ΙΣΤΟΡΙΑ
Διάσημες φωτογραφίες που ήταν… στημένες!


Για να βγει μια εμβληματική εικόνα οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι χρειάζεται ο φωτογράφος να είναι στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή.
Ο κανόνας αυτός όμως δεν φαίνεται να ισχύει για τους φωτογράφους των παρακάτω εικόνων, των οποίων τα «κλικ» μπορεί να έμειναν την ιστορία, δεν απαθανατίζουν όμως κάτι αυθόρμητο.
Οι φωτογραφίες είναι κατά κάποιο τρόπο «στημένες» από τους εικονολήπτες και κάθε μία κρύβει από πίσω της μια ιστορία σχετικά με το πώς τραβήχτηκε και γιατί είχε τόσο μεγάλη σημασία…
Το φιλί στο Hotel de Ville

Στην πασίγνωστη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Robert Doisneau πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι που φιλιέται με φόντο το δημαρχείο του Παρισιού. Το 1950, το περιοδικό Life παρήγγειλε στο πρακτορείο, όπου εργαζόταν ο Robert Doisneau, ένα ρεπορτάζ για τους ερωτευμένους στο Παρίσι, και ο φωτογράφος συμπεριέλαβε στη συλλογή του την παραπάνω εικόνα.
Η φωτογραφία αυτή κατά γενική ομολογία αποτυπώνει την ρομαντική πλευρά της γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά πόσο αυθόρμητη ήταν;
Το 1993, ένα ζευγάρι έκανε μήνυση κατά του Doisneau, υποστηρίζοντας πως τους είχε τραβήξει χωρίς να του το επιτρέψουν.
Η μήνυση που έκαναν ανάγκασε τον φωτογράφο να αποκαλύψει ότι το ζευγάρι στην φωτογραφία ήταν η 20χρονη τότε Φρανσουά Ντελμπάρ και ο 23χρονος Ζακ Καρτό, φιλόδοξοι ηθοποιοί, που πόζαραν στον Doisneau.
Μάλιστα, η πρωταγωνίστρια πούλησε το 2005 την αυθεντική κόπια της με σφραγίδα του φωτογράφου για 155.000 ευρώ.
«Τα θαύματα της καθημερινής ζωής είναι τόσο συναρπαστικά… ακόμη και ο καλύτερος σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει στα κάδρα του τη γοητεία του απρόσμενου που συναντά κανείς στον δρόμο. Δεν φωτογραφίζω τη ζωή όπως είναι, αλλά όπως θα ήθελα να είναι» είχε γράψει ο φωτογράφος το 1986.
Ο λονδρέζος γαλατάς

Blitz ήταν το όνομα της επιχείρησης του συστηματικού βομβαρδισμού της Βρετανίας από τους Γερμανούς, που ξεκίνησε στις 7 Σεπτεμβρίου το 1940 και θα προηγούνταν της εισβολής στη Βρετανία. Μια χαρακτηριστική φωτογραφία από την περίοδο εκείνη είναι ο Λονδρέζος γαλατάς που βαδίζει πάνω στα συντρίμμια.
Ωστόσο, η διάσημη αυτή φωτογραφία είναι στημένη. Σύμφωνα με την Telegraph, ο άντρας που απεικονίζεται δεν είναι γαλατάς αλλά βοηθός του φωτογράφου Fred Morley της Fox Photos.
Συγκεκριμένα, ο φωτογράφος δανείστηκε τη στολή του γαλατά, καθώς και το πακέτο με τις φιάλες και ζήτησε από τον βοηθό του να ποζάρει μέσα στα ερείπια του δρόμου, την ώρα που πυροσβέστες έδιναν μάχη με τις φλόγες.
Με αυτή την εικόνα, ο ευρηματικός Morley ήθελε να παρακάμψει τη λογοκρισία που απέρριπτε τις εικόνες με τους κατεστραμμένους δρόμους που αποθάρρυναν τον κόσμο. Το σκεπτικό του, σύμφωνα με την Telegraph, ήταν να παρουσιάσει τα πράγματα με ένα τρόπο που ενίσχυε την φράση: «Παραμένουμε ήρεμοι και συνεχίζουμε».
Γεύμα στον ουρανοξύστη

Στα 80ά γενέθλια της φωτογραφίας, το 2012, αποκαλύφθηκε πως η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν ήταν τόσο αυθόρμητη όσο πίστευαν όλοι. Πρόκειται για μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της ιστορίας της Νέας Υόρκης.
Παρόλο που οι πρωταγωνιστές ήταν οικοδόμοι που εργάζονταν στην ανέγερση του Rockefeller Center, το «κλικ» ήταν «στημένο» για να προωθηθεί ο νέος ουρανοξύστης.
Τραβηγμένη στις 20 Σεπτεμβρίου του 1932, στόχος της φωτογραφίας ήταν να δείχνει σαν μια τυχαία αποτύπωση του διαλείμματος των εργατών στο κτήριο RCA, τμήμα του Rockefeller Center.
«Η φωτογραφία εντασσόταν στη διαφημιστική προσπάθεια εκ μέρους του Rockefeller Center. Οι εργάτες είναι πραγματικοί εργάτες αλλά η όλη διαδικασία οργανώθηκε με πολλούς φωτογράφους», δήλωσε ο Ken Johnston, επικεφαλής ιστορικός στο Corbis Images. Περιέγραψε μάλιστα τη φωτογραφία ως «κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας».
Σημειώνεται πως το αρνητικό της φωτογραφίας φυλάσσεται σε ένα δωμάτιο με ελεγχόμενη θερμοκρασία στις ΗΠΑ.
Η σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ

Πρόκειται για μια από τις πιο ιστορικές φωτογραφίες όλων των εποχών. Η εμβληματική εικόνα δείχνει έναν ρώσο στρατιώτη να υψώνει τη σοβιετική σημαία με το σφυροδρέπανο στη στέγη της γερμανικής Βουλής, του Ράιχσταγκ, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.
Το περίφημο «ντοκουμέντο» απαθανατίστηκε από τον φωτογράφο Γεβγκένι Χαλντέι που υπηρετούσε στον Κόκκινο Στρατό.
Σύμφωνα με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ στο βιβλίο του «Τετέλεσται», ο φωτογράφος είχε οραματιστεί τη σύνθεση της φωτογραφίας πριν ακόμη τα σοβιετικά στρατεύματα καταλάβουν το Βερολίνο.
Η στιγμή αυτή έφτασε στις αρχές Μαΐου του 1945 μετά από πολλές αιματηρές μάχες. Τότε, ο Χαλντέι πήρε τρεις στρατιώτες μαζί του και τους ανέβασε στην κορυφή του κτιρίου.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία, οι στρατιώτες που ανέβηκαν ήταν δύο: ο Μέλιτον Καντάρια και ο Μιχαήλ Γιεγκόροφ. Ωστόσο, σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς, αυτός που πραγματικά ύψωσε τη σημαία ήταν ο Αλεξέι Κοβαλιόφ, που μετά διατάχθηκε να μην μιλήσει για το περιστατικό.
Σύμφωνα με το περιοδικό Time, ο Χαλντέι είχε στις βαλίτσες του τη σημαία με το σφυροδρέπανο και είχε λάβει οδηγίες για μια τέτοια φωτογράφιση, ενώ πρώτα την δοκίμασε και στην Πύλη του Βραδεμβούργου. Σε κάθε περίπτωση κανείς δεν αμφισβητεί ότι η φωτογραφία ήταν το αποτέλεσμα μιας σκηνοθεσίας, ενώ η ιστορία της λήψη της επίμαχης φωτογραφίας είναι ακόμα πιο περίπλοκη με αρκετές αναφορές για παραποιήσεις.
Η Ρόζα Παρκς στο λεωφορείο του Montgomery

Μια γυναίκα-σύμβολο στον αγώνα των Αφρο-Αμερικανών για ίσα δικαιώματα αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε λευκό επιβάτη. Ο λόγος για την Ρόζα Παρκς που αποτελεί εμβληματική φιγούρα του αγώνα για ισότητα. Η κίνησή της να μην παραχωρήσει τη θέση της οδήγησε στο μποϊκοτάζ στις δημόσιες συγκοινωνίες της Αλαμπάμα το 1955, μια καθοριστική κίνηση για το κίνημα εναντίον του φυλετικού διαχωρισμού στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με το περιοδικό Time, πολλές φωτογραφίες που χρησιμοποιούνται για να συνοδεύσουν τα άρθρα για τη Ρόζα Παρκς, τραβήχτηκαν αρκετό καιρό μετά τη σύλληψή της (1η Δεκεμβρίου 1955) επειδή αρνήθηκε να δώσει τη θέση της. «Οι άνθρωποι λένε ότι δεν έδωσα τη θέση μου επειδή ήμουν κουρασμένη» έγραψε η Parks στην αυτοβιογραφία της, «αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν κουρασμένη σωματικά … Αλλά είχα κουραστεί να υποχωρώ».
Όπως αναφέρουν οι New York Times, στη στημένη φωτογραφία, που τραβήχτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1956, πίσω από την Ρόζα Παρκς κάθεται ο Νίκολας Κρις, ρεπόρτερ που δούλευε για το United Press International. Μια μέρα πριν, το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τον απαράδεκτο νόμο για φυλετικό διαχωρισμό στα λεωφορεία.
Η Παρκς δήλωσε στον συγγραφέα Ντάγκλας Μπρίνκλεϊ ότι βγήκε από το σπίτι αποκλειστικά γι’ αυτή τη φωτογραφία, όπου θα φαινόταν να κάθεται μπροστά από έναν λευκό άντρα. Επιπλέον, δήλωσε ότι στην αρχή ήταν διστακτική για τη φωτογραφία αλλά δημοσιογράφοι και μέλη του κινήματος ήθελαν μια εικόνα που να περιγράφει τι συνέβαινε.
«Ήταν ένα 100% στημένο γεγονός» δήλωσε ο κ. Μπρίνκλεϊ προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε τίποτα αυθόρμητο στη φωτογραφία. Αυτό βέβαια δεν αλλοιώνει ούτε στο ελάχιστο το γεγονός ότι η Ρόζα Παρκς αφιέρωσε τη ζωή της στη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατομμυρίων καταπιεσμένων Αφρο-Αμερικανών από τις πρακτικές των διακρίσεων.
Η μάχη του Gettysburg

Από τη μεγάλη σύγκρουση των Βορείων και Νοτίων στη μικρή πόλη της Pennsylvania, Gettysburg, υπάρχει μια φωτογραφία, που σύμφωνα με την Washington Post, είναι περισσότερο προϊόν σκηνοθεσίας παρά ένα πραγματικό ντοκουμέντο.
Συγκεκριμένα, ο φωτογράφος Alexander Gardner είχε δημιουργήσει το δικό του άλμπουμ με τις φωτογραφίες του αμερικανικού εμφυλίου «Gardner’s Photographic Sketch Book of the Civil War» το 1865. Περίπου 110 χρόνια αργότερα, ο ιστορικός William A. Frassanito ολοκλήρωσε τη δική του έρευνα για τις φωτογραφίες.
Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο φωτογράφος με τους βοηθούς του όταν εντόπισαν σχεδόν άθικτο το πτώμα ενός στρατιώτη το εκμεταλλεύτηκαν όσο μπορούσαν.
Αφότου τράβηξαν φωτογραφίες στο σημείο όπου βρέθηκε η σωρός, στη συνέχεια τη μετέφεραν για να βγάλουν κι άλλες.
Μια από τις επόμενες στημένες εικόνες θα ήταν και η φωτογραφία που συνδέθηκε όσο καμία άλλη με τη μάχη (δεύτερη εικόνα). Το 1975, ο ιστορικός Frassanito έκανε την αποκάλυψη στην έρευνά του «Gettysburg: A Journey in Time».
Πηγή: newsbeast.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

Κάποιοι αμφισβητούν την σουλιώτικη καταγωγή των σημερινών κατοίκων των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών. (Αυλότοπος, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί, Φροσύνη). Το επιχείρημά τους είναι πως όταν έπεσε το Σούλι (Δεκέμβριος του 1803, με το παλαιό ημερολόγιο), αυτό ερήμωσε παντελώς και οι Σουλιώτες που επέζησαν, έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα Επτάνησα και αργότερα σε άλλες περιοχές της επαναστατημένης τότε Ελλάδας. (Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Ναύπακτο κλπ). Έφυγαν και ουδέποτε ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους αιματοποτισμένα χώματα.
Με το μικρό μου τούτο σημείωμα, θέλω να δείξω, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η άποψη αυτή δεν ευσταθεί ολωσδιόλου. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ηρωικού αυτού τόπου, και όχι επιλεκτικά κάποια γεγονότα, δεν είναι δύσκολο να το αποδείξει. Πρώτον γιατί δεν έφυγαν όλοι οι Σουλιώτες με την πτώση, όπως ρητά γράφει σε διάφορα σημεία στα ιστορικά του έργα ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της Ιστορίας του Σουλίου και των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός. Δεύτερον γιατί πολλοί Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο, την ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και τη Ναύπακτο στη διάρκεια της επανάστασης, έχουν ίδια επώνυμα με σημερινά κατοίκων που ζουν στα τρία Σουλιωτοχωριά: Αυλότοπο (παλ. Γλαβίτσα), Τσαγγάρι, Φροσύνη (παλ. Κορίστιανη) και Κουκουλιούς. Το ιστορικό αυτό δεδομένο καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου συγγραφέα Ανάργυρου Φαγκρίδα «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 2η έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Μάιος 2021, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 και 3, σελ. 197-208 (τα στοιχεία είναι παρμένα από τα κρατικά αρχεία), όπως επίσης στα έργα του ίδιου του Περραιβού καθώς και στο βιβλίο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» (πρόκειται για τον Σπύρο Τζίπη από το Τσαγγάρι) από τις Εκδόσεις «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1978. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια τέτοια ονόματα ίδια ή παρόμοια ΤΟΤΕ και ΣΗΜΕΡΑ: Διαμάντης, Παπάς, Πάσχος, Τζίμας, Σπύρου, Πήλιος, Μπούσης, Κόλιας, Κο(ω)λέτσης, Μπάλος (σημ. Μπάλλας), Ζαγούρης (σημ. Λαγούρης), Φώτος (σημ. Φωτίου), Νίκου, Δάγκας (σημ. Ντάγκας), Γουλούμης (σημ. Γκουλιούμης), Μπόλο(ω)σης, Τζίπης (σημ. Τσίπης), Ζαχαριάς («Ζαχαριάς πρωτοπαλίκαρο Φώτου Τζαβέλα» αναφέρει ο γερο-Τζίπης στη σελ. 143) κλπ. Τρίτον: Στο Σουλιωτοχώρι Αυλότοπος ακόμη και σήμερα φωνάζονται (προφορικά δηλ.) -και μάλιστα με καμάρι!- το όνομα «Μπότσιαρης-ραίοι» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Τσιρώνης» και «Τζιαβέλας» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Κελέσης». Αυτό φυσικά εξηγείται από το γεγονός πως κάποιες οικογένειες Μποτσαραίων και Τζαβελαίων είτε μετακινήθηκαν από το Σούλι στη Γλαβίτσα λίγες μέρες μετά την πτώση του Σουλίου, καθώς συγγένευαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, είτε επέστρεψαν αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις άλλαξαν το όνομα για τον φόβο των κατακτητών και των συνεργατών τους -πάντα υπάρχουν τέτοιοι… Εξάλλου, η αλλαγή ονομάτων ήταν συνήθης πρακτική της τραγικής εκείνης εποχής (και όχι μόνο) και επιβεβαιωμένη από τον ίδιο τον Περραιβό. Πάνω στο θέμα αυτό, οι παπούδες και πατεράδες μας, (ημών των Τσιρωναίων δηλ.), έλεγαν πως το όνομα «Τσιρώνης» το πήραμε από κάποιους που ήρθαν από παλιά στο χωριό από τα Τζουμέρκα ή (και) την Καρδίτσα. Ως γνωστόν στην ευρύτερη εκείνη περιοχή -πρώτα στο Βουργαρέλι κι αργότερα στις Πηγές Άρτας (παλ. όνο. Βρεστενίτσα) και στην Ιερά Μονή Σέσκλου- είχε μετοικίσει η Φάρα των Μποτσαραίων ή Μποτσαράτων από το Παλιοχώρι Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου στα 1800 (όπου ο καπετάν Γεώργιος Μπότσαρης είχε αναλάβει το Αρματολίκι Βουργαρελίου, ύστερα από συμφωνία με τον Αλή Πασά) και από το Σούλι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα λίγα 24ωρα πριν την αποχώρηση του Φώτου Τζαβέλα και άλλων φαρών από το Κούγκι (16 Δεκεμβρίου 1803). Αλλά και μετά την καταστροφική για τους Σουλιώτες μάχη του Σέσκλου (24 Απριλίου 1804), 65 Σουλιώτες (εκτός των 38 περίπου που σώθηκαν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη -μαζί και ο 13χρονος τότε Μάρκος!) «διασκορπίστηκαν» στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, ένθεν και ένθεν του Ασπροπόταμου (Αχελώος) όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φαγκρίδας (ο. π. σελ.165).
Και μια μικρή αναφορά στους κατοίκους της μαρτυρικής Σαμονίβας που φέρουν μόνο το όνομα «Τόκας» μέχρι σήμερα! Οι «Τοκαίοι», πράγματι, δεν έχουν Σουλιώτικη καταγωγή. Τους μετοίκισε ο Αλής από την Αλβανία, ύστερα από την πτώση του Σουλίου για δικούς του λόγους. Όμως οι ίδιοι πάντοτε και σήμερα θεωρούν ύψιστη ύβρι εάν κανείς δεν τους αναγνωρίζει ως γνήσιους Σουλιώτες και δεν τους αποκαλεί έτσι!
Εδώ ας μου επιτραπεί να θυμίσω τα λόγια του μεγάλου Αρχαίου Έλληνα Ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Ισοκράτη για το όνομα Έλλην: «Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Με απλά λόγια: Έλληνας δεν είναι αυτός που έχει ελληνική καταγωγή, αλλά αυτός που αισθάνεται Έλληνας και τούτο όχι με τα λόγια, άλλα να το δείχνει στην πράξη με την παιδεία και το φρόνημά του». Το ίδιο και οι Σουλιώτες: δεν αρκεί μονάχα η καταγωγή τους (μας), αλλά πιο πολύ το φρόνημα που έχουν (έχουμε) και το αποδεικνύουν (-ουμε) έμπρακτα και καθημερινά απέναντι στον τόπο και την Ιστορία του. Εάν όλοι οι σημερινοί απόγονοι των Σουλιωτών με τα ιστορικά ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλας, Κουτσονίκας, Τζήμας, Ζέρβας, Δαγκλής, Δράκος Κάσκαρης, Μαλάμος, Μπέκας κλπ, που είναι πάμπολλοι και ουκ ολίγοι πάμπλουτοι, τόσο μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και εκτός αυτής, εάν ένιωθαν και ήταν πραγματικοί Σουλιώτες, το Σούλι σήμερα μαζί με τα Σουλιωτοχωριά! (εννοείται), δεν θα παρέμενε για τόσες δεκαετίες στην υπανάπτυξη, στην απομόνωση και στην, σε λίγα μόνο χρόνια, ερήμωση, αλλά θα βρισκόταν δικαίως στις κορυφαίες, από πολιτιστική, ιστορική, περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική άποψη, περιοχές της Ελλάδας. Και τούτο δίχως να χρειαζόταν η συνδρομή της Πολιτείας. Ευτυχώς, πάντως, που υπάρχουν έστω και ελάχιστες εξαιρέσεις.
Αυτά τα ολίγα για τους δύσπιστους περί των «πραγματικών» Σουλιωτών και αν χρειαστεί θα επανέλθω αναλυτικότερα.
Σημ. Για το σημερινό (19-8-2026) ετήσιο «αντάμωμα Σουλιωτών», χρόνια πολλά, δημιουργικά και πάνω απ’ όλα ελεύθερα σε όλους τους Σουλιώτες και σε όσους αισθάνονται Σουλιώτες.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Από τα νεκροταφεία στα πευκοδάση: Ο θρύλος για τους Ρωμαίους και τον εμπρησμό των πόλεων

Μια εντυπωσιακή ιστορία που αναπαράγεται εδώ και χρόνια θέλει τους Ρωμαίους να φυτεύουν εύφλεκτα πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς που κατακτούσαν, ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μπορούν να προκαλέσουν φωτιά και να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο καταστολής. Μαζί με αυτή την αφήγηση εμφανίζεται και μια δεύτερη ιστορία, που συνδέει τα αρχαία νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια με την προστασία από τις πυρκαγιές.
Η ιστορία με τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια
Στην αρχαιότητα οι νεκροπόλεις βρίσκονταν πράγματι συχνά έξω από τα τείχη των πόλεων και κατά μήκος σημαντικών δρόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κεραμεικός της Αθήνας, ενώ η πρακτική των ταφών εκτός των ορίων της πόλης συναντάται ευρύτερα στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.
Πάνω σε αυτό το πραγματικό ιστορικό στοιχείο έχει αναπτυχθεί μια δημοφιλής αφήγηση: ότι γύρω από τα νεκροταφεία φυτεύονταν κυπαρίσσια, δημιουργώντας μια ζώνη που μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο στη φωτιά και ως ασφαλέστερος διάδρομος διαφυγής από την πόλη.
Το κυπαρίσσι πράγματι παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συμπεριφορά απέναντι στη φωτιά. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι το μεσογειακό κυπαρίσσι μπορεί να έχει χαμηλότερη αναφλεξιμότητα και έχει εξεταστεί ακόμη και η χρήση του σε φυτικές αντιπυρικές ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φύτευαν συστηματικά κυπαρίσσια στα νεκροταφεία ειδικά για αυτόν τον σκοπό.
Οι Ρωμαίοι και τα πεύκα γύρω από τις πόλεις
Η συνέχεια της ιστορίας υποστηρίζει ότι, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν ελληνικές περιοχές, φύτευαν πυκνά πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς. Επειδή το πεύκο και η ξερή πευκοβελόνα μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα τη φωτιά, υποτίθεται ότι οι ζώνες αυτές μπορούσαν να πυρποληθούν σε περίπτωση εξέγερσης.
Εδώ, όμως, η ιστορική τεκμηρίωση σταματά. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη αρχαία πηγή ή σύγχρονη ιστορική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένη ρωμαϊκή πολιτική φύτευσης πεύκων γύρω από πόλεις με σκοπό τον μελλοντικό εμπρησμό τους.
Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι τα πεύκα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Θεόφραστος, ήδη από τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αναφέρεται σε είδη πεύκου, στη ρητίνη και στις ιδιότητές τους, ενώ η σύγχρονη βοτανική καταγράφει τη χαλέπιο πεύκη ως αυτοφυές είδος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου.
Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;
Η συγκεκριμένη αφήγηση φαίνεται επομένως να συνδυάζει πραγματικά στοιχεία με μια μεταγενέστερη ερμηνεία: οι αρχαίες νεκροπόλεις πράγματι βρίσκονταν συνήθως έξω από τις πόλεις, τα κυπαρίσσια παρουσιάζουν πράγματι σχετικά χαμηλή αναφλεξιμότητα και τα πεύκα είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον της φωτιάς.
Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας: ότι οι Ρωμαίοι δημιουργούσαν σκόπιμα ζώνες πεύκων γύρω από ελληνικές πόλεις ώστε να μπορούν να τις πυρπολήσουν όταν οι κάτοικοί τους εξεγείρονταν.
Με λίγα λόγια: πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει διαδοθεί ευρέως, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.
“`

























