

Ας τον γνωρίσουμε μέσα από το έργο του..

 

«Θυμάμαι την πρώτη μου αναχώρηση μ’ ένα μεγάλο ποστάλε. Τη στιγμή εκείνη που πραγματοποιούσα το λαμπρότερον όνειρό μου, ήμουνα γιομάτος αμφιβολία και φόβο. Θυμάμαι την κωμικοτραγικήν αρρώστια της θάλασσας, που για καιρό με βασάνιζε. Έπειτα τις αφίξεις στα χαρούμενα λιμάνια της Μεσογείου. Η Μαρσίλλια, η Νεάπολις, η Μπαρτσελόνα, οι βαμμένες γυναίκες των μπαρ, οι συχνές αναχωρήσεις, οι γυναίκες που ταξιδεύουνε, οι αποχαιρετισμοί, τα δάκρυα, οι σβησμένοι λυγμοί και τα μαντίλια, που ανεμίζονταν μ’ είχαν τόσο μαγέψει, ώστε να σβηστεί κάθε αμφιβολία και φόβος που είχε γεννηθεί μέσα μου.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ύστερα στα μαύρα, σαν πένθιμα, φορτηγά. Δεν υπάρχει θλιβερότερη αναχώρηση, και η ζωή μέσα σ’ αυτά είναι πένθιμη. Η σιγή που βασιλεύει είναι βασανιστική.

 

Εδώ μέσα στα φορτηγά δεν μιλούν ποτέ δυνατά. Οι πλώρες είναι πάντα σκοτεινές, γεμάτες βαριά μυρωδιά, και μοιάζουν σαν μεγάλα κελιά φυλακών.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)»
Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

 

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σαν μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

 

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να τη φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

 

Γιατί είναι τ’ άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

 

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
αυτός όπου είδε πράματα στη ζήση του φριχτά
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

 

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτοι μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουνε θερμή γυναίκα αγαπητή.

 

(Οι γάτες των φορτηγών, Μαραμπού)

 

Ένα ιστιοφόρο… Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι θα πει ιστιοφόρο.. Οι στεριανοί όταν τα βλέπουνε να ταξιδεύουν με πρίμον αγέρα ή να μπαίνουν κατάλευκα και γεμάτα υπερηφάνεια στα λιμάνια τα ζηλεύουν… Έκαμα μέσα σε κάποιο ένα ταξίδι που βάστηξε οκτώ ολόκληρους μήνες…

 

Φύγαμ’ ένα πρωί από την Νέα Υόρκη φορτωμένοι άδεια σακιά κατευθείαν για το Σίδνεϊ. Είμαστε πλήρωμα κάπου ενενήντα. Στα ιστιοφόρα μπορεί κανείς να βλέπει το χρόνο που φεύγει ιδίως ποτέ να κοιτάζει ρολόι. Αυτό είν’ ένα πράγμα βασανιστικό και φρικτό…

 

Κάποτε που δεν είχε αγέρα καθίσαμε είκοσι ολόκληρες μέρες στο ίδιο μέρος… Είκοσι ολόκληρες μέρες στη μέση της θάλασσας… Τότε τρώγαμε λίγο και πίναμε ακόμη λιγότερο από φόβο μήπως σωθούνε τα τρόφιμα και το νερό… Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ψαρεύαμε. Ανεβαίναμε στα ξάρτια. .. Όταν εφύσηξε ο αγέρας αλαλάξαμε σαν ανθρωποφάγοι κι ύστερα από έναν μήνα παρακαλούσαμε να καλμάρει…

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Στο ημερολόγιο γράψαμε : «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S.μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

 

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

 

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

 

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

 

Συχώρεσέ με… Κάποτες οπού ‘χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευσε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

 

Συχώρεσέ με…Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλισα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

 

Κι ακόμα, Κύριε…ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

 

Κύριε…ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια έχω χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει…

 

(Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου, Μαραμπού)

 

Αλήθεια πόσους παράξενους ανθρώπους έχω γνωρίσει. Σε κάποιο Ολλανδέζικο φορτηγό είδα τον πιο παράξενο άνθρωπο. Ήταν ένας Γιαπωνέζος θερμαστής. Όταν δεν είχε βάρδια, ξαπλωνόταν γδυμένος από τη μέση κι απάνω και διάβαζε ξαπλωμένος τα μπρούμυτα ένα παράξενο βιβλίο γιομάτο σχήματα. Η πλάτη του ήταν στιγματισμένη σαν ένα μαντίλι γιαπωνέζικο. Γιομάτη πουλιά και δέντρα. Γύρω του μαζεύονταν δυο ναύτες και παίζαν στη ράχη του με μια τράπουλα μαυρισμένη. Αυτός δε μιλούσε καθόλου και μόνον όταν το παιχνίδι άναβε και χτυπούσαν τα τραπουλόχαρτα στη ράχη του αυτός με μια κίνηση των ώμων του τ’ ανακάτωνε και οι δυό τους, χωρίς να πουν τίποτα, ξανάρχιζαν ήρεμοι πια το παιχνίδι.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

 

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή–
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

 

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

 

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

 

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

 

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ‘πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

 

(Θεσσαλονίκη, Πούσι)

 

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

 

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

 

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

 

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

 

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

 

(Οι προσευχές των ναυτικών, Μαραμπού)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

 

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάννα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«΄Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

 

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

 

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

 

(Mal du Depart, Μαραμπού)

 

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

 

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

 

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

 

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

 

Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

 

(Kuro Siwo, Πούσι)

 

Αγνάντευε απ’ το κάσσαρο τη θάλασσα ο «Πυθέας»
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυό γυμνές γυναίκες στη στεριά.

 

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

 

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ’ αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες
– μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες –
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ’ την Κίνα.

 

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

 

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

 

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα ή ντροπή.

 

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ’ όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το’ χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

 

(Σπουδή Θαλάσσης, Τραβέρσο)

Continue Reading

Η εφημεριδα της Παργας

April 2026
MTWTFSS
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930 

ΠΑΡΓΑ LIVE WEB CAM

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Αυτός είναι ο δράστης της ένοπλης ληστείας στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ληστεία και πυροβολισμοί στην Πάργα: Δράστες απείλησαν τον ιδιοκτήτη και πυροβόλησαν για να διαφύγουν

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Από την Πάργα στη Φλόριντα: Ο Βασίλης Γεραλέξης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SUP

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Εντοπίστηκε η σορός του 63χρονου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

θρίλερ με τον 62χρονο ψαρά που γλίστρησε από το καΐκι κι έπεσε στη θάλασσα – «τον είδε να βυθίζεται…»

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Πάργα: Ληστεία σε κατάστημα χρυσαφικών και κλοπή αυτοκινήτου από τους δράστες

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ολονύκτιες έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου ψαρά στην Πάργα

ΑΘΛΗΤΙΚΑ2 years ago

Η ζώνη του Κόκκορη έσφιξε τον Πήγασο και έστειλε την Πάργα στην 3η θέση!

ΠΑΡΓΑ12 months ago

Ανέφικτη στις παρούσες συνθήκες η 24ωρη λειτουργία του Κέντρου Υγείας Πάργας σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Πάργα: το 60% των καταλυμάτων θα ανοίξουν το Πάσχα

ΑΓΙΑ1 week ago

Υπογράφουμε τώρα ενάντια στα αιολικά πάρκα στην Πάργα

  Κείμενο υπογραφών πολιτών ενάντια στα «αιολικά πάρκα» ισχύος 84 (2Χ42)MW στις «ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ» και «ΣΩΡΙΑΣΤΟΝ» της Δ.Ε. Πάργας, του Δήμου...

ΑΓΙΑ3 weeks ago

Μαζική συνέλευση στην Αγιά κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών

Μαζική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στην Αγιά Πάργας με θέμα την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στο χωριό. Η συνέλευση διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του πολιτιστικού...

Δημος Παργας1 month ago

Κάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση

Σχετικά με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς του κ. Γκούμα, ο οποίος άλλωστε τους συνηθίζει, περί δήθεν ψευδών...

ΑΠΟΨΕΙΣ1 month ago

Ανακοίνωση της παράταξης «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ» για πρόγραμμα INTERREG στον Δήμο Πάργας

Ανακοίνωση σχετικά με τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2026 εξέδωσε η παράταξη «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ». Σύμφωνα με...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ1 month ago

Αγώνας με φιλανθρωπικό χαρακτήρα τη Δευτέρα 17:00 στην Πάργα

Τη Δευτέρα η ομάδα μας αντιμετωπίζει σε φιλικό παιχνίδι τον ΠΑΣ Αχέρων Καναλακίου στο Δημοτικό Στάδιο Πάργας. Ο αγώνας έχει...

ανεμογεννήτριες στην Αγιά ανεμογεννήτριες στην Αγιά
ΑΓΙΑ1 month ago

«Όχι» του Δήμου Πάργας στη μελέτη για ανεμογεννήτριες στην Αγιά

Με ομόφωνη απόφαση, το Δημοτικό Συμβούλιο Πάργας γνωμοδότησε αρνητικά στη μελέτη περιβάλλοντος για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στη θέση Περίβλεπτον, στην...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ