ΙΣΤΟΡΙΑ
Στης Πάργας τον ανήφορο,η ιστορία ,ο τραγικός ξεριζωμός,το τραγούδι!

Η Πάργα είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω στο γήλοφο Πεζόβολος και απέχει περίπου 68 χιλιόμετρα από την Πρέβεζα και 40 χιλιόμετρα από την Ηγουμενίτσα. Περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρα από την Πάργα βρίσκεται το σημαντικότερο αρχαίο μνημείο της περιοχής. Πρόκειται για το σπουδαιότερο νεκρομαντείο της αρχαιότητας, το Νεκρομαντείο του Αχέροντα.
Στη βραχώδη και απόκρημνη χερσόνησο, όπου είναι χτισμένη η σημερινή Πάργα, τοποθετείται η ελληνιστική πολίχνη Τορύνη. Η Τορύνη κατείχε μια πολύ επίκαιρη θέση τόσο από γεωσυγκοινωνιακή όσο κι από γεωοικονομική άποψη. Συγκεκριμένα ήλεγχε τον χερσαίο ρωμαϊκό δρόμο, που οδηγούσε από τις θεσπρωτικές ακτές στην ενδοχώρα και τους δύο όρμους, του Βάλτου και του Κρυονερίου, απ’ όπου περνούσαν υποχρεωτικά τα πλοία που ακολουθούσαν τον θαλάσσιο δρόμο Απολλωνίας-Βουθρωτού-Νικόπολης. Τέλος, η Τορύνη βρισκόταν σε μια περιοχή που ήταν, όπως και σήμερα, κατάφυτη από ελαιόδεντρα, ενώ η θάλασσα πρόσφερε στους κατοίκους της πλούσια αλιεύματα και δυνατότητες για ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου.
Διαφήμιση
Αποτέλεσε κτήση των Νορμανδών, οι οποίοι έκτισαν το πρώτο φρούριο το 14ο αι. και κατόπιν των Bενετών, των Γάλλων, των Άγγλων και των Τούρκων. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας η πόλη είχε σημαντικά προνόμια, γνώρισε οικονομική ακμή και αποτέλεσε γέφυρα ανάμεσα στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και τη Βενετία.
Όπως αποδεικνύεται ιστορικά η Πάργα υπήρχε ως οικισμός από τους βυζαντινούς χρόνους. Η πρώτη μνεία της Πάργας με αυτή την ονομασία γίνεται το 1387 από τον Ιωάννη Καντακουζηνό που όπως αναφέρει ήταν ήδη μια από τις κυριότερες πόλεις της Ηπείρου. Αναφέρεται βέβαια στην Νέα Πάργα που δημιουργήθηκε ύστερα από την καταφυγή εκεί των κατοίκων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις επιδρομές των Αλβανικών φυλών της Πωγωνιανής.
Ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε με την συρροή των κατοίκων της περιοχής της Βαγεντίας (απέναντι από την Κέρκυρα), γύρω στο 1370. Η περιοχή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους δεχόταν πολλές επιθέσεις και επιδρομές πειρατών και ληστών. Η κατάσταση σταθεροποιείται από τα τέλη του 16ου αιώνα ως τα τέλη του 18ου αιώνα. Το 1401 η πόλη καθίσταται ενετική κτίση, και ως τέτοια θα παραμείνει μέχρι το 1797. Κατά τη διάρκεια της ενετικής διοίκησης η Πάργα οχυρώνεται καθώς χτίζεται το κάστρο της, γίνεται εμπορικό κέντρο (στο Βάλτο σώζεται ακόμα η Ντογάνα, δηλαδή το Τελωνείο της εποχής), αποκτά προνόμια και αυτοδιοίκηση και αναπτύσσεται οικονομικά. Παράλληλα, οι ενετοί προχωρούν στη φύτευση του ελαιώνα, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος των Παργινών να ασχολούνται με την παραγωγή ελιάς και λαδιού.
Στην Πάργα, όπως και στην Πρέβεζα λειτούργησαν λιοτριβιά (ελαιοτριβεία) και σαπωνοποιεία. Την ίδια αυτή περίοδο αναπτύσσεται σημαντική εκπαιδευτική κίνηση με πρωτεργάτες ονομαστούς δασκάλους, όπως τον Ιερομόναχο Φιλόθεο, τον Αναστάσιο Μοσπινιώτη, τον Ανδρέα Ιδρωμένο και Χριστόφορο Περραϊκό, τον Αγάπιο Λεονάρδο, κ.ά. Κατά την Τουρκοκρατία, αρκετοί Σουλιώτες περνούν μέσω Πάργας προς τα Επτάνησα.
Tο 1797 πέρασε στα χέρια των γάλλων και το 1814 των άγγλων. Με την συνθήκη των Παρισίων 5 Νοεμβρίου 1815 και την αποκατάσταση της ειρήνης στην Ευρώπη, τα Επτάνησα αποτέλεσαν το αυτόνομο Ιονικό κράτος κάτω από την αποκλειστική προστασία της Μεγάλης Βρετανίας και μετονομάστηκαν σε Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων. Οι Παργινοί οι οποίοι διατηρούσαν στενή σχέση με τα Επτάνησα βρέθηκαν και αυτοί υπό την κυριαρχία των Άγγλων. Oι Άγγλοι όμως και ο Τόμας Μέτλαντ ο οποίος είχε έρθει ως κυβερνήτης της Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή μετά την απελευθέρωση της Κέρκυρας το 1814 θέλοντας να ενισχύσει τον Αλή Πασά και με τον τρόπο αυτό να μειώσει την επιρροή των Ρώσων στην περιοχή αποφασίζει να «πουλήσει» την Πάργα στον Αλή Πασά ο οποίος για χρόνια την πολιορκούσε και δεν μπορούσε να την κατακτήσει. Τελικά όσα δεν κατάφερε ο Τουρκαλβανός άρχοντας δια τις βίας επί σειρά ετών, είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να κατασκευάσει το κάστρο της Ανθούσας σε ύψωμα πάνω από την Πάργα για να πολιορκεί συνεχόμενα και να ελέγχει την πόλη, το κατάφερε με ένα πλούσιο αντάλλαγμα προς τους Άγγλους που συντελέστηκε στις 28 Απριλίου του 1819.
Τότε περίπου 4.000 Παργινοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα, αφού προηγουμένως στις 15 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή, ανάσκαψαν τους πατρώους τάφους και συναθροίζοντας τα οστά των προγόνων τους τα έκαψαν στη πλατεία της αγοράς για να μη βεβηλωθούν από τους Αλβανούς που εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στην περιοχή, παίρνοντας την τέφρα μαζί τους! Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιβιβάστηκαν σε πλοία και πέρασαν στη Κέρκυρα. Επίσης μαζί τους πήραν σε σάκους χώμα της πατρώας γης, ενώ για άλλα σκεύη εκκλησιών και οικογενειακά εμποδίστηκαν από τους Άγγλους. Το ποσόν της εξαγοράς της Πάργας ήταν 150.000 λίρες που συγκέντρωσε ο Αλή Πασάς με εράνους που διενήργησε στο πασαλίκι του.
Το δημοτικό τραγούδι «Της Πάργας» περιγράφει τον τραγικό ξεριζωμό των Παργινών. Σπουδαίος επίσης είναι σχετικός πίνακας του Διον. Τσόκου η «Φυγή της Πάργας». Ο ιταλός ποιητής Giovanni Berchet περιέγραψε το δράμα των κατοίκων στο έργο του «I Profughi di Parga» (1820) απο το οποίο εμπνεύστηκε ο Francesco Hayez τον ομότιτλο πίνακα (1830).
Έτσι η Πάργα ήταν η τελευταία πόλη του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου που πέρασε σε τουρκική κατοχή. Το 1913 η Πάργα εντάσσεται στο Ελληνικό κράτος. Πολλοί Παργινοί επιστρέφουν στον τόπο τους μετά την απελευθέρωση, στις 23 Φεβρουαρίου του 1913.
Ορμητήριο αγωνιστών και πνευματικών δασκάλων, η Πάργα θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη βεντέτα του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, ενώ θ’ αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον Ανδρέα Κάλβο και τον Ιταλό ποιητή Μπερτσέτε.
Τη 12η Αυγούστου του 1943 η γειτονική Αμμουδιά πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν το χωριό και να μεταβούν στην Πάργα.
Οι κόλποι και τα νησάκια γύρω από την Πάργα
Κάθε χρόνο τον δεκαπενταύγουστο πραγματοποιούνται πολιτιστικές εκδηλώσεις στο Δήμο Πάργας, τα επονομαζόμενα Παργινά ή Κανάρεια. Οι εορτασμοί έχουν θρησκευτικό και ιστορικό χαρακτήρα.
Το βράδυ του εορτασμού της Παναγίας ο κόσμος μεταφέρεται με βάρκες στο νησάκι της Παναγιάς που βρίσκεται μπροστά από την πόλη της Πάργας. Το επόμενο βράδυ ανήμερα της Παναγιάς (15 Αυγούστου) πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται στον χώρο του λιμανιού για να παρακολουθήσει τη «βαρκαρόλα» η οποία αναπαριστά την επιστροφή των Παργινών και των Ιερών Κειμηλίων τους στην Πάργα. Σχεδόν ένα αιώνα μετά κατά την απελευθέρωση της Ηπείρου οι Παργινοί επέστρεψαν στην, ελεύθερη πια, Πάργα και το γεγονός αυτό αναπαρίσταται στη βαρκαρόλα. Δύο σειρές βάρκες από το κάστρο και τις Παυλούκες, στολισμένες φαντασμαγορικά με ενετικά φανάρια, κινούνται προς το λιμάνι όπου και τους γίνεται υποδοχή με πλήθος πυροτεχνημάτων και βεγγαλικών.
Μέσα στην πόλη της Πάργας υπάρχουν αρκετές και διαφορετικές παραλίες και κόλποι. Τους παλαιότερους χρόνους χρησίμευαν ως λιμάνια η αγκυροβόλια για τη ναυσιπλοΐα και βοήθησαν να γίνει το εμπορικό κέντρο που ήταν. Σήμερα έχουν συμβάλει σημαντικά στην τουριστική εξέλιξη της πόλης. Συγκεκριμένα το Κρυονέρι αντικρίζει το Νησάκι της Παναγίας. Στο κέντρο απέναντι από την παραλία δεσπόζει μια μικρή ψηλή βραχονησίδα που οι ντόπιοι την ονομάζουν Σκορδά. Δίπλα ακριβώς προς τα ανατολικά βρίσκεται το Πίσω Κρυονέρι μια μικρή παραλία επίσης εντός του οικισμού της Πάργας που περιστοιχίζεται από ψηλούς βράχους. Στα δυτικά της Πάργας εκτείνεται η ίσως πιο γνωστή παραλία της περιοχής ο Βάλτος.
Μια μεγάλη και τουριστικά ανεπτυγμένη παραλία που έχει θέα την πίσω πλευρά του κάστρου αλλά και τα σπίτια της περιοχής της Πάργας που ονομάζεται Τουρκοπάζαρο. Στα Ανατολικά 3 χιλιόμετρα έξω από την πόλη υπάρχει η παραλία Λίχνος, η οποία έχει και δύο μικρά θαλάσσια σπήλαια. Η παραλία είναι αμμώδης, αλλά έχει και σημεία με χαλίκια, και θεωρείται μια από τις πιο όμορφες της Πάργας. Περίπου 6 χιλιόμετρα ανατολικά από τη Πάργα μετά τον υδροβιότοπο του Καλοδικίου υπάρχει ο Αι Γιαννάκης. Τέλος έξι χιλιόμετρα στα Δυτικά της Πάργας κοντά στο χωριό Αγιά υπάρχει η παραλία Σαρακήνικο. Όλες οι παραπάνω παραλίες είναι προσβάσιμες οδικά. Επίσης υπάρχουν μια σειρά από παραλίες που προσεγγίζονται από τη θάλασσα όπως ο Άγιος Σώστης, η Σπαρτίλα, η Πωγωνιά!
ΠΗΓΗ .artinews.gr/
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

Κάποιοι αμφισβητούν την σουλιώτικη καταγωγή των σημερινών κατοίκων των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών. (Αυλότοπος, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί, Φροσύνη). Το επιχείρημά τους είναι πως όταν έπεσε το Σούλι (Δεκέμβριος του 1803, με το παλαιό ημερολόγιο), αυτό ερήμωσε παντελώς και οι Σουλιώτες που επέζησαν, έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα Επτάνησα και αργότερα σε άλλες περιοχές της επαναστατημένης τότε Ελλάδας. (Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Ναύπακτο κλπ). Έφυγαν και ουδέποτε ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους αιματοποτισμένα χώματα.
Με το μικρό μου τούτο σημείωμα, θέλω να δείξω, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η άποψη αυτή δεν ευσταθεί ολωσδιόλου. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ηρωικού αυτού τόπου, και όχι επιλεκτικά κάποια γεγονότα, δεν είναι δύσκολο να το αποδείξει. Πρώτον γιατί δεν έφυγαν όλοι οι Σουλιώτες με την πτώση, όπως ρητά γράφει σε διάφορα σημεία στα ιστορικά του έργα ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της Ιστορίας του Σουλίου και των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός. Δεύτερον γιατί πολλοί Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο, την ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και τη Ναύπακτο στη διάρκεια της επανάστασης, έχουν ίδια επώνυμα με σημερινά κατοίκων που ζουν στα τρία Σουλιωτοχωριά: Αυλότοπο (παλ. Γλαβίτσα), Τσαγγάρι, Φροσύνη (παλ. Κορίστιανη) και Κουκουλιούς. Το ιστορικό αυτό δεδομένο καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου συγγραφέα Ανάργυρου Φαγκρίδα «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 2η έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Μάιος 2021, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 και 3, σελ. 197-208 (τα στοιχεία είναι παρμένα από τα κρατικά αρχεία), όπως επίσης στα έργα του ίδιου του Περραιβού καθώς και στο βιβλίο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» (πρόκειται για τον Σπύρο Τζίπη από το Τσαγγάρι) από τις Εκδόσεις «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1978. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια τέτοια ονόματα ίδια ή παρόμοια ΤΟΤΕ και ΣΗΜΕΡΑ: Διαμάντης, Παπάς, Πάσχος, Τζίμας, Σπύρου, Πήλιος, Μπούσης, Κόλιας, Κο(ω)λέτσης, Μπάλος (σημ. Μπάλλας), Ζαγούρης (σημ. Λαγούρης), Φώτος (σημ. Φωτίου), Νίκου, Δάγκας (σημ. Ντάγκας), Γουλούμης (σημ. Γκουλιούμης), Μπόλο(ω)σης, Τζίπης (σημ. Τσίπης), Ζαχαριάς («Ζαχαριάς πρωτοπαλίκαρο Φώτου Τζαβέλα» αναφέρει ο γερο-Τζίπης στη σελ. 143) κλπ. Τρίτον: Στο Σουλιωτοχώρι Αυλότοπος ακόμη και σήμερα φωνάζονται (προφορικά δηλ.) -και μάλιστα με καμάρι!- το όνομα «Μπότσιαρης-ραίοι» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Τσιρώνης» και «Τζιαβέλας» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Κελέσης». Αυτό φυσικά εξηγείται από το γεγονός πως κάποιες οικογένειες Μποτσαραίων και Τζαβελαίων είτε μετακινήθηκαν από το Σούλι στη Γλαβίτσα λίγες μέρες μετά την πτώση του Σουλίου, καθώς συγγένευαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, είτε επέστρεψαν αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις άλλαξαν το όνομα για τον φόβο των κατακτητών και των συνεργατών τους -πάντα υπάρχουν τέτοιοι… Εξάλλου, η αλλαγή ονομάτων ήταν συνήθης πρακτική της τραγικής εκείνης εποχής (και όχι μόνο) και επιβεβαιωμένη από τον ίδιο τον Περραιβό. Πάνω στο θέμα αυτό, οι παπούδες και πατεράδες μας, (ημών των Τσιρωναίων δηλ.), έλεγαν πως το όνομα «Τσιρώνης» το πήραμε από κάποιους που ήρθαν από παλιά στο χωριό από τα Τζουμέρκα ή (και) την Καρδίτσα. Ως γνωστόν στην ευρύτερη εκείνη περιοχή -πρώτα στο Βουργαρέλι κι αργότερα στις Πηγές Άρτας (παλ. όνο. Βρεστενίτσα) και στην Ιερά Μονή Σέσκλου- είχε μετοικίσει η Φάρα των Μποτσαραίων ή Μποτσαράτων από το Παλιοχώρι Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου στα 1800 (όπου ο καπετάν Γεώργιος Μπότσαρης είχε αναλάβει το Αρματολίκι Βουργαρελίου, ύστερα από συμφωνία με τον Αλή Πασά) και από το Σούλι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα λίγα 24ωρα πριν την αποχώρηση του Φώτου Τζαβέλα και άλλων φαρών από το Κούγκι (16 Δεκεμβρίου 1803). Αλλά και μετά την καταστροφική για τους Σουλιώτες μάχη του Σέσκλου (24 Απριλίου 1804), 65 Σουλιώτες (εκτός των 38 περίπου που σώθηκαν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη -μαζί και ο 13χρονος τότε Μάρκος!) «διασκορπίστηκαν» στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, ένθεν και ένθεν του Ασπροπόταμου (Αχελώος) όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φαγκρίδας (ο. π. σελ.165).
Και μια μικρή αναφορά στους κατοίκους της μαρτυρικής Σαμονίβας που φέρουν μόνο το όνομα «Τόκας» μέχρι σήμερα! Οι «Τοκαίοι», πράγματι, δεν έχουν Σουλιώτικη καταγωγή. Τους μετοίκισε ο Αλής από την Αλβανία, ύστερα από την πτώση του Σουλίου για δικούς του λόγους. Όμως οι ίδιοι πάντοτε και σήμερα θεωρούν ύψιστη ύβρι εάν κανείς δεν τους αναγνωρίζει ως γνήσιους Σουλιώτες και δεν τους αποκαλεί έτσι!
Εδώ ας μου επιτραπεί να θυμίσω τα λόγια του μεγάλου Αρχαίου Έλληνα Ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Ισοκράτη για το όνομα Έλλην: «Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Με απλά λόγια: Έλληνας δεν είναι αυτός που έχει ελληνική καταγωγή, αλλά αυτός που αισθάνεται Έλληνας και τούτο όχι με τα λόγια, άλλα να το δείχνει στην πράξη με την παιδεία και το φρόνημά του». Το ίδιο και οι Σουλιώτες: δεν αρκεί μονάχα η καταγωγή τους (μας), αλλά πιο πολύ το φρόνημα που έχουν (έχουμε) και το αποδεικνύουν (-ουμε) έμπρακτα και καθημερινά απέναντι στον τόπο και την Ιστορία του. Εάν όλοι οι σημερινοί απόγονοι των Σουλιωτών με τα ιστορικά ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλας, Κουτσονίκας, Τζήμας, Ζέρβας, Δαγκλής, Δράκος Κάσκαρης, Μαλάμος, Μπέκας κλπ, που είναι πάμπολλοι και ουκ ολίγοι πάμπλουτοι, τόσο μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και εκτός αυτής, εάν ένιωθαν και ήταν πραγματικοί Σουλιώτες, το Σούλι σήμερα μαζί με τα Σουλιωτοχωριά! (εννοείται), δεν θα παρέμενε για τόσες δεκαετίες στην υπανάπτυξη, στην απομόνωση και στην, σε λίγα μόνο χρόνια, ερήμωση, αλλά θα βρισκόταν δικαίως στις κορυφαίες, από πολιτιστική, ιστορική, περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική άποψη, περιοχές της Ελλάδας. Και τούτο δίχως να χρειαζόταν η συνδρομή της Πολιτείας. Ευτυχώς, πάντως, που υπάρχουν έστω και ελάχιστες εξαιρέσεις.
Αυτά τα ολίγα για τους δύσπιστους περί των «πραγματικών» Σουλιωτών και αν χρειαστεί θα επανέλθω αναλυτικότερα.
Σημ. Για το σημερινό (19-8-2026) ετήσιο «αντάμωμα Σουλιωτών», χρόνια πολλά, δημιουργικά και πάνω απ’ όλα ελεύθερα σε όλους τους Σουλιώτες και σε όσους αισθάνονται Σουλιώτες.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Από τα νεκροταφεία στα πευκοδάση: Ο θρύλος για τους Ρωμαίους και τον εμπρησμό των πόλεων

Μια εντυπωσιακή ιστορία που αναπαράγεται εδώ και χρόνια θέλει τους Ρωμαίους να φυτεύουν εύφλεκτα πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς που κατακτούσαν, ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μπορούν να προκαλέσουν φωτιά και να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο καταστολής. Μαζί με αυτή την αφήγηση εμφανίζεται και μια δεύτερη ιστορία, που συνδέει τα αρχαία νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια με την προστασία από τις πυρκαγιές.
Η ιστορία με τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια
Στην αρχαιότητα οι νεκροπόλεις βρίσκονταν πράγματι συχνά έξω από τα τείχη των πόλεων και κατά μήκος σημαντικών δρόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κεραμεικός της Αθήνας, ενώ η πρακτική των ταφών εκτός των ορίων της πόλης συναντάται ευρύτερα στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.
Πάνω σε αυτό το πραγματικό ιστορικό στοιχείο έχει αναπτυχθεί μια δημοφιλής αφήγηση: ότι γύρω από τα νεκροταφεία φυτεύονταν κυπαρίσσια, δημιουργώντας μια ζώνη που μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο στη φωτιά και ως ασφαλέστερος διάδρομος διαφυγής από την πόλη.
Το κυπαρίσσι πράγματι παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συμπεριφορά απέναντι στη φωτιά. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι το μεσογειακό κυπαρίσσι μπορεί να έχει χαμηλότερη αναφλεξιμότητα και έχει εξεταστεί ακόμη και η χρήση του σε φυτικές αντιπυρικές ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φύτευαν συστηματικά κυπαρίσσια στα νεκροταφεία ειδικά για αυτόν τον σκοπό.
Οι Ρωμαίοι και τα πεύκα γύρω από τις πόλεις
Η συνέχεια της ιστορίας υποστηρίζει ότι, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν ελληνικές περιοχές, φύτευαν πυκνά πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς. Επειδή το πεύκο και η ξερή πευκοβελόνα μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα τη φωτιά, υποτίθεται ότι οι ζώνες αυτές μπορούσαν να πυρποληθούν σε περίπτωση εξέγερσης.
Εδώ, όμως, η ιστορική τεκμηρίωση σταματά. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη αρχαία πηγή ή σύγχρονη ιστορική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένη ρωμαϊκή πολιτική φύτευσης πεύκων γύρω από πόλεις με σκοπό τον μελλοντικό εμπρησμό τους.
Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι τα πεύκα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Θεόφραστος, ήδη από τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αναφέρεται σε είδη πεύκου, στη ρητίνη και στις ιδιότητές τους, ενώ η σύγχρονη βοτανική καταγράφει τη χαλέπιο πεύκη ως αυτοφυές είδος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου.
Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;
Η συγκεκριμένη αφήγηση φαίνεται επομένως να συνδυάζει πραγματικά στοιχεία με μια μεταγενέστερη ερμηνεία: οι αρχαίες νεκροπόλεις πράγματι βρίσκονταν συνήθως έξω από τις πόλεις, τα κυπαρίσσια παρουσιάζουν πράγματι σχετικά χαμηλή αναφλεξιμότητα και τα πεύκα είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον της φωτιάς.
Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας: ότι οι Ρωμαίοι δημιουργούσαν σκόπιμα ζώνες πεύκων γύρω από ελληνικές πόλεις ώστε να μπορούν να τις πυρπολήσουν όταν οι κάτοικοί τους εξεγείρονταν.
Με λίγα λόγια: πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει διαδοθεί ευρέως, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.
“`

























