ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα, Αλβανίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και Βουλγαρίας. – Ποιες ήταν οι απώλειες της Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Πάργα του Αριστοτέλη Ωνάση

Σε μια πόλη με σκάφη που είχαν κουπιά, η παρουσία της «Χριστίνας» δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.

Πάργα/Photo: Unsplash
Η αγάπη του Ωνάση για την Πάργα ήταν τόσο μεγάλη που ήθελε να αγοράσει το νησάκι απέναντι από το κοσμοπολίτικο πλέον «χωριό» και να το μετονομάσει από «Παναγία» σε «Χριστίνα». Παράλληλα, ήθελε να εκμισθώσει για 50 χρόνια και την περιοχή του κάστρου της πόλης, κάτι που δεν του επετράπη να πραγματοποιήσει.
Βρήκα δύο ανθρώπους της Πάργας που έζησαν την περίπτωση της άφιξης της «Χριστίνας» με τα ίδια τους τα μάτια: την Γαλλίδα φωτογράφο, Françoise Berger, που ήταν μία από τις πρώτες ξένες τουρίστριες στην περιοχή και τον Σπύρο Ζυγούρη που καλέστηκε να παίξει μουσική στη θαλαμηγό του Έλληνα μεγιστάνα. Λόγω δύσκολης επικοινωνίας με τον Σπύρο Ζυγούρη, λόγω βαρηκοΐας, χρησιμοποιήσαμε και αποσπάσματα από τη συνέντευξή του στον συνάδελφο Σπύρο Πλέουρα για την εφημερίδα «Τομή».
Η περίπτωση της Γαλλίδας που έγινε «Παργινιά»
Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50. H θεία της Françoise Berger -από την πλευρά της μητέρας της- πήγαινε στο club Mediterannee της Κέρκυρας και ζήτησε από τους γονείς της -8χρονης τότε- φωτογράφου, να την επισκεφθούν. «Στους γονείς μου δεν άρεσε καθόλου η ιδέα να κάνουν διακοπές μέσω ενός τόσο μεγάλου και καλά οργανωμένου ομίλου και ρώτησαν τον επικεφαλής του club, αν υπήρχε ένα χωριό όπου δεν θα υπήρχε ακριβώς τίποτα. Ο επικεφαλής τούς απάντησε: “Στην Πάργα δεν υπάρχει ρεύμα, παρά μόνο ένας σωλήνας με πόσιμο νερό”. Στον πατέρα μου φάνηκε τέλεια ιδέα αυτό το μέρος».
Πράγματι. Ο πατέρας της Françoise ξετρελάθηκε με αυτό το «χωριό», με αποτέλεσμα να επιστρέψει εκεί με την οικογένειά του. Για να το κάνει αυτό, έπρεπε να «χαλάσει» δύο αυτοκίνητα, γιατί χρειαζόταν 6 ώρες ταξίδι από την Ηγουμενίτσα μέχρι την Πάργα.
«Δεν είχε δρόμο τότε. Αναγκάστηκε να αγοράσει ένα Citroen DS Pallas και με αυτό, τελικά, θυμάμαι ότι καταφέραμε να φθάσουμε. Κατασκηνώσαμε σε μια παραλία, αυτή του Βάλτου, με μια μεγάλη σκηνή. Εκεί, γνωρίσαμε μια μεγάλη ελληνική οικογένεια, αγοράσαμε ένα κομμάτι γης. Με αυτήν την ελληνική οικογένεια γίναμε πραγματικοί φίλοι και τώρα το παιδί τους, που σήμερα είναι 45 ετών, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Παρίσι, ζούσε στο σπίτι μας και είναι σαν αδελφός για εμένα», περιγράφει η Françoise στο Τravel.gr.
Η «Χριστίνα» του Ωνάση στην Πάργα
Σε ηλικία 15 ετών, η Françoise διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τίποτα στην Πάργα, παρά μόνο βάρκες με κουπιά. Όταν είδε, λοιπόν, να φθάνει αυτό το σκάφος, το οποίο ήταν κάτι μοναδικό για την περιοχή, άρχισε να το φωτογραφίζει. Η φωτογραφία είναι και η δουλειά που έχει ακολουθήσει και συνεχίζει μέχρι και σήμερα.
«Ο πρώτος μου εραστής μού έμαθε να βγάζω ασπρόμαυρες. Πριν 10 χρόνια, έκανα και έκθεση φωτογραφίας στο κάστρο της Πάργας» συμπλήρωσε η ίδια. To σκάφος που είδε να καταφθάνει ήταν η θαλαμηγός «Χριστίνα» του Αριστοτέλη Ωνάση, που στις 28 Ιουλίου του 1963 έδεσε στο λιμανάκι της Πάργας, στο «Πόντε».
«Όταν έφθασε, ήταν κάτι μαγικό για όλους. Γρήγορα κάλεσαν τον καλό μου φίλο, Σπύρο Ζυγούρη και τον Έκτορα Κλοτσώνη, τον οποίο αποκαλούσαν και «βασιλιά της Πάργας». Έπαιξε μάλιστα πολύ ωραίο μαντολίνο στο κατάστρωμα του πλοίου “Χριστίνα”» σημειώνει η Françoise.
Σύμφωνα με συνέντευξη του Σπύρου Ζυγούρη στην «Τομή στην ενημέρωση», ο ίδιος πήγε στη θαλαμηγό «Χριστίνα» του Ωνάση και καλωσόρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τους φιλοξενούμενους του Έλληνα μεγιστάνα και το πλήρωμα της θαλαμηγού, στην Πάργα. Από την πλευρά του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης ζήτησε από τον Σπύρο Ζυγούρη να βρει μουσικούς από την Πάργα γιατί ήταν τα γενέθλια της Τζάκι (28 Ιουλίου) και θα στηνόταν μια γιορτή στο σκάφος. Ο κ. Σπύρος Ζυγούρης απάντησε καταφατικά και έσπευσε να βρει μουσικούς από την Πάργα, για να ευχαριστήσουν τον Αριστοτέλη Ωνάση και την Τζάκι.
Όπως εξήγησε στην εφημερίδα Τομή, ο κ. Ζυγούρης βρήκε τον έμπορο, Μάρκο Δράκο, τον γραμματέα της κοινότητας, Νίκο Τσάγκα και τον «Βασιλιά της Πάργας», Έκτορα Κλοτσώνη, ο οποίος έπαιζε εκπληκτικό μαντολίνο, ενθουσίαζε τους ξένους και προσέφερε πάρα πολλά στον τουρισμό. Μπήκαν στη θαλαμηγό «Χριστίνα», έπαιξαν μουσική, τραγούδησαν, έφαγαν, ήπιαν και διασκέδασαν τον κόσμο. Ο Ωνάσης ευχαριστήθηκε τόσο πολύ, που θέλησε να προσφέρει 300 δολάρια στον καθένα, ως αμοιβή, για τη βραδιά που προσέφεραν. Η πρόταση έγινε πρώτα στον κ. Σπύρο Ζυγούρη και την αρνήθηκε. Το ίδιο έπραξαν και οι υπόλοιποι, κάτι που εντυπωσίασε τον Ωνάση.
Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήθελε να κατασκευάσει λιμάνι και δρόμο από την Πάργα προς την Πρέβεζα και να υλοποιήσει έργα ύδρευσης, γιατί τότε το νερό δεν επαρκούσε και δημιουργούνταν συνεχώς προβλήματα. Η κοινότητα δεν δέχθηκε την προσφορά του Ωνάση για το κάστρο -ίσως φοβήθηκαν μήπως ο Ωνάσης προέβαινε στην κατοχή του. Μετά πήγε στη Λευκάδα και αγόρασε τον «Σκορπιό. Η αλήθεια είναι ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης ερωτεύτηκε την Πάργα αλλά ίσως έφυγε λόγω πικρίας που δεν του δόθηκε η δυνατότητα να κάνει αυτά που ήθελε.
Σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη Ωνάση, η Francoise έρχεται στην Πάργα από το 1955. «Στην αρχή έκλαιγα γιατί δεν είχα φίλους. Μεγαλώνοντας όμως άλλαξα γνώμη. Η οικογένεια μου πλέον είναι η Ελλάδα. Το πεπρωμένο μου πλέον είναι η Ελλάδα».
ΙΣΤΟΡΙΑ
Σαν σήμερα το κοσμοιστορικό γεγονός της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας

– Θεμιστοκλής: «εστίν ημίν πατρίς αι διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι»
Ονομαστή ναυμαχία της αρχαιότητας, που διεξήχθη στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. (υπάρχει και η εκδοχή της 22ας Σεπτεμβρίου) στο στενό της Σαλαμίνας, κατά την οποία οι Έλληνες, με μικρές δυνάμεις, αλλά με άριστη τακτική, κατατρόπωσαν τον πανίσχυρο στόλο των Περσών.
Μετά την πτώση των Θερμοπυλών, οι Πέρσες του Ξέρξη προχώρησαν προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβαν εύκολα, γιατί οι Αθηναίοι την είχαν εγκαταλείψει. Είχαν πάρει χρησμό από το μαντείο των Δελφών, πως μόνο «τα ξύλινα τείχη» θα τους έσωζαν και τέτοια θεώρησαν τα καράβια τους, στα οποία και κατέφυγαν.
Μερικοί μόνο γέροντες, μη θέλοντας να ακούσουν τον Θεμιστοκλή ότι τα «ξύλινα τείχη» ήταν τα καράβια, έμειναν στην Αθήνα, κλείστηκαν στην Ακρόπολη κι έφτιαξαν γύρω πραγματικά ξύλινα τείχη. Όπως ήταν επόμενο, όταν έφθασαν οι Πέρσες, τούς σκότωσαν κι έκαψαν την Αθήνα. Σχεδόν με την είσοδο των Περσών στην Αθήνα, αγκυροβόλησε στον όρμο του Φαλήρου και ο περσικός στόλος, έχοντας παραπλεύσει την Εύβοια και το Σούνιο.
Οι Αθηναίοι, αφού μετέφεραν τα γυναικόπαιδα για περισσότερη ασφάλεια στην Αίγινα, μπήκαν στα καράβια τους και προετοιμάστηκαν για την αναμέτρηση με τους Πέρσες. Το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων, που έγινε στη Σαλαμίνα, υπήρξε θυελλώδες.
Ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης πρότεινε να δοθεί η ναυμαχία στον Ισθμό της Κορίνθου, με κυριότερο επιχείρημα ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα μπορούσαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα. Μαζί του συντάχθηκαν και οι Κορίνθιοι.
Ο Αθηναίος Θεμιστοκλής επέμενε να γίνει η ναυμαχία στη Σαλαμίνα και μαζί του συντάχθηκαν οι Μεγαρείς και οι Αιγινήτες. Πίστευε ότι εάν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις αγωνίζονταν σε ανοιχτή θάλασσα με τον τεράστιο σε όγκο περσικό στόλο δεν είχαν καμία ελπίδα νίκης, ενώ αντίθετα ήταν ιδανικό μέρος για τη ναυμαχία το στενό της Σαλαμίνας, όπου τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν.
Κατά τη διάρκεια του συμβουλίου, η ένταση ξεπέρασε τα όρια και μεταξύ των αρχηγών των Ελλήνων ανταλλάχτηκαν βαριές εκφράσεις. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος ειρωνεύτηκε τον Θεμιστοκλή, λέγοντάς του ότι δεν έχει πια πατρίδα, γιατί την Αθήνα την είχαν κυριεύσει οι Πέρσες.
Ο Θεμιστοκλής, όμως, του απάντησε περήφανα: «εστίν ημίν πατρίς αι διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι», γιατί από τα τριακόσια ελληνικά πλοία, τα διακόσια ήταν αθηναϊκά. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε μια στιγμή έντασης, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης σήκωσε τη ράβδο του για να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Εκείνος, τότε, ατάραχος τον αποστόμωσε με το περίφημο: «Πάταξον μεν, άκουσον δε».
Ο Ευρυβιάδης μπορεί να ήταν τυπικά ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, αλλά ο Θεμιστοκλής ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Για να επιταχύνει τη ναυμαχία μεταχειρίσθηκε το εξής τέχνασμα: Έστειλε κρυφά στους Πέρσες τον παιδαγωγό του Σίκινο να τους πει ότι δήθεν οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν από τη Σαλαμίνα κι αν θέλουν να τους νικήσουν να τρέξουν να τους προλάβουν.
Ό Ξέρξης έπεσε στην παγίδα και διέταξε να κυκλώσουν τον ελληνικό στόλο και να αποκλείσουν τη δίοδο υποχώρησής του προς τον Ισθμό της Κορίνθου. Κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, ο πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή κι εξόριστος στην Αίγινα Αριστείδης πέρασε τις γραμμές των Περσών με κίνδυνο τής ζωής του κι έφθασε στο πλοίο του Θεμιστοκλή. Αφού του αποκάλυψε τις κινήσεις του περσικού στόλου, του ανακοίνωσε ότι τώρα που ή πατρίδα τους βρίσκεται σε κίνδυνο ξεχνάει κάθε έχθρα που είχε μαζί του και δέχεται να πολεμήσει ως απλός στρατιώτης κάτω από τις διαταγές του.
Οι Πέρσες παρέταξαν γύρω στα 1.200 πολεμικά πλοία, αν και νεώτερες πηγές τα υπολογίζουν από 600 έως 800, ενώ οι Έλληνες περίπου 371 τριήρεις, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Την αυγή της 28ης ή 29ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. οι δύο στόλοι βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο, έτοιμοι για ναυμαχία. Ο Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη του, καθόταν σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, για να απολαύσει το πολεμικό θέαμα.
Πρώτοι όρμησαν οι Έλληνες, ψάλλοντες τον παιάνα: «Ω παίδες Ελλήνων ίτε, ελευθερούτε, πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων·νυν υπέρ πάντων αγών». Άρχισε, τότε, ένας αγώνας άγριος, σκληρός και φοβερός. Τα πολεμικά τραγούδια των Ελλήνων, οι σάλπιγγες, οι πολεμικές κραυγές, οι κρότοι από τα τρομερά έμβολα, οι φωτιές που πετούσαν οι Έλληνες στα περσικά καράβια, οι καπνοί, αλλά προπάντων η ναυτική τέχνη, η παλικαριά και η γενναιότητα των Αθηναίων και των Αιγινητών κατατρόμαξαν τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Φοίνικες. Μέχρι το μεσημέρι, η νίκη άρχισε να γέρνει προς τη μεριά των Ελλήνων.
Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα, ώσπου το βράδυ η θάλασσα ήταν γεμάτη από ξύλα και περσικά κορμιά. Οι Πέρσες είχαν νικηθεί. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40. Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ο Αριστείδης σε μια παράλληλη επιχείρηση αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με ομάδα επίλεκτων Αθηναίων οπλιτών και εξόντωσε την περσική φρουρά, που είχε αναπτυχθεί στη νησίδα του Σαρωνικού.
Ο Ξέρξης, ντροπιασμένος από την ήττα, κατέφυγε με τα υπολείμματα του στόλου του στον Ελλήσποντο. Στην Ελλάδα παρέμεινε ο στρατηγός του Μαρδόνιος με 300.000 άνδρες για τη συνέχιση του αγώνα. Οι Πέρσες δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.
Η περίλαμπρη νίκη των Ελλήνων οφείλεται εν πολλοίς στο στρατηγικό δαιμόνιο του Θεμιστοκλή και στην ανώτερη ναυτική τέχνη των Ελλήνων.
Στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.
Όταν κάποτε προσήλθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως θεατής, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον αποθέωσαν ως σωτήρα της Ελλάδας.
Πηγή: sansimera.gr
- ΑΠΟΨΕΙΣ2 months ago
Δύο μικρές αναθέσεις, μία βαριά ποινή: Ερωτήματα για την αργία του Δημάρχου Πάργας
Δημος Παργας2 months agoΝίκος Ζαχαριάς: «Καμία ζημία για τον Δήμο Πάργας – προσφυγή στο ΣτΕ»
- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ2 months ago
5.000 ευρώ για κορίτσια 18-36 ετών στην Πάργα από το Κληροδότημα Β. Ε. Βασιλά
Αγγελίες1 month agoΞενοδοχείο στην Πάργα αναζητά υπαλλήλους για την καλοκαιρινή σεζόν 2026!
ΠΑΡΓΑ2 months agoΠάργα, Αγιά και Ανθούσα γιορτάζουν την Αποκριά
ΠΑΡΓΑ2 months agoΈως 28 Φεβρουαρίου οι αιτήσεις για τραπεζοκαθίσματα στη Χερσαία Ζώνη Λιμένα Πάργας
ΠΑΡΓΑ3 weeks agoΌλα τα έσοδα της παράστασης στο Πνευματικό Κέντρο Πάργας για τον Χρήστο
Δημος Παργας3 weeks agoΚάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση




















































