ΑΠΟΨΕΙΣ
Marianne: Στα «7 καθάρματα» της κρίσης ο Καραμανλής

Στα «7 καθάρματα της κρίσης» που πλήττει την Ευρώπη κατατάσσει το γαλλικό περιοδικό Marianne τον τέως πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή. Το περιοδικό πραγματοποιεί από αυτή την εβδομάδα αφιέρωμα για τα αίτια και τους υπεύθυνους της οικονομικής κρίσης, εγκαινιάζοντάς το με ρεπορτάζ υπό τον τίτλο «Κώστας Καραμανλής, ο δημιουργός της ελληνικής τραγωδίας».
«Ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, από το 2004 έως το 2009, με την ανικανότητα και τα ψέματά του, βύθισε τη χώρα του σε ένα τρομακτικό χάος. Ο κ. Καραμανλής, ανιψιός του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας 4 φορές από το 1955 έως το 1981, είχε μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα: να καταστρέψει τη χώρα. Λιγότερο από πέντε χρόνια, του ήταν αρκετά για να αδειάσει τα κρατικά ταμεία και να φέρει την Ελλάδα στην άκρη του γκρεμού».
Το δημόσιο χρέος (στο 120% του ΑΕΠ) και το έλλειμμα (στο 13% του ΑΕΠ) προκαλούν ρίγος, αλλά ο Κώστας διατηρεί ανέπαφο το αστραφτερό του χαμόγελο, που φαίνεται ότι είχε τυφλώσει τους συμπολίτες του το 2004. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, «δεν ήταν παρά η παραπλανητική αλλά ελκυστική βιτρίνα των υποσχέσεων και των φιλοδοξιών του. Το τεράστιο κόστος τους είχε προκαλέσει τη δυσπιστία των Ελλήνων πολιτών, η υπερηφάνεια όμως, που τους γέμιζε το γεγονός ότι βρίσκονται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, τους έκανε να μπερδέψουν την ψευδαίσθηση με την πραγματικότητα» αναφέρει το περιοδικό.
Και το Marianne συνεχίζει: «Λόγω έλλειψης ικανοτήτων, ο Κ. Καραμανλής είχε καταφέρει να επιδείξει τεράστιο χάρισμα στην τέχνη της παραπλάνησης. Κατά τη διάρκεια πολλών ετών, η απόκλιση, μεταξύ των στατιστικών στοιχείων που υποβάλλονταν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και των πραγματικών μεγεθών του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, άγγιζε το 2,2% του ΑΕΠ. Ο Κώστας όμως έκανε ταχυδακτυλουργικά κόλπα, όπως ένας πλανόδιος μικροπωλητής σε ένα υπαίθριο παζάρι. Τον Οκτώβριο ωστόσο, του 2009, συνειδητοποίησε ότι δεν έχει άλλη ενέργεια για να συνεχίσει στους ίδιους ρυθμούς και οι εμπειρογνώμονες που καταγγέλλουν σήμερα την Ελλάδα, δεν είχαν τότε καταφέρει να δουν τι πραγματικά συνέβαινε. Με ένα ποσοστό ανάπτυξης που πλησίαζει το 5%, το φτωχό αυτό έθνος προκαλούσε σύνδρομα κατωτερότητας στις ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες με αδύναμες οικονομίες. Ο Κώστας Καραμανλής, σαν να ζούσε μέσα σε ένα όνειρο, έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται στο ύψος των περιστάσεων και της περίοπτης πολιτικής του γραμμής. Ωστόσο, αν και η Ελλάδα θεμελίωσε την έννοια της δημοκρατίας πριν από μερικούς αιώνες, πολύ συχνά φαινόταν ότι ξεχνούσε τις συγκεκριμένες αξίες. Στην πολιτική ζωή της χώρας επικρατεί ο νεποτισμός της οικογενειοκρατίας και αυτή είναι άλλωστε, και η δική του περίπτωση».
«Πολιτικο-οικονομικά σκάνδαλα κηλιδώνουν τη φήμη της κυβέρνησής του, και αντί να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, ο Κώστας Καραμανλής οδηγεί τη χώρα στη χρεοκοπία. Η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο, αλλά όχι αποκλειστικά. Στο πλευρό του, αλλά στο παρασκήνιο, σύμβουλοι που πρότειναν τη «συνεργασία» με την Goldman Sachs, που συνέστησαν την κάλυψη των πραγματικών οικονομικών μεγεθών και την υποβολή ψευδών στοιχείων».
Αναφερόμενο στον νυν πρωθυπουργό, το δημοσίευμα αναφέρει ότι «Ο διάδοχός του στον πρωθυπουργικό θώκο και προαιώνιος αντίπαλός του, Γιώργος Παπανδρέου, με τη σειρά του γόνος πολιτικής οικογένειας της χώρας, δεν θα αργήσει να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής ήδη από την επαύριο της εκλογικής του νίκης το 2009. Ο Παπανδρέου, χωρίς να διαθέτει το χάρισμα να συγκλονίζει τα πλήθη, μετατρέπεται ξαφνικά στον πιο μισητό άνθρωπο της χώρας, όταν ανακοίνωσε δέσμη αυστηρών μέτρων προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα».
«Ο Καραμανλής θα αποφύγει το πιθανότερο, κάθε είδους νομικής δίωξης και ίσως να μη δώσει ποτέ εξηγήσεις για τις πράξεις του. Από τον τρόπο διαχείρισης των πυρκαγιών του 2008, έως την πρόσφατη οικονομική κρίση, ο πολιτικός αυτός επέδειξε μια ουσιαστική επιμονή για να αποδυναμώσει τη χώρα. Το χειρότερο βέβαια είναι ότι σε περίπτωση μιας εξαιρετικής αντιδημοτικότητας των Σοσιαλιστών, ο Καραμανλής μπορεί να φαντάζεται ότι θα εκπροσωπήσει εκ νέου τη χώρα» καταλήγει το περιοδικό.
via
ΑΠΟΨΕΙΣ
Θεσσαλονίκη και ΔΕΘ: Αστυνομοκρατία, ταλαιπωρία και το ερώτημα «ποιον τελικά προστατεύουν;»

Έντονο προβληματισμό προκαλούν για ακόμη μία χρονιά στη Θεσσαλονίκη τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας ενόψει της ΔΕΘ, με το κέντρο της πόλης να προετοιμάζεται για περιορισμούς, ισχυρή αστυνομική παρουσία και αυξημένη κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Κάτοικοι εκφράζουν την αγανάκτησή τους, θέτοντας το ερώτημα αν η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τις πραγματικές ανάγκες και ποιον τελικά εξυπηρετεί.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η παρουσία χιλιάδων αστυνομικών, με αναφορές για περίπου 5.000 έκτακτα αποσπασμένους ενόψει της ΔΕΘ. Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, τις συνεχείς μετακινήσεις αστυνομικών δυνάμεων και την αναστάτωση στο κέντρο, δημιουργεί για πολλούς κατοίκους την αίσθηση μιας πόλης που για ένα ακόμη Σαββατοκύριακο λειτουργεί υπό καθεστώς ιδιαίτερα αυξημένων μέτρων ασφαλείας.
Παράλληλα, περιγράφεται μια Θεσσαλονίκη που σταδιακά αδειάζει. Φοιτητές επιλέγουν να επιστρέψουν στα πατρικά τους, ενώ αρκετοί κάτοικοι που έχουν τη δυνατότητα εγκαταλείπουν προσωρινά το κέντρο για τη Χαλκιδική ή άλλους προορισμούς. Στον χώρο των ταξί, επίσης, διατυπώνεται η εκτίμηση ότι επαγγελματίες αποφεύγουν να εργαστούν στο κέντρο τις ημέρες της ΔΕΘ, λόγω των περιορισμών και της δυσκολίας μετακίνησης.
Το πολιτικό μήνυμα της αποχής
Η συζήτηση αποκτά και πολιτική διάσταση, με αναφορά στα εκλογικά δεδομένα της Α’ Θεσσαλονίκης στις εκλογές του 2023. Από 533.800 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, ψήφισαν 341.466, ενώ 192.334 δεν προσήλθαν στις κάλπες.
Στα αποτελέσματα που παρατίθενται, η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 112.971 ψήφους, ο ΣΥΡΙΖΑ 65.181, η Ελληνική Λύση 27.629, το ΠΑΣΟΚ 26.270, το ΚΚΕ 24.607, η ΝΙΚΗ 15.145, η Πλεύση Ελευθερίας 14.969 και το ΜέΡΑ25 περίπου 11.000 ψήφους, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα συγκέντρωσαν συνολικά 33.082.
Για όσους ασκούν κριτική στο πολιτικό σύστημα, το μεγαλύτερο μήνυμα βρίσκεται στην αποχή. Οι 192.334 πολίτες που δεν πήγαν στις κάλπες ξεπερνούν κατά πολύ τις ψήφους οποιουδήποτε μεμονωμένου κόμματος, γεγονός που χρησιμοποιείται ως ένδειξη πολιτικής αποστασιοποίησης και δυσπιστίας απέναντι στο σύνολο του πολιτικού προσωπικού.
«Αφού όλα βαίνουν καλώς, γιατί τόσα μέτρα;»
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι απλό: εφόσον η επίσημη κυβερνητική εικόνα παραμένει ότι η κατάσταση στη χώρα εξελίσσεται ομαλά, γιατί απαιτείται μια τόσο εκτεταμένη κινητοποίηση αστυνομικών δυνάμεων για την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας στη Θεσσαλονίκη;
Η κριτική δεν περιορίζεται στα μέτρα ασφαλείας. Αγγίζει συνολικά την αξιοπιστία των πολιτικών εξαγγελιών, ιδιαίτερα απέναντι σε μια κοινωνία που εμφανίζεται κουρασμένη από υποσχέσεις και ζητά άμεσα, μετρήσιμα αποτελέσματα στην καθημερινότητά της.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους νέους ανθρώπους που επιλέγουν να αναζητήσουν εργασία και προοπτικές στο εξωτερικό. Το φαινόμενο παρουσιάζεται ως μία ακόμη ένδειξη της απόστασης ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες περί ανάπτυξης και στην εμπειρία ενός τμήματος της κοινωνίας που δηλώνει ότι δεν βλέπει ουσιαστική βελτίωση στις συνθήκες ζωής του.
Οι κάτοικοι του κέντρου στο ίδιο έργο θεατές
Για όσους ζουν μόνιμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, πάντως, το ζήτημα είναι πολύ πιο άμεσο. Κλειστοί δρόμοι, περιορισμοί στην κυκλοφορία, σειρήνες, αυξημένη παρουσία αστυνομικών οχημάτων και δυσκολία στις καθημερινές μετακινήσεις συνθέτουν ένα σκηνικό που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο.
Και πίσω από τη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση παραμένει ένα πρακτικό ερώτημα: αν η ΔΕΘ αποτελεί θεσμό που υποτίθεται ότι συνδέει την πολιτική ηγεσία με την κοινωνία και την οικονομία, μπορεί αυτό να συμβαίνει όταν ένα μεγάλο μέρος της ίδιας της πόλης αισθάνεται ότι για ημέρες πρέπει απλώς να υπομένει τις συνέπειες;
ΑΠΟΨΕΙΣ
Πρόωρη αποπληρωμή χρέους: Καταγγελίες ότι τα υπερπλεονάσματα χτίστηκαν πάνω στους φόρους των πολιτών

Πρόωρη αποπληρωμή χρέους: Στο επίκεντρο τα 13 δισ. ευρώ και τα υπερπλεονάσματα
Έντονη κριτική στην κυβερνητική επιλογή για πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δημόσιου χρέους διατυπώνεται με αφορμή ποσό περίπου 13 δισ. ευρώ, με βασικό επιχείρημα ότι τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα προέρχονται σε σημαντικό βαθμό από τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.
Στην παρέμβαση υποστηρίζεται ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια δεν αποτελούν χρήματα που «περισσεύουν», αλλά αποτέλεσμα μιας δημοσιονομικής πολιτικής που, όπως καταγγέλλεται, στηρίζεται στην υψηλή και άδικη φορολόγηση των Ελλήνων πολιτών.
Κριτική για τα υπερπλεονάσματα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα υπερπλεονάσματα, τα οποία παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης, ενώ ταυτόχρονα τίθεται το ζήτημα των οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες.
Η θέση που διατυπώνεται είναι ότι, αντί να συσσωρεύονται σημαντικά ποσά με στόχο την πρόωρη εξόφληση δανειακών υποχρεώσεων, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και βασικών δημόσιων υπηρεσιών.
Παιδεία, Υγεία, μισθοί και συντάξεις
Μεταξύ των τομέων στους οποίους, σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, θα μπορούσαν να διοχετευθούν τα χρήματα αναφέρονται η Παιδεία, η Υγεία, οι μισθοί και οι συντάξεις.
Η κριτική εστιάζει στο ότι η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως θετική εξέλιξη για τη χώρα, ενώ η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να εξεταστεί κατά πόσο μέρος των διαθέσιμων πόρων θα μπορούσε να επιστρέψει στην κοινωνία ή να κατευθυνθεί σε δημόσιες επενδύσεις.
Αιχμές κατά του πρωθυπουργού
Στην παρέμβαση διατυπώνονται παράλληλα ιδιαίτερα αιχμηρές πολιτικές αιτιάσεις σε βάρος του πρωθυπουργού, με τον ισχυρισμό ότι η επιλογή της πρόωρης αποπληρωμής εξυπηρετεί και την ενίσχυση της εικόνας της κυβέρνησης απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Μάλιστα, εκφράζεται η εκτίμηση ότι πίσω από αυτή την επιλογή μπορεί να υπάρχουν και προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις για το μέλλον του πρωθυπουργού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτική αξιολόγηση και ισχυρισμό που διατυπώνεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης κριτικής και όχι για τεκμηριωμένο γεγονός.
Το ζήτημα της πρόωρης αποπληρωμής του δημόσιου χρέους επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πώς πρέπει να αξιοποιούνται τα δημοσιονομικά πλεονάσματα: στην ταχύτερη μείωση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας ή στην ενίσχυση εισοδημάτων, δημόσιων υπηρεσιών και επενδύσεων.





























