Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922 «Τι θέλετε εδώ τουρκόσποροι;»

Δημοσιεύτηκε  στις Από

Τα κρούσματα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού κατά των προσφύγων από τη Συρία πολλαπλασιάζονται. Στο Ωραιόκαστρο, στη Φιλιππιάδα, στην Αλεξάνδρεια, σύλλογοι γονέων απειλούν ότι θα καταλάβουν τα σχολεία, αν φιλοξενηθούν σ΄ αυτά προσφυγόπουλα.

Δεν είναι μόνο ζήτημα ανθρωπισμού, ή αλληλεγγύης. Τα περισσότερα από τα χωριά όπου εμφανίστηκαν αυτά τα κρούσματα είναι χωριά προσφύγων από τον Πόντο και τη Μικρασία.

Οι σημερινοί γονείς, που αποκλείουν από τα σχολεία τα παιδιά των προσφύγων, είναι εγγόνια και δισέγγονα ανθρώπων που ήρθαν σ΄ αυτά τα μέρη, ξεριζωμένοι από τις πατρίδες και τα σπίτια τους.

Και για ένα λόγο παραπάνω θα έπρεπε αυτοί οι γονείς να συμπονούν και να συντρέχουν τους σημερινούς πρόσφυγες. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι ξεριζωμένοι πρόγονοι τους, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, αντιμετώπισαν παρόμοιες συμπεριφορές, αποκλεισμού και απόρριψης από τους ντόπιους.

Advertisement

Το αντίδοτο

Επειδή, λοιπόν, πιστεύουμε ότι το καλύτερο αντίδοτο στο δηλητήριο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του φασισμού, είναι η ιστορική γνώση, θα προσπαθήσουμε να αναπαραστήσουμε το περιβάλλον και το κλίμα που αντιμετώπισαν οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο, όταν μετά από την τραγική εμπειρία του ξεριζωμού, έφθασαν στην Ελλάδα. Σ΄ αυτή την προσπάθεια θα χρησιμοποιήσουμε μόνο τις δικές τους μαρτυρίες, από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.

Πριν απ΄ αυτό, όμως, αξίζει να σημειώσουμε τη στάση του επίσημου ελληνικού κράτος, το οποίο ευθυνόταν εξ ολοκλήρου για το δράμα αυτών των ανθρώπων.

Να θυμίσουμε δηλαδή ότι ο πρώτος τόπος «φιλοξενίας» των προσφύγων από την Μικρασία, ήταν η Μακρόνησος! Εκεί, όπου είχε στηθεί υγειονομικός σταθμός (καραντίνα), όπου εξετάζονταν για μολυσματικές ασθένειες όσοι έρχονταν με τα καράβια από τα μικρασιατικά παράλια.

«Αγέλη προσφύγων»

Αξίζει όμως να σταθούμε και στο πως αντιμετωπίστηκαν αυτοί οι πρόσφυγες, στην ίδια τους την πατρίδα, από τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο της εποχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο εκδότης της «Καθημερινής», Γεώργιος Βλάχος, αυτός που στις 14 Αυγούστου 1922 μία μέρα μετά την έναρξη της επίθεσης του Κεμάλ Ατατούρκ, που σήμανε την αρχή του τέλους του μικρασιατικού ελληνισμού, έγραψε το πασίγνωστο άρθρο με τίτλο «Οίκαδε», με το οποίο καλούσε την ελληνική κυβέρνηση και το στρατό να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου. Ο Βλάχος λοιπόν ακόμη και το 1928 όταν έγραφε, ή μιλούσε για τους πρόσφυγες, χρησιμοποιούσε δύο λέξεις : «Αγέλη προσφύγων». Ακόμη, ο Νίκος Κρανιωτάκης, ο φιλομοναρχικός εκδότης της εφημερίδας «Πρωινός Τύπος», το 1933 ζητούσε επιτακτικά να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες!

Οι πρόσφυγες ήρθαν σε μια χώρα, μικρή και  φτωχή. Οι συνθήκες ζωής τον πρώτο καιρό ήταν τραγικές. Η Αθήνα , η Θεσσαλονίκη και οι άλλες πόλεις περιτριγυρίζονταν από ατέλειωτα στρατόπεδα με σκηνές και ένα άθλιο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Και το ψωμί λιγοστό που μοιράζονταν σε συσσίτια. Και από πάνω οι αρρώστιες ο τύφος και η ευλογιά που θέριζαν τους δυστυχισμένους πρόσφυγες. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος επιδημιών, αμερικανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις δημιούργησαν υγειονομικό σταθμό ( καραντίνα) στη Μακρόνησο, όπου γινόταν έλεγχος σε όσους επέβαιναν στα πλοία που μετέφεραν τους πρόσφυγες. Άλλες οργανώσεις μοίραζαν φάρμακα και παρείχαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους πρόσφυγες.

Advertisement

 Ανθρώπινα ράκη

Οι Έλληνες που ζούσαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ήταν τα πρώτα θύματα της ανταλλαγής. Υποχρεώθηκαν σε μια μαρτυρική πορεία οκτακοσίων χιλιομέτρων κάτω από τραγικές συνθήκες. Ανθρώπινα ράκη έπρεπε να πορευτούν μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, και με κίνδυνο ζωής από τις συμμορίες των Τούρκων εθνικιστών.

Πολλοί πέθαναν από κακουχίες και ασιτία. Συνολικά, το φθινόπωρο του 1922 έφθασαν στην Ελλάδα περίπου 900.000 πρόσφυγες (ανάμεσά τους και 50.000 Αρμένιοι). Περίπου 200.000 Έλληνες παρέμεναν στην Καππαδοκία και γενικότερα στην Κεντρική και Νότια Μικρά Ασία. Αυτοί μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα το 1924 και το 1925 με τη φροντίδα της Μικτής Επιτροπής. Ένα τμήμα των Ελλήνων του Πόντου κατέφυγε στη σοβιετική Ρωσία.

 

Τους θέριζαν ο τύφος, η ελονοσία και η φυματίωση

Ο αριθμός πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερος, αν υπολογίσουμε την υψηλή θνησιμότητα των πρώτων χρόνων λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των επιδημιών, το μειωμένο αριθμό των γεννήσεων και τη μετανάστευση πολλών προσφύγων σε άλλες χώρες. Στην απογραφή του 1928 καταγράφηκαν 1.220.000 πρόσφυγες. Οι αρρώστιες κατέβαλλαν τους πρόσφυγες που ήταν ταλαιπωρημένοι, πρόχειρα στεγασμένοι και υποσιτίζονταν. Ο τύφος, η γρίπη, η φυματίωση (κυρίως στις πόλεις) και η ελονοσία (κυρίως στην ύπαιθρο) τους θέριζαν. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο από την άφιξή τους στην Ελλάδα.

Χαρακτηριστικές για τις τραγικές ώρες που έζησαν οι πρόσφυγες είναι μερικές μαρτυρίες τους που παρουσιάζουμε  από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.

Advertisement

 

«Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς;»

   Απόστολος Μυκονιάτης  ( από το παραθαλάσσιο χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαμο, απέναντι από τη Λέσβο):

«…Εμείς οι άλλοι περιμέναμε τρεις μέρες, ώσπου μπήκαμε σε καΐκια και μπαρκάραμε για τη Μυτιλήνη. Ώσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό, άραζαν καΐκια και μας παίρναν, Πίσω-πίσω στη Μυτιλήνη δεν μας δέχουνταν. Δεν είναι και πλούσιος τόπος- από ένα μαξούλι (σοδειά] περιμένει. Βασανιστήκαμε, κακοκοιμηθήκαμε, κακοφάγαμε, μεγάλη συμφορά πάθαμε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραμύθια…».

Αβραάμ Ελβανίδης ( ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο):

«Από το χωριό το Kαράτζορεν του Πόντου βγήκαμε με την ανταλλαγή εκατόν δεκατέσσερις οικογένειες. Aπό τη Mερσίνα φύγαμε δυο αποστολές. H πρώτη αποστολή πήγε στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί στην Άνω Bροντού Σερρών.
H δεύτερη αποστολή, από τον Aϊ-Γιώργη του Πειραιά, πήγε με το πλοίο στο Bόλο. Tα Φάρσαλα είπαν ότι στην περιοχή τους δεν υπάρχουν πρόσφυγες και να έρθουν να εγκατασταθούν. Έτσι ήρθαμε στα Φάρσαλα. Tο 1924 έγινε αυτό, τέλη Oκτωβρίου (…) Eίχαμε αρρώστιες, δεν μας σήκωσε το κλίμα. O τόπος όπου χτίσαμε το συνοικισμό μας ήταν τσιφλίκι της Nομικίνας. Δεν ξέρω ποια ήταν. Aσχολούμαστε με τη γεωργία, δημητριακά, επίσης και βαμβακοκαλλιέργεια.
Όταν πρωτοήρθαμε, δεν ήξερε ο κόσμος ελληνικά. Oι ντόπιοι μας κορόιδευαν, μας έλεγαν τουρκόσπορους. Έλεγαν ότι ήρθαμε και στένεψε ο τόπος τους. Αυτοί ήταν κακομοίρηδες. Εμείς καθόμασταν στο καφενείο παρέα δέκα άντρες. Βάζαμε και οι δέκα τα πακέτα μας με τα τσιγάρα που ανοίγαμε πάνω στο τραπέζι. Οι ντόπιοι απορούσαν: «Βρε, δέκα πακέτα τσιγάρα. Μήπως τα πουλάτε;…».

Advertisement

Κατίνα Εμφιετζή-Μητσάκου ( Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών. Η μαρτυρία της στηρίζεται σ’ αυτά που της περιέγραψε η μητέρα της Αναστασία. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό. Ως Τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν. Λιποτάκτησε , τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Τα όσα υπέφερε η οικογένειά της τα περιέγραψε λίγο πριν πεθάνει ):

«… Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθίσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφος μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιει.

 Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα;

Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα; Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισμός Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει!

 «Οι ντόπιοι δεν μας θέλανε»

Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!».

«Ο τόπος μας ξεπάστρεψε- Πέθαναν οι μισοί»

Ευάγγελος Γκάλας (από το χωριό Κόλντερε, κοντά στη Μαγνησία):

Advertisement

 «…Πήγαμε πάλι στη Θεσσαλία. Βάλαμε καπνά στον Αλμυρό,δουλέψαμε όλοι, νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά. Είχε όμως ελονοσία και μας θέρισε, πέθαναν οι μισοί. Ο τόπος μας ξεπάστρεψε. Κερδίσαμε πολλά, μα τι τα θες; Μετά φοβηθήκαμε την αρρώστια και πήγαμε στη Θήβα. Μείναμε κι εκεί λίγο και κάναμε καπνά, μετά πήραμε αποζημίωση κι ήρθαμε δω. Μπήκαμε σε καλές δουλειές. Ο αδερφός μου έπιασε δουλειά στο σιδηρόδρομο- εγώ έγινα φορτοεκφορτωτής στο σταθμό. Πήρα και σπιτάκι στην Καισαριανή το ’26…».

Ανδρονίκη Καρασούλη Μαστορίδου :

«…Στους Σπαρταλιώτες έδωσαν 24 ώρες προθεσμία να φύγουν. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με αμάξι πήραν τον δρόμο της εξορίας. Στο δρόμο τους έγδυσαν και απ’ αυτά που μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους. Οι δικοί μας είχαν την προνοητικότητα να βάλουν σόλες στα παλιά τους παπούτσια και μέσα απ’ αυτήν να στρώσουν φλωριά όσα μπορούσαν. Αν και τα τρύπησαν τα καρφιά του τσαγκάρη, αυτά τουλάχιστον έμειναν. Με χίλια βάσανα έφθασαν στην Μερσίνα.
Εκεί τους παρέλαβαν Ελληνικά πλοία, δυστυχώς και ο πλοίαρχος και το πλήρωμα ήσαν εναντίον των προσφύγων. Τους βασάνισαν όσο δεν φαντάζεσθε. Νερό δεν τους έδιναν και τους ανάγκαζαν να πιουν θαλάσσιο νερό. Έκαμαν δεκατέσσερις μέρες στο βαπόρι, όταν σταματούσε το βαπόρι στα νησιά, μια λίρα χρυσή την στάμνα το νερό τούς πουλούσαν οι νησιώτες. Και ενώ με λαχτάρα τραβούσαν την στάμνα δεμένη με σχοινί, το πλήρωμα έκοβε το σχοινί και έμεναν με την λαχτάρα. Πάει και η στάμνα, πάει και η λίρα. Από τα θαλάσσια νερά που ήπιαν μια ξαδέλφη του Κυριάκου Δέσποινα Χότζογλου έπαθε μόλυνση των εντέρων εικοσάχρονη κοπέλα και ύστερα από μερικές μέρες στης πεθεράς μου πέθανε και αυτή. Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι.

«Πόσα ανθρωπόμορφα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας;»

Αλήθεια πόσα ανθρωποφόρα θηρία υπάρχουν ανάμεσά μας; γιατί τους βασάνιζαν τους βασανισμένους; τι ήθελαν; δεν έβλεπαν τα χάλια τους; διωγμένοι από τη χώρα τους, από τα σπίτια τους, χωρισμένοι απ’ τα αγαθά τους, ίσως ίσως εξ αιτίας τους. Τι ήθελαν και ήλθαν στις χώρες αυτές; για να ερεθίσουν τα θηρία εκείνα; αφού δεν ήσαν άξιοι να κρατήσουν όσα κατέκτησαν και μας άφησαν ύστερα στην οργή τους; ενάμισι εκατομμύρια Χριστιανισμός εχάθη εξ αιτίας τους. Και τώρα στα υπολείμματα, στα ανθρώπινα ράκη, όπως κατάντησαν οι ίδιοι, είχαν τον σαδισμό να τους βασανίσουν. Ας όψονται οι υπεύθυνοι…».

«Ο κόσμος πέθαινε κάθε μέρα»

Καλλισθένη Καλλίδου (από τo χωριό Φερτέκι της Καππαδοκίας, κοντά στη Νίγδη).

Advertisement

«Δεκαπέντε μέρες μείναμε στα βαπόρια. Έπειτα φτάσαμε στον Πειραιά. Απ’ τον Πειραιά μόνο τα σύρματα ξέρω. Στα σύρματα είκοσι μέρες μας κρατήσανε. Αμάν, πολύ μας ρεζιλέψανε, πολύ μας βασανίσανε. Μας βάλαν στη σειρά. Τα μικρά και τις γριές απ’ τη ρίζα μας κουρεύανε. Έκλαιγα, φώναζα: — Ψάξε με, δες με, δεν έχω ψείρες! Με το ζόρι με κουρέψανε. Σαν κολοκύθι με κάνανε. Πολύν καιρό έπειτα ντρεπόμουνα να βγω στην αγορά να ψουνίσω.
Μας γδύσανε. Ό,τι φορούσαμε στον κλίβανο, άντε, τα βάλανε. Παπούτσια δεν είχαμε έπειτα να φορέσουμε. Μας δίνανε να φάμε. Είχαμε και μαζί μας. Όμως στην καραντίνα μεγάλο ρεζιλίκι, μεγάλο σεφιλίκι (κακοπάθεια) ήτανε. Είκοσι μέρες κράτησε.
Από τον Αι-Γιώργη, απ’ τον Πειραιά, μας βάλανε στο βαπόρι, στη Θεσσαλονίκη μας φέρανε. Μας βγάλανε και μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης μας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης πεταμένοι ήμαστε. Έτσι ξαπλωμένοι, μέσα στα σοκάκια. Περνούσε κόσμος και μας έβλεπε. Αμάν, ρεζιλίκι!
Πέρασε ένας άντρας, ένας τρανός. Μας πέταξε μια πεντάρα. Έπιασα την πεντάρα, φώναζα, έκλαιγα: —Εμείς έχομε λεφτά! Εμείς έχομε να φάμε! Αφήσαμε τα σπίτια μας, τόσα αμπέλια αφήσαμε! Δεν είμαστε ζητιάνοι εμείς! — Άσε την πεντάρα. Ησύχασε έλεγε η μητέρα μου. Η μάνα μου άρρωστη ήταν. Ένα κουβάρι μαζεμένη καθότανε.
Περνούσε ο κόσμος. Μας βλέπανε από μακριά. Δεν ερχόντανε κοντά μας:
— Προσφυγιά! προσφυγιά! λέγανε και περνούσανε….».

 «Τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα»

 Δέσποινα Συμεωνίδου από το χωριό Κενάταλα της Καππαδοκίας, κοντά στο Γκέλβερι.

«…Στη Μερσίνα μείναμε μια βδομάδα στα σύρματα… ύστερα ήρθε το βαπόρι και μας πήρε. Στο ταξίδι έκανε φουρτούνα και οι γυναίκες λιγοθυμούσαν από το φόβο τους. Άκουγες φωνές, κλάματα. Εγώ είχα μαζί μου τον άντρα μου, τη μάνα μου και τα τρία παιδιά μου, το Χαράλαμπο, το Δημήτρη και τη Μαρίκα, από ένα ως έξι χρονώ. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτε άφησα τα παιδιά σε μια γωνιά του βαποριού κοντά στη μάνα μου και κουβαλούσα νερό στις λιπόθυμες γυναίκες. Μερικοί άνθρωποι δε βάσταζαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθαναν στο βαπόρι τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα. Επιτέλους φτάσαμε στον Πειραιά. Άλλοι κατέβηκαν εκεί εμείς συνεχίσαμε το ταξίδι για την Καβάλα. Μας πήγαν στο Τσινάρ Ντερέ, κοντά στη σημερινή Νέα Καρβάλη. Δυο χρόνια μείναμε εκεί κάτω από τα τσαντίρια. Ο κόσμος αρρώσταινε και πέθαινε κάθε μέρα. Πέθανε ο άντρας μου, πέθανε και το παιδί μου ο Χαράλαμπος. Τη νύχτα έρχονταν τα τσακάλια, σκάβανε τους τάφους και έτρωγαν τους πεθαμένους..».

Πηγή 

Advertisement
Advertisement

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

Δημοσιεύτηκε  στις Από

Κάποιοι αμφισβητούν την σουλιώτικη καταγωγή των σημερινών κατοίκων των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών. (Αυλότοπος, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί, Φροσύνη). Το επιχείρημά τους είναι πως όταν έπεσε το Σούλι (Δεκέμβριος του 1803, με το παλαιό ημερολόγιο), αυτό ερήμωσε παντελώς και οι Σουλιώτες που επέζησαν, έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα Επτάνησα και αργότερα σε άλλες περιοχές της επαναστατημένης τότε Ελλάδας. (Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Ναύπακτο κλπ). Έφυγαν και ουδέποτε ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους αιματοποτισμένα χώματα.

Με το μικρό μου τούτο σημείωμα, θέλω να δείξω, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η άποψη αυτή δεν ευσταθεί ολωσδιόλου. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ηρωικού αυτού τόπου, και όχι επιλεκτικά κάποια γεγονότα, δεν είναι δύσκολο να το αποδείξει. Πρώτον γιατί δεν έφυγαν όλοι οι Σουλιώτες με την πτώση, όπως ρητά γράφει σε διάφορα σημεία στα ιστορικά του έργα ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της Ιστορίας του Σουλίου και των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός. Δεύτερον γιατί πολλοί Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο, την ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και τη Ναύπακτο στη διάρκεια της επανάστασης, έχουν ίδια επώνυμα με σημερινά κατοίκων που ζουν στα τρία Σουλιωτοχωριά: Αυλότοπο (παλ. Γλαβίτσα), Τσαγγάρι, Φροσύνη (παλ. Κορίστιανη) και Κουκουλιούς. Το ιστορικό αυτό δεδομένο καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου συγγραφέα Ανάργυρου Φαγκρίδα «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 2η έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Μάιος 2021, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 και 3, σελ. 197-208 (τα στοιχεία είναι παρμένα από τα κρατικά αρχεία), όπως επίσης στα έργα του ίδιου του Περραιβού καθώς και στο βιβλίο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» (πρόκειται για τον Σπύρο Τζίπη από το Τσαγγάρι) από τις Εκδόσεις «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1978. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια τέτοια ονόματα ίδια ή παρόμοια ΤΟΤΕ και ΣΗΜΕΡΑ: Διαμάντης, Παπάς, Πάσχος, Τζίμας, Σπύρου, Πήλιος, Μπούσης, Κόλιας, Κο(ω)λέτσης, Μπάλος (σημ. Μπάλλας), Ζαγούρης (σημ. Λαγούρης), Φώτος (σημ. Φωτίου), Νίκου, Δάγκας (σημ. Ντάγκας), Γουλούμης (σημ. Γκουλιούμης), Μπόλο(ω)σης, Τζίπης (σημ. Τσίπης), Ζαχαριάς («Ζαχαριάς πρωτοπαλίκαρο Φώτου Τζαβέλα» αναφέρει ο γερο-Τζίπης στη σελ. 143) κλπ. Τρίτον: Στο Σουλιωτοχώρι Αυλότοπος ακόμη και σήμερα φωνάζονται (προφορικά δηλ.) -και μάλιστα με καμάρι!- το όνομα «Μπότσιαρης-ραίοι» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Τσιρώνης» και «Τζιαβέλας» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Κελέσης». Αυτό φυσικά εξηγείται από το γεγονός πως κάποιες οικογένειες Μποτσαραίων και Τζαβελαίων είτε μετακινήθηκαν από το Σούλι στη Γλαβίτσα λίγες μέρες μετά την πτώση του Σουλίου, καθώς συγγένευαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, είτε επέστρεψαν αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις άλλαξαν το όνομα για τον φόβο των κατακτητών και των συνεργατών τους -πάντα υπάρχουν τέτοιοι… Εξάλλου, η αλλαγή ονομάτων ήταν συνήθης πρακτική της τραγικής εκείνης εποχής (και όχι μόνο) και επιβεβαιωμένη από τον ίδιο τον Περραιβό. Πάνω στο θέμα αυτό, οι παπούδες και πατεράδες μας, (ημών των Τσιρωναίων δηλ.), έλεγαν πως το όνομα «Τσιρώνης» το πήραμε από κάποιους που ήρθαν από παλιά στο χωριό από τα Τζουμέρκα ή (και) την Καρδίτσα. Ως γνωστόν στην ευρύτερη εκείνη περιοχή -πρώτα στο Βουργαρέλι κι αργότερα στις Πηγές Άρτας (παλ. όνο. Βρεστενίτσα) και στην Ιερά Μονή Σέσκλου- είχε μετοικίσει η Φάρα των Μποτσαραίων ή Μποτσαράτων από το Παλιοχώρι Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου στα 1800 (όπου ο καπετάν Γεώργιος Μπότσαρης είχε αναλάβει το Αρματολίκι Βουργαρελίου, ύστερα από συμφωνία με τον Αλή Πασά) και από το Σούλι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα λίγα 24ωρα πριν την αποχώρηση του Φώτου Τζαβέλα και άλλων φαρών από το Κούγκι (16 Δεκεμβρίου 1803). Αλλά και μετά την καταστροφική για τους Σουλιώτες μάχη του Σέσκλου (24 Απριλίου 1804), 65 Σουλιώτες (εκτός των 38 περίπου που σώθηκαν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη -μαζί και ο 13χρονος τότε Μάρκος!) «διασκορπίστηκαν» στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, ένθεν και ένθεν του Ασπροπόταμου (Αχελώος) όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φαγκρίδας (ο. π. σελ.165).

Και μια μικρή αναφορά στους κατοίκους της μαρτυρικής Σαμονίβας που φέρουν μόνο το όνομα «Τόκας» μέχρι σήμερα! Οι «Τοκαίοι», πράγματι, δεν έχουν Σουλιώτικη καταγωγή. Τους μετοίκισε ο Αλής από την Αλβανία, ύστερα από την πτώση του Σουλίου για δικούς του λόγους. Όμως οι ίδιοι πάντοτε και σήμερα θεωρούν ύψιστη ύβρι εάν κανείς δεν τους αναγνωρίζει ως γνήσιους Σουλιώτες και δεν τους αποκαλεί έτσι!

Εδώ ας μου επιτραπεί να θυμίσω τα λόγια του μεγάλου Αρχαίου Έλληνα Ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Ισοκράτη για το όνομα Έλλην: «Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Με απλά λόγια: Έλληνας δεν είναι αυτός που έχει ελληνική καταγωγή, αλλά αυτός που αισθάνεται Έλληνας και τούτο όχι με τα λόγια, άλλα να το δείχνει στην πράξη με την παιδεία και το φρόνημά του». Το ίδιο και οι Σουλιώτες: δεν αρκεί μονάχα η καταγωγή τους (μας), αλλά πιο πολύ το φρόνημα που έχουν (έχουμε) και το αποδεικνύουν (-ουμε) έμπρακτα και καθημερινά απέναντι στον τόπο και την Ιστορία του. Εάν όλοι οι σημερινοί απόγονοι των Σουλιωτών με τα ιστορικά ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλας, Κουτσονίκας, Τζήμας, Ζέρβας, Δαγκλής, Δράκος Κάσκαρης, Μαλάμος, Μπέκας κλπ, που είναι πάμπολλοι και ουκ ολίγοι πάμπλουτοι, τόσο μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και εκτός αυτής, εάν ένιωθαν και ήταν πραγματικοί Σουλιώτες, το Σούλι σήμερα μαζί με τα Σουλιωτοχωριά! (εννοείται), δεν θα παρέμενε για τόσες δεκαετίες στην υπανάπτυξη, στην απομόνωση και στην, σε λίγα μόνο χρόνια, ερήμωση, αλλά θα βρισκόταν δικαίως στις κορυφαίες, από πολιτιστική, ιστορική, περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική άποψη, περιοχές της Ελλάδας. Και τούτο δίχως να χρειαζόταν η συνδρομή της Πολιτείας. Ευτυχώς, πάντως, που υπάρχουν έστω και ελάχιστες εξαιρέσεις.

Αυτά τα ολίγα για τους δύσπιστους περί των «πραγματικών» Σουλιωτών και αν χρειαστεί θα επανέλθω αναλυτικότερα.

Advertisement

Σημ. Για το σημερινό (19-8-2026) ετήσιο «αντάμωμα Σουλιωτών», χρόνια πολλά, δημιουργικά και πάνω απ’ όλα ελεύθερα σε όλους τους Σουλιώτες και σε όσους αισθάνονται Σουλιώτες.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΙΣΤΟΡΙΑ

Από τα νεκροταφεία στα πευκοδάση: Ο θρύλος για τους Ρωμαίους και τον εμπρησμό των πόλεων

Δημοσιεύτηκε  στις Από

 

Μια εντυπωσιακή ιστορία που αναπαράγεται εδώ και χρόνια θέλει τους Ρωμαίους να φυτεύουν εύφλεκτα πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς που κατακτούσαν, ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μπορούν να προκαλέσουν φωτιά και να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο καταστολής. Μαζί με αυτή την αφήγηση εμφανίζεται και μια δεύτερη ιστορία, που συνδέει τα αρχαία νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια με την προστασία από τις πυρκαγιές.

Η ιστορία με τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια

Στην αρχαιότητα οι νεκροπόλεις βρίσκονταν πράγματι συχνά έξω από τα τείχη των πόλεων και κατά μήκος σημαντικών δρόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κεραμεικός της Αθήνας, ενώ η πρακτική των ταφών εκτός των ορίων της πόλης συναντάται ευρύτερα στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.

Πάνω σε αυτό το πραγματικό ιστορικό στοιχείο έχει αναπτυχθεί μια δημοφιλής αφήγηση: ότι γύρω από τα νεκροταφεία φυτεύονταν κυπαρίσσια, δημιουργώντας μια ζώνη που μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο στη φωτιά και ως ασφαλέστερος διάδρομος διαφυγής από την πόλη.

Το κυπαρίσσι πράγματι παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συμπεριφορά απέναντι στη φωτιά. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι το μεσογειακό κυπαρίσσι μπορεί να έχει χαμηλότερη αναφλεξιμότητα και έχει εξεταστεί ακόμη και η χρήση του σε φυτικές αντιπυρικές ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φύτευαν συστηματικά κυπαρίσσια στα νεκροταφεία ειδικά για αυτόν τον σκοπό.

Advertisement

Οι Ρωμαίοι και τα πεύκα γύρω από τις πόλεις

Η συνέχεια της ιστορίας υποστηρίζει ότι, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν ελληνικές περιοχές, φύτευαν πυκνά πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς. Επειδή το πεύκο και η ξερή πευκοβελόνα μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα τη φωτιά, υποτίθεται ότι οι ζώνες αυτές μπορούσαν να πυρποληθούν σε περίπτωση εξέγερσης.

Εδώ, όμως, η ιστορική τεκμηρίωση σταματά. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη αρχαία πηγή ή σύγχρονη ιστορική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένη ρωμαϊκή πολιτική φύτευσης πεύκων γύρω από πόλεις με σκοπό τον μελλοντικό εμπρησμό τους.

Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι τα πεύκα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Θεόφραστος, ήδη από τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αναφέρεται σε είδη πεύκου, στη ρητίνη και στις ιδιότητές τους, ενώ η σύγχρονη βοτανική καταγράφει τη χαλέπιο πεύκη ως αυτοφυές είδος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου.

Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;

Η συγκεκριμένη αφήγηση φαίνεται επομένως να συνδυάζει πραγματικά στοιχεία με μια μεταγενέστερη ερμηνεία: οι αρχαίες νεκροπόλεις πράγματι βρίσκονταν συνήθως έξω από τις πόλεις, τα κυπαρίσσια παρουσιάζουν πράγματι σχετικά χαμηλή αναφλεξιμότητα και τα πεύκα είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον της φωτιάς.

Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας: ότι οι Ρωμαίοι δημιουργούσαν σκόπιμα ζώνες πεύκων γύρω από ελληνικές πόλεις ώστε να μπορούν να τις πυρπολήσουν όταν οι κάτοικοί τους εξεγείρονταν.

Advertisement

Με λίγα λόγια: πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει διαδοθεί ευρέως, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.

“`

Συνέχεια ανάγνωσης

Η εφημεριδα της Παργας

Advertisement
Αύγουστος 2026
ΔΤΤΠΠΣΚ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31 

ΠΑΡΓΑ LIVE WEB CAM

ΕΡΕΥΝΕΣπριν από 23 ώρες

Έλεγχοι στην εστίαση: Εργαζόμενοι βουτούν στη θάλασσα για να αποφύγουν την Επιθεώρηση Εργασίας

ΜΟΥΣΙΚΗπριν από 3 ημέρες

Ανδρόνικος Σωτηρίου: Νέα κυκλοφορία στο Spotify με το «A Night in Bucharest»

ΕΡΕΥΝΕΣπριν από 4 ημέρες

Πληρώσαμε 22 δισ. ευρώ παραπάνω φόρους στην επταετία Μητσοτάκη – Πώς έγινε η «βουβή» αφαίμαξη

ΦΑΝΑΡΙπριν από 5 ημέρες

Ανοιχτή εκδήλωση στον Βουβοπόταμο για το μέλλον του αγροτικού και κτηνοτροφικού κόσμου

ΠΑΡΓΑπριν από 5 ημέρες

Από την Πάργα ο συλληφθείς για το περιστατικό με μαχαίρι στο πανηγύρι του Αγίου Κοσμά στο Μαργαρίτι

ΠΑΡΓΑπριν από 6 ημέρες

Πάργα: Κατέβασε το μαγιό του μπροστά σε λουόμενους και συνελήφθη

ΠΑΡΓΑπριν από 1 εβδομάδα

Πρόεδρος Ξενοδόχων Πάργας : «Η Πάργα λειτουργεί σαν ένα τεράστιο ξενοδοχείο»

Δημος Παργαςπριν από 1 εβδομάδα

Δήμος Πάργας: Συντήρηση και εξωτερικό βάψιμο στο Δημοτικό Σχολείο Μεσοποτάμου

ΙΣΤΟΡΙΑπριν από 1 εβδομάδα

ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗπριν από 2 εβδομάδες

Eurostat: Στον πάτο της Ευρώπης η Ελλάδα στις δαπάνες για την Παιδεία

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

Αυτός είναι ο δράστης της ένοπλης ληστείας στην Πάργα

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

Ληστεία και πυροβολισμοί στην Πάργα: Δράστες απείλησαν τον ιδιοκτήτη και πυροβόλησαν για να διαφύγουν

ΠΑΡΓΑπριν από 2 έτη

Από την Πάργα στη Φλόριντα: Ο Βασίλης Γεραλέξης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SUP

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

Εντοπίστηκε η σορός του 63χρονου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

θρίλερ με τον 62χρονο ψαρά που γλίστρησε από το καΐκι κι έπεσε στη θάλασσα – «τον είδε να βυθίζεται…»

ΠΑΡΓΑπριν από 4 μήνες

Η Πάργα στο επίκεντρο για τον γάμο της Ηλιάνας Παπαγεωργίου

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

Πάργα: Ληστεία σε κατάστημα χρυσαφικών και κλοπή αυτοκινήτου από τους δράστες

Δημος Παργαςπριν από 4 μήνες

Την ανεξαρτητοποίησή του ανακοίνωσε ο Τάσος Χαλκής

ΠΑΡΓΑπριν από 9 μήνες

Ολονύκτιες έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑπριν από 4 μήνες

Πάργα: Απόπειρα ληστείας σε λεωφορείο με μαθητές

ΠΑΡΓΑπριν από 5 ημέρες

Από την Πάργα ο συλληφθείς για το περιστατικό με μαχαίρι στο πανηγύρι του Αγίου Κοσμά στο Μαργαρίτι

Άνδρας από την Πάργα συνελήφθη το πρωί της Τρίτης 25 Αυγούστου 2026, μετά από περιστατικό με μαχαίρι που σημειώθηκε στο...

ΠΑΡΓΑπριν από 6 ημέρες

Πάργα: Κατέβασε το μαγιό του μπροστά σε λουόμενους και συνελήφθη

Στη σύλληψη αλλοδαπού για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας προχώρησαν το απόγευμα της Δευτέρας 24 Αυγούστου 2026 αστυνομικοί του Αστυνομικού Σταθμού Πάργας,...

ΠΑΡΓΑπριν από 1 εβδομάδα

Πρόεδρος Ξενοδόχων Πάργας : «Η Πάργα λειτουργεί σαν ένα τεράστιο ξενοδοχείο»

Τη βιώσιμη ανάπτυξη, την αναβάθμιση της ποιότητας και την αποφυγή μιας άναρχης αύξησης της τουριστικής κίνησης έθεσε ως βασικό στοίχημα...

Δημος Παργαςπριν από 2 εβδομάδες

Νίκος Ζαχαριάς στο Ήπειρος TV: «Φιλοξενούμε 60.000 ανθρώπους με πόρους για 11.500»

Στις μεγάλες πιέσεις που δέχεται ο Δήμος Πάργας κατά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου, στην κατάσταση των υποδομών, στην έλλειψη...

ΦΑΝΑΡΙπριν από 3 εβδομάδες

Γιόγκα στον Αχέροντα: Η Κλέλια Ανδριολάτου μετατρέπει τον ποταμό του Άδη σε παράδεισο ομορφιάς

Η Κλέλια Ανδριολάτου, η ηθοποιός και μοντέλο που έγινε γνωστή από τον ρόλο της στο «Maestro», διάλεξε ένα από τα πιο...

ΠΑΡΓΑπριν από 3 εβδομάδες

«ΠΑΡΓΙΝΑ 2026»: Η επιστροφή των Παργινών ζωντανεύει ξανά στην παραλία

«ΠΑΡΓΙΝΑ 2026»: Η μεγάλη γιορτή της Πάργας στις 15 Αυγούστου Ο Δήμος Πάργας προσκαλεί κατοίκους και επισκέπτες να δώσουν το...