ΙΣΤΟΡΙΑ
10 ιστορικές αλήθειες για τους Αρχαίους Έλληνες που δεν γνωρίζατε

Όταν ακούμε για την αρχαία Ελλάδα τα πρώτα πράγματα που μας έρχονται στο νου είναι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, τα αρχαία ελληνικά κτίρια και η αρχαία ελληνική μυθολογία. Όλοι μας νιώθουμε υπερήφανοι για τα όλα αυτά τα επιτεύγματα πολιτισμού που κερδίζουν παγκόσμιο θαυμασμό και δέος.
Ωστόσο, οι πρόγονοί μας έκαναν και κάποια πράγματα που δεν έχουμε ποτέ φανταστεί εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες κι εύκολα θα μας έκαναν να κοκκινίσουμε από ντροπή.
Εμείς σας παραθέτουμε 10 εντυπωσιακές πληροφορίες για τους αρχαίους Έλληνες, τις οποίες είμαστε σίγουροι ότι δεν έχετε ξανακούσει ποτέ.
Οι γιατροί γεύονταν το κερί των αυτιών για να καταλάβουν από τι πάσχει ο ασθενής.
Παρ’ όλο που τα βασικά συμπτώματα ήταν αρκετά για να κάνουν μια διάγνωση, η δοκιμή του κεριού των αυτιών ενός ασθενή ήταν μια κοινή πρακτική για πολλούς γιατρούς. Πίστευαν ότι όλα τα υγρά του σώματος είχαν μια συγκεκριμένη γεύση, και μια αλλαγή σε αυτή μπορεί να υποδηλώνει κάποιο είδος ασθένειας. Έτσι, αν ήσασταν ασθενής στην αρχαία Ελλάδα, ο γιατρός πιθανότατα θα έβαζε το δάχτυλό του στο αυτί σας για να το γευτεί. Και ας μην μιλήσουμε καλύτερα για τα άλλα σωματικά υγρά.
Ο ιδρώτας των αθλητών χρησιμοποιούταν για να χαλαρώσει τους μύες.
© ancientandmodernolympics
Πριν από την άσκηση στο γυμναστήριο, οι αθλητές αλείφονταν με ελαιόλαδο. Το λάδι αφαιρούταν μαζί με τον ιδρώτα και τη σκόνη με τη βοήθεια ειδικών μεταλλικών εργαλείων. Αυτό το μείγμα το αδειάζανε σε μπουκάλια κι αργότερα το πουλούσαν για ιατρικούς σκοπούς, όπως η θεραπεία της έντασης των μυών. Το μείγμα αυτό γινόταν ανάρπαστο .
Τα περιττώματα χρησιμοποιούνταν για την υγεία των γυναικών.
© depositphotos.com
Η βρωμιά χρησιμοποιήθηκε για την υγεία των γυναικών.Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι γυναίκες ήταν εξαιρετικά ευαίσθητες στις ακαθαρσίες και στη ρύπανση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν πολύ δύσκολες μέθοδοι για τη θεραπεία τους. Για παράδειγμα, σε περίπτωση αποβολής, μια γυναίκα έπρεπε να πιει ένα μείγμα κρασιού και εκχυλισμάτων από τηγανιτά περιττώματα βοδιού. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε τέτοια ευαισθησία στους άνδρες.
4.Οι γυναίκες φτερνίζονταν για να αποφύγουν την εγκυμοσύνη.
© mfa.org
Όπως όλοι πίστευαν τότε, για την πρόληψη της εγκυμοσύνης μια γυναίκα έπρεπε να … φταρνιστεί αμέσως μετά την σeξουαλική επαφή. Όπως μπορείτε να καταλάβετε, η μέθοδος ήταν εντελώς άκυρη. Μια άλλη μέθοδος ήταν να τρίψουν ένα μείγμα από ρετσίνι πεύκου και μέλι στα γεννητικά όpγανα. Ωστόσο, αυτό δεν βοηθούσε αν οι εραστές ήθελαν να το κάνουν μετά τις προαναφερθείσες διαδικασίες.
Οι πέτρες και τα σφουγγάρια χρησιμοποιούνταν για χαρτί υγείας.
© wikipedia.org
Κανείς δεν χρησιμοποιούσε τότε χαρτί υγείας, επειδή δεν υπήρχε. Αλλά ένα σώμα έχει ανάγκες, κι έπρεπε να τις τακτοποιήσει με πέτρες και στρογγυλεμένες πλάκες από πηλό. Οι Έλληνες ήταν επίσης πολύ οικονόμοι κι έλεγαν, “3 πέτρες αρκούν για να σκουπίσετε”. Οι πλούσιοι είχαν μια καλύτερη επιλογή: ένα σφουγγάρι στερεωμένο σε ένα ραβδί.
6. Τα σώματα καρφώνονταν σε τάφους με βράχους, έτσι ώστε οι ζωντανοί να μη βγαίνουν από τους τάφους τους.
© AMC Studios
Σε μερικούς αρχαίους ελληνικούς τάφους, οι αρχαιολόγοι βρήκαν πέτρες και θραύσματα αμφορέα στα χέρια, στα πόδια και στα κεφάλια, σημάδια ότι κάρφωναν τους vεkpούς στους τάφους τους. Παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Έλληνες είχαν τη δική τους ορθολογική σκέψη, ωστόσο είχαν και τις δικές τους προκαταλήψεις και φόβους. Όπως και στην περίπτωση αυτή, που ο φόβος των ζόμπι τους έκανε να βάζουν πέτρες στους vεkpούς ώστε να μην βγαίνουν από τους τάφους τους.
Οι άνδρες με μικρά γεννητικά όpγανα θεωρούνταν πολύ ελκυστικοί.
© pixabay.com
Η Αρχαία Ελλάδα είχε τα δικά της αρσενικά πρότυπα ομορφιάς. Στα αγάλματα, στις τοιχογραφίες των ναών και στην τέχνη πάνω στα αγγεία απεικονίζονται ήρωες, θεοί και αθλητές ως ισχυροί, αθλητές, άτρωτοι άνδρες με μικρά γεννητικά όpγανα. Οι σάτυροι, από την άλλη πλευρά, μοιάζουν περισσότερο με άγριους και άσχημους γέρους, με μεγάλα γεννητικά όpγανα. Ένα μεγάλο πέος θεωρούταν χυδαίο και μη ελκυστικό.
Οι αθλητές γυμνάζονταν γυμνοί.
© britishmuseum.org
Στα αρχαία ελληνικά γυμναστήρια, οι άνθρωποι δεν είχαν αθλητικά ρούχα κι έπρεπε να κάνουν όλες τις ασκήσεις τους γυμνοί. Εκείνους που ντρέπονταν για το σώμα τους επέπλητταν και τους συνέδεαν με βαρβαρικούς τρόπους σκέψης.
9. Αν έριχναν ένα μήλο σε ένα κορίτσι, αυτό σήμαινε ότι τους άρεσε.
© pexels.com
Οι σύγχρονοι τρόποι έκφρασης των συναισθημάτων για μια γυναίκα είναι αρκετά απλοί: μπορείτε να της δώσετε λουλούδια ή σοκολάτες. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν λίγο πιο απλοί: έριχναν ένα μήλο στο κορίτσι που τους άρεσε. Αυτή η παράξενη πράξη θα μπορούσε επίσης να σημαίνει και μια πρόταση γάμου.
10. Τα ενωμένα φρύδια ήταν σύμβολο της γυναικείας σeξουαλικότητας.
© wikipedia.org
Αν θα θέλατε κάποιος να σας ρίξει ένα μήλο, θα πρέπει τουλάχιστον να ακολουθήσετε τις τελευταίες τάσεις της μόδας. Τότε μία από αυτές ήταν τα ενωμένα φρύδια. Στην αρχαία Ελλάδα, μια γυναίκα με αυτό το χαρακτηριστικό ομορφιάς θεωρούταν πολύ ελκυστική και τα φρύδια της ήταν αντικείμενο ζήλιας μεταξύ άλλων γυναικών. Όσες είχαν λεπτά φρύδια έπρεπε να τα μαυρίσουν ή να κολλήσουν πάνω τους ένα κομμάτι γούνας ζώων με κόλλα.
http://to-gamato.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























