ΙΣΤΟΡΙΑ
H ιστορία των ηρωικών Σουλιωτών

Ἡ Σουλιωτοπούλα
Γιάννη Βλαχογιάννη
Στῆς μάχης τόν καπνό, πού πνίγει τό λαγκάδι, ὁ Σουλιώτης ὅλα τά ἔχει λησμονήσει, πεῖνα καί δίψα. Καί τό Σούλι πέφτει ξέμακρα, καί σάν λησμονημένο εἶναι καί ἐκεῖνο τ’ ἄχαρο.
Καί ἐκεῖ πού πολεμάει τό παλληκάρι τό ἀγλύκαντο, μέρα καί νύκτα, ἀκούει μιά γνώριμη φωνή, πού τόν ξυπνάει:
– Λοιπόν τό Σούλι δέν χάθηκε καί ζῇ.
Ἦταν ἡ Λάμπη, ἡ ἀδελφή τοῦ παλληκαριοῦ.
– Τί καλά μοῦ φέρνεις, Λάμπη;
– Ζεστή κουλούρα, ἀδελφέ, πού σοῦ τήν ἐζύμωσα μέ τά χεράκια μου καί ἡ μάννα τήν ἔψησε στήν ἀνθρακιά μονάχη. Ἔλα νά φᾷς καί νά ξαποστάσης.
– Δέν μπορῶ, καημένη, νά παρατήσω τό τουφέκι …
– Αὐτό εἶναι ἡ συλλογή σου, Νάση; Ἔρχομαι ἐγώ καί σοῦ κρατῶ τόν τόπο σου … Νά, σοῦ ἔστρωσα! Καί δός μου τό τουφέκι.
Χαμογελᾷ ὁ ἀδελφός ὁ καπνισμένος. Καί δέν ἔχει ἀνάγκη νά μάθη τήν κορασιά πῶς πιάνουν τό τουφέκι.
Ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε πάντα. Μέ χέρι σταθερό ἐγέμιζεν ἐκείνη καί σημάδευε. Καί ὁ ἀδελφός της παραπέρα ἔτρωγε ἥσυχος καί μονάχα τήν πεῖνά του ἄκουγε, τήν θεριεμένη μέσα του.
Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε. Καί ἐκεῖ ἕνα βόλι ἦλθε καί ἐπέτυχε κατάστηθα τήν κορασιά. Καί αὐτή ἔκανε καρδιά καί δέν ἐμιλοῦσε. Τό αἷμα ἐπλημμύριζε τόν κόρφο της. Ἡ Λάμπη ἐσημάδευε καί ἐτουφεκοῦσε.
– Ἔφαγες, Νάση;
– Κοντεύω, ἀκόμη λίγο, Λάμπη.
Ἡ κόρη ἐξαναρώτησε καί δεύτερη καί τρίτη φορά. Καί τότε μέ ἕνα πήδημα τό παλληκάρι βρέθηκε κοντά της. Ἄρπαξε τό τουφέκι καί ἥσυχο, καθώς εἶχε τραβηχθῆ, ἐξανάρχισε τόν πόλεμο.
Ἀμίλητη ἡ Σουλιωτοπούλα ἐπῆγε παραπίσω καί ἔπεσε.
Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε …
«Μεγάλα Χρόνια» 1930 (Ἀναγνωστικόν Στ΄ Δημοτικοῦ 1964)

Η μεγάλη έξοδος των Σουλιωτών
Γράφει ο Χρήστος Καπερώνης
12η Δεκεμβρίου 1803- Η συνθήκη της παράδοσης του Σουλίου.
Μαύρη μέρα ξημέρωσε για το Σούλι. Το Μαρτυρικό Σούλι μετά από σκληρή πολιορκία του Αλή πασά αναγκάζεται να υπογράψει συμφωνία με τον τύραννο κάτω από το βάρος των δεινών και της πείνας που επέφερε ο ολοσχερής αποκλεισμός του.. Δεν άντεχαν άλλο πλέον. Οι καπεταναίοι του Σουλίου με επικεφαλής τους Φώτο Τζαβέλα και Νότη Μπότσαρη, βάζουν με βαριά καρδιά την υπογραφή τους σε μια συμφωνία που ο πανούργος Αλή πασάς δεν θα την σεβαστεί ποτέ. Έτσι η Μεγάλη Έξοδος για τους Σουλιώτες αρχίζει.
Με δάκρυα και πόνο εγκαταλείπουν για πρώτη φορά τις πατρογονικές εστίες, παίρνοντας τα υπάρχοντά τους ο καθένας, ό,τι μπορούσε και μαζί με τις οικογένειές τους, αρχίζουν το μεγάλο ταξίδι. Πίσω τους όμως άφηναν την ψυχή τους να φυλάει καραούλι στο Σούλι. Άφηναν τους τάφους των προγόνων με τον όρκο ότι πολύ σύντομα θα επιστρέψουν πίσω. Άφησαν όμως και στο Κούγκι τον μπουρλοτιέρη τους τον καλόγηρο Σαμουήλ, για να επιδώσει τα διαπιστευτήρια τους στους Τουρκαλβανούς που έφτασαν. Δεν γνώριζαν όμως τι τους επεφύλασσε ακόμη η μαύρη μοίρα τους. Αν την γνώριζαν…. δεν θα έφευγαν ποτέ από το Σούλι γιατί ο τύραννος, άλλα είχε κατά νου….
16η Δεκεμβρίου του 1803. Δίνεται το σύνθημα για την Μεγάλη Έξοδο.
Ένα τμήμα περίπου 1.500 ανδρών με επικεφαλής τους Φώτο Τζαβέλα, Δήμο Δράκο και Τζίμα Ζέρβα, κίνησαν κατά την Πάργα που ήταν υπό Ρωσικό έλεγχο ελπίζοντας στην προστασία των Ευρωπαίων. Καθ’ οδόν καταδιώχθηκαν από τους Τουρκαλβανούς, αλλά τελικά έφτασαν στην Πάργα με ασφάλεια και από εκεί πέρασαν στην Κέρκυρα που την κατείχαν ήδη οι Ρώσοι. Το 1807 θα περιέλθει στους Γάλλους.
Το δεύτερο τμήμα 800 περίπου νοματαίων με επικεφαλής τον Κουτσονίκα και Κίτσο Μπότσαρη χτυπήθηκε την ίδια κιόλας μέρα 16 Δεκεμβρίου, αφού ο Αλής αθέτησε την συμφωνία.
Τους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στο Ζάλογγο όπου έγινε σφοδρότατη μάχη, αποδεκατίστηκαν και ακολούθησε η θυσία των γυναικών με τον επικό χορό του Ζαλόγγου. Χέρι –χέρι εξήντα [60] ηρωικές Σουλιώτισσες, ασπαζόμενες τα παιδιά τους και ρίχνοντας τα στον γκρεμό, τα ακολουθούσαν μία μία. Ένας άφθαστος ηρωισμός που έφτασε στα πέρατα της οικουμένης.
Οι ορδές του Αλή Πασά, αφού εξόντωσαν τους Σουλιώτες από τα περισσότερα χωριά τους, στις 23 Δεκεμβρίου 1803 στράφηκαν στη Ρηνιάσα, ένα μικρό χωριό μεταξύ Πρέβεζας και Πάργας (τα σημερινά Ριζά). Εκεί είχαν καταφύγει μετά τη συνθηκολόγηση είκοσι εφτά σουλιώτικες οικογένειες χωρίς αρχηγό και ως επί το πλείστον γυναικόπαιδα. Όμως το εχθρικό λεφούσι που τις έζωσε βρήκε μια μόνη αντίσταση. Μια ηρωίδα Σουλιώτισσα, τη Δέσπω Σέχου-Μπότση γυναίκα του Γιωργάκη Μπότση που σκοτώθηκε στο Σούλι.
Μετά τη συνθηκολόγηση η Δέσπω πήρε τη φαμίλια της και τ’ άρματά της και τράβηξε κι αυτή τον δρόμο του ξεριζωμού.. Σαν έφτασαν στη Ρηνιάσα κατέφυγαν σε ένα παλιό πύργο που βρισκόταν στην άκρη του χωριού, τον πύργο του Δημουλά, όπως τον έλεγαν. Εκεί η Δέσπω αποφάσισε ν’ αντισταθεί. Οι Τουρκαλβανοί προσπαθούν να παραβιάσουν την εξώπορτα, οι γυναίκες αντιστέκονται με τα λιγοστά όπλα.. Σε λίγο όμως ένα άνοιγμα του μαντρότοιχου τους αφήνει και μπαίνουν στον αυλόγυρο.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να τους ρίχνουν. Αυτοί ορμούν με κραυγές, μα πριν προλάβουν να τις πιάσουν ζωντανές, όπως ήλπιζαν, μια φοβερή λάμψη κι’ ένας κρότος τρομερός αντήχησε ολόγυρα. Όλα έγιναν ερείπια που τους καταπλάκωσαν. Τι είχε γίνει; Η Δέσπω αφού αντιστάθηκε ως την τελευταία στιγμή, σύναξε γύρω της κόρες, νύφες κι εγγόνια. Έριξε κάτω όσο μπαρούτι τους είχε απομείνει κι αφού έστειλε από μακριά χαιρετισμό στο Σούλι, έβαλε φωτιά και ανατινάχθηκαν μαζί με τους Τουρκαλβανούς.
Το τρίτο τμήμα με επικεφαλής τον Νότη Μπότσαρη έφτασε στο Βουργαρέλι, τόπος γνώριμός τους, για να εγκατασταθούν. Όταν όμως έμαθαν τα γεγονότα του Ζαλόγγου και της Ρηνιάσας, κατάλαβαν ότι έρχεται η σειρά τους. Εκεί έφτασε και ο Κίτσος Μπότσαρης [διασωθείς από το δεύτερο τμήμα]. Έτσι όλη η φάλαγγα αποτελούμενη από 1.148 νοματαίους όπως αναφέρει ο Πουκεβίλ και τα λιγοστά υπάρχοντά τους, κίνησε μέσα στο καταχείμωνο για τη Βρεσθενίτσα, [σημερινές Πηγές, Ιστορική έδρα του δήμου Γ. Καραϊσκάκη] με σκοπό να διέλθουν την γέφυρα Κοράκου και από εκεί στο αρματολίκι των Αγράφων. Εκεί όμως συνάντησαν την άρνηση των κλεφταρματωλών των Αγράφων φοβούμενοι και αυτοί αντίποινα του Αλή πασά.
Έτσι παρέμειναν στην Βρεσθενίτσα. Εν τω μεταξύ έμαθαν ότι ο Αλής στέλνει στρατεύματα εναντίον τους. Διάλεξαν τότε ως έσχατη λύση να αμυνθούν στην Ιερά Μονή Σέλτσου, που απέχει 5 χιλιομ. από τις Πηγές. Είναι χτισμένη στο φρύδι του φαραγγιού της Γκούρας του Αχελώου, φύσει και θέσει οχυρά, απροσπέλαστη, αλλά συνάμα και αόρατη παγίδα για τους ηρωικούς Σουλιώτες, αφού απεδείχθη εκ των πραγμάτων ότι δεν υπήρχε δίοδος διαφυγής.
Ίσως όμως και να το ήξεραν. Ίσως εν γνώσει τους κλείστηκαν εκεί για ένα τετράμηνο μέχρι τις 23 Απριλίου του 1804 περιμένοντας την λύτρωση της αθανασίας, με έναν ηρωικό θάνατο. Άλλωστε δεν είχαν και άλλη λύση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής των έτυχαν φροντίδας και ανεφοδιασμού των κατοίκων της Βρεστενίτσας αλλά και των γύρω χωριών των Ραδοβιζίων και των χωριών της Αργιθέας. Διακόσιοι [200] Ραδοβιζινοί συντάχθηκαν στο πλευρό τους, και πολέμησαν μέχρις εσχάτων.
(Άνω και Κάτω Ραδοβίζι είναι όλη σχεδόν η περιοχή του νομού Άρτας από την Καλεντίνη και πάνω. Αργιθέα είναι η περιοχή των Αγράφων απέναντι από τις Πηγές Άρτας).
Γνώριζαν πλέον, ότι δεν θα ξαναπατήσουν τα άγια χώματα του Σουλίου, ούτε τους πατρογονικούς τάφους θα προσκυνήσουν, αλλά και ούτε καν δικό τους τάφο θα γευτούν ποτέ… Από αυτούς σώθηκαν μόνο 40 [κατ άλλους 80]. Διακόσια πενήντα[250 ] γυναικόπαιδα έγραψαν το δικό τους Έπος, πέφτοντας στον γκρεμό που έχασκε πάνω από τον Αχελώο ποταμό, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Ανείπωτη θυσία ….
Εκεί πνίγηκε η θρυλική Λένω του Μπότσαρη (βλ. βίντεο).
Ένα νέο Ζάλογγο….
«Ύστερα από νικηφόρο, αλλά άπελπιν αγώνα, κατά ασυγκρίτως υπερτέρων δυνάμεων, χίλιοι Σουλιώτες και Ραδοβιζινοί πίπτουν ηρωϊκώς στις 23 Απριλίου 1804, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου. Από τους υπερχιλίους μαχητές άνδρας και γυναίκας, εσώθησαν μόνον 80 με τον Κίτσο. Εκεί εχάθη το άνθος του Σουλίου.» αναφέρει ο ιστορικός. Ο δε Πουκεβίλ γράφει. ‘’Δεν χωρεί ιστορικού νους ότι στο Σέλτσο μέσα σε μια μέρα, χάθηκαν τρεις γενεές Μποτσαραίων’’.
Όταν οι υπόλοιποι Σουλιώτες μετά από 15 χρόνια, το 1820 θα ξαναπατούσαν στο Σούλι, αυτοί θα έλειπαν από το προσκλητήριο …Είχαν μείνει για πάντα στο Σέλτσο ξεχασμένοι και αγνοούμενοι της ιστορίας. Παρών θα είναι μόνο ο Μάρκος Μπότσαρης που έζησε 13χρονος την τραγωδία του Σέλτσου, και ο Νότης Μπότσαρης, άξιοι συνεχιστές των προγόνων τους Για δεκαετίες, η θυσία τους θα μείνει απρόσιτη από τις γραφίδες της ιστορίας και τα αδιάκριτα μάτια των κατά καιρούς εθνοαποδομιστών και των αντιρρησιών της- Ρεπούση, Ψιμούλη, Κουλούρη και Σια…
Έτσι κορυφώθηκε και έληξε το δράμα της Εξόδου από το Σούλι, διακόσια χρόνια πριν σαν σήμερα. Ως ελάχιστη ένδειξη Τιμής και Δόξας στη Θυσία τους αυτή, ας είναι και το παραπάνω Ενθύμημα- αφιέρωμα με το Χρονικό των γεγονότων και της θυσίας των Σουλιωτών που επακολούθησε της Φυγής. Χρέος όλων μας, να τιμούμε την μνήμη τους, και να μην τους ξεχάσουμε ΠΟΤΕ! [paramythia-online.gr]
Το δημοτικό τραγούδι της Λένως
Όλαις οι καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
όλαις την Άρτα πέρασαν, ‘ς τα Γιάννινα τοις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
κʼ η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κ’ εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και ʽς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις
-Κόρη, για ρηξε τ’ άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια”.

Η διαδρομή των Σουλιωτών από Βουργαρέλι προς Σέλτσο
(Βουργαρέλι-Αθαμάνιο-Τετράκωμο-Αριά-Μηλιά-Καστανιά-Ελάτη-Μηλιανά-Γρέβια-Πηγές-Σέλτσο).
Μήγερη είναι το σημερινό Τετράκωμο, Βρατσίστα η Καστανιά, Σεκλίστα η Ελάτη και Βρεστενίτσα οι Πηγές.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























