ΑΠΟΨΕΙΣ
Εγνατία οδός: Η κοινωνία δεν αντέχει άλλη ασάφεια

Η σημερινή τραγωδία στην Εγνατία Οδό, στο τμήμα της Δωδώνης, με δύο νεκρούς και τραυματίες, δεν επιτρέπει εύκολες κουβέντες ούτε βιαστικά συμπεράσματα. Όσο η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη, κανείς δεν μπορεί να μιλά με βεβαιότητα για τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος. Αυτό είναι έργο των αρμόδιων αρχών και μόνο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μένει εκτός συζήτησης η συνολική εικόνα του δρόμου. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο το σημερινό δυστύχημα. Αφορά και το κλίμα που έχει ήδη διαμορφωθεί γύρω από την Εγνατία στην Ήπειρο: κλειστές λωρίδες, περιορισμοί σε σειρά σηράγγων, έντονες αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες και παρατάσεις που φτάνουν έως το τέλος Αυγούστου. Η ίδια η ΕΡΤ κατέγραψε ότι στην Ήπειρο σημαντικό τμήμα του άξονα λειτουργεί με μία μόνο λωρίδα, ενώ οι αντιδράσεις συνδέονται και με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει πάντοτε καθαρή εικόνα για το τι ακριβώς εκτελείται και πότε ολοκληρώνεται.
Για τον οδηγό, η καθημερινή εμπειρία δεν είναι καθόλου ευχάριστη: χαμηλότερες ταχύτητες, καθυστερήσεις, μεγαλύτερη κόπωση, εκνευρισμός και συνεχής προσαρμογή σε συνθήκες που αλλάζουν από σημείο σε σημείο. Και όταν σε αυτά προστίθενται βαρέα οχήματα, στενώματα της κυκλοφορίας και η ψυχολογική πίεση να μη μείνει κανείς «κολλημένος» πίσω από μια νταλίκα λίγο πριν από μονολωρίδα, είναι προφανές ότι το περιβάλλον οδήγησης γίνεται πιο απαιτητικό. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του πόρισμα για το σημερινό δυστύχημα. Αποτελεί, όμως, μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοείται.
Κανείς λογικός άνθρωπος δεν αμφισβητεί την ανάγκη αναβάθμισης. Το αντίθετο. Έχει ήδη αναφερθεί επισήμως ότι 69 σήραγγες άνω των 500 μέτρων χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις για να ανταποκριθούν στις απαιτούμενες προδιαγραφές ασφαλείας και να λάβουν την αναγκαία πιστοποίηση. Το ίδιο το Υπουργείο εξετάζει σενάρια αμφίδρομής και περιορισμών ώστε να γίνουν οι απαραίτητες παρεμβάσεις χωρίς πλήρη αποκλεισμό της Εγνατίας. Αν, λοιπόν, απαιτούνται έλεγχοι, τεχνικές παρεμβάσεις και σοβαρή προετοιμασία, αυτά πρέπει να προχωρήσουν χωρίς εκπτώσεις. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η κοινωνία δικαιούται κάτι περισσότερο από γενικές αναφορές στην ασφάλεια. Δικαιούται σαφές σχέδιο, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και τακτική, υπεύθυνη ενημέρωση.
Η σημασία της Εγνατίας υπερβαίνει κατά πολύ την ταλαιπωρία μιας απλής καθημερινής μετακίνησης. Είναι ο δρόμος που ξεκινά από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και διατρέχει την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Είναι κρίσιμος άξονας για τις μεταφορές, το εμπόριο, τη διακίνηση προϊόντων, την εφοδιαστική αλυσίδα και τον τουρισμό. Και ακριβώς γι’ αυτό, ενόψει της θερινής περιόδου, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό: μπορεί ένας τόσο σημαντικός δρόμος να μπαίνει στους πιο απαιτητικούς μήνες του χρόνου με τόσο μεγάλη εκκρεμότητα στην εικόνα που παρουσιάζει;
Από τα τέλη Δεκεμβρίου 2025 η Εγνατία λειτουργεί πλέον σε καθεστώς 35ετούς παραχώρησης, από το σχήμα ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ–Egis, με πρόβλεψη σημαντικών επενδύσεων ανάταξης και βαριάς συντήρησης. Αυτό δεν μειώνει την ανάγκη λογοδοσίας. Την αυξάνει. Γιατί όταν αλλάζει το μοντέλο διαχείρισης ενός τόσο κρίσιμου οδικού άξονα, ο πολίτης περιμένει όχι μόνο δεσμεύσεις, αλλά και ορατή πρόοδο.
Η Ήπειρος δεν ζητά χάρη. Ζητά το αυτονόητο. Έναν δρόμο ασφαλή και λειτουργικό, αλλά και μια διαχείριση που να χαρακτηρίζεται από καθαρό σχέδιο, συνέπεια και υπεύθυνη ενημέρωση. Και μετά τη σημερινή τραγωδία, το αίτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό: λιγότερη ασάφεια, περισσότερη καθαρότητα, περισσότερη ευθύνη απέναντι στους πολίτες.
Σωτήρης Γιάκης
Χειρουργός Οδοντίατρος
ΑΠΟΨΕΙΣ
Γίναμε η «Ταϊλάνδη της Ευρώπης»; Ο τουρίστας στην Κρήτη και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά

Γίναμε η «Ταϊλάνδη της Ευρώπης»; Το σοκαριστικό περιστατικό στην Κρήτη, όπου περίπου 65χρονος γαλλόφωνος τουρίστας φέρεται να επιχείρησε να προσφέρει χρήματα προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα 10χρονο κορίτσι, δεν προκαλεί μόνο αποτροπιασμό. Φέρνει στην επιφάνεια και ένα πολύ πιο άβολο ερώτημα: αν ο άνθρωπος που καταγγέλλεται ήταν μετανάστης και όχι Ευρωπαίος τουρίστας, θα ήταν ίδια η αντίδραση της κοινωνίας, των ΜΜΕ και της πολιτικής ζωής;
Το περιστατικό δημοσιοποιήθηκε στην Κρήτη στις 7 Αυγούστου. Σύμφωνα με την καταγγελία της ιδιοκτήτριας της επιχείρησης, ο άνδρας, ο οποίος δεν μιλούσε καλά αγγλικά και ήταν γαλλόφωνος, φέρεται να απευθύνθηκε σε νεαρή Γαλλίδα εργαζόμενη και, με λόγια και χειρονομίες, να ζήτησε να πληρώσει προκειμένου να συνευρεθεί με το 10χρονο κορίτσι που βρισκόταν έξω από το κατάστημα.
Η εργαζόμενη ενημέρωσε άμεσα τους ανθρώπους της επιχείρησης, κλήθηκε η Αστυνομία και ενημερώθηκε το ξενοδοχείο όπου φέρεται να διέμενε ο τουρίστας. Το παιδί, ευτυχώς, δεν αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Μέχρι τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, ο άνδρας δεν είχε συλληφθεί και, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, δεν είχε σχηματιστεί δικογραφία.
Αν ήταν μετανάστης;
Με αφορμή την υπόθεση, δημόσια ανάρτηση του Jason Thi στο Facebook θέτει ένα ερώτημα που, όσο ενοχλητικό κι αν είναι, αξίζει να συζητηθεί: τι θα είχε συμβεί επικοινωνιακά και πολιτικά εάν ο άνθρωπος που καταγγέλλεται δεν ήταν ένας εύπορος Δυτικοευρωπαίος τουρίστας, αλλά ένας σκουρόχρωμος μετανάστης ή πρόσφυγας;
Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το σκηνικό. Τηλεοπτικά πάνελ επί ημέρες, πολιτικές δηλώσεις για την «ασφάλεια», αναφορές στα σύνορα, γενικεύσεις για ολόκληρες εθνικότητες και θρησκείες και ένα κύμα οργής στα κοινωνικά δίκτυα που πιθανότατα θα ξεπερνούσε κατά πολύ το ίδιο το περιστατικό.
Εδώ, όμως, ο καταγγελλόμενος είναι Ευρωπαίος τουρίστας. Και κάπου εκεί γεννιέται η υποψία ότι η δημόσια οργή μας δεν ενεργοποιείται πάντοτε με τα ίδια αντανακλαστικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει αποδεδειγμένο σχέδιο συγκάλυψης ή ότι οι Αρχές επέδειξαν διαφορετική μεταχείριση λόγω εθνικότητας. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα απαιτούσε στοιχεία. Σημαίνει όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο συζητάμε τέτοιες υποθέσεις αποκαλύπτει συχνά μια βαθιά αντίφαση: το ίδιο περιστατικό μπορεί να παρουσιάζεται ως «απόδειξη» για την επικινδυνότητα μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας όταν ο δράστης είναι μετανάστης, αλλά ως μεμονωμένη παρεκτροπή όταν πρόκειται για Ευρωπαίο επισκέπτη.
Ο τουρίστας ως «ιερό πρόσωπο»
Για δεκαετίες η Ελλάδα έχει μάθει να επαναλαμβάνει ότι ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομίας. Όμως η οικονομική του σημασία δεν μπορεί να μεταφράζεται σε κοινωνική υποτέλεια.
Δεν μπορεί να κυριαρχεί η λογική ότι ο τουρίστας έχει πάντα δίκιο, ότι πρέπει να ικανοποιείται με κάθε τρόπο και ότι οτιδήποτε μπορεί να τραυματίσει την «τουριστική εικόνα» καλό είναι να περνά γρήγορα στο περιθώριο.
Ακριβώς εκεί αποκτά νόημα η προκλητική φράση ότι κινδυνεύουμε να μετατραπούμε στην «Ταϊλάνδη της Ευρώπης». Όχι ως προσβολή προς την Ταϊλάνδη ή τον λαό της και όχι ως κυριολεκτική σύγκριση δύο χωρών, αλλά ως προειδοποίηση για ένα μοντέλο τουρισμού στο οποίο ο επισκέπτης αρχίζει να πιστεύει ότι το χρήμα του μπορεί να αγοράσει τα πάντα.
Ένα δωμάτιο. Μια παραλία. Μια υπηρεσία. Μια εξαίρεση από τους κανόνες. Την ανοχή των ντόπιων.
Και, στη χειρότερη εκδοχή αυτής της νοοτροπίας, ακόμη και ανθρώπους.
Τα παιδιά δεν είναι «τουριστικό προϊόν»
Το πιο τρομακτικό στοιχείο της συγκεκριμένης καταγγελίας δεν είναι μόνο αυτό που φέρεται να ζήτησε ο άνδρας. Είναι και η αντίληψη που υποδηλώνει μια τέτοια συμπεριφορά: ότι κάποιος μπορεί να θεωρήσει πως, επειδή διαθέτει χρήματα και βρίσκεται σε έναν τουριστικό προορισμό, υπάρχει ένα ποσό που μπορεί να του ανοίξει οποιαδήποτε πόρτα.
Εδώ πρέπει να υπάρχει μια απολύτως αδιαπραγμάτευτη κόκκινη γραμμή.
Τα παιδιά δεν έχουν τιμή. Η αξιοπρέπεια δεν έχει τιμή. Και η προστασία των ανηλίκων δεν μπορεί να εξαρτάται από το διαβατήριο, το πορτοφόλι ή την ιδιότητα του καταγγελλόμενου.
Ούτε «καλός» τουρίστας ούτε «κακός» μετανάστης
Η απάντηση στην επιλεκτική οργή δεν μπορεί να είναι ένας αντίστροφος ρατσισμός. Δεν ευθύνονται οι Γάλλοι, οι Ευρωπαίοι ή οι τουρίστες για την πράξη ενός ανθρώπου, ακριβώς όπως δεν ευθύνονται οι μετανάστες για την πράξη ενός μετανάστη.
Αυτό όμως είναι ακριβώς το σημείο.
Εάν απαιτούμε να μη γενικεύουμε όταν ο φερόμενος δράστης είναι Ευρωπαίος, οφείλουμε να κάνουμε ακριβώς το ίδιο όταν είναι Σύρος, Πακιστανός, Αφγανός ή Αφρικανός. Και εάν απαιτούμε παραδειγματική θεσμική αντίδραση όταν ο δράστης είναι μετανάστης, οφείλουμε να την απαιτούμε με την ίδια ένταση όταν είναι εύπορος τουρίστας.
Η προστασία ενός παιδιού δεν μπορεί να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Ούτε η δικαιοσύνη.
Ούτε η κοινωνική καταδίκη.
Γιατί διαφορετικά το πραγματικό μήνυμα που στέλνουμε δεν είναι ότι προστατεύουμε τα παιδιά μας. Είναι ότι επιλέγουμε ποιος δικαιούται να μας εξοργίσει ανάλογα με την εθνικότητα, την κοινωνική του θέση και το πορτοφόλι του.
Και αν πράγματι θέλουμε η Ελλάδα να παραμένει μια φιλόξενη χώρα, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε κάτι αυτονόητο: φιλοξενία δεν σημαίνει υποταγή.
Το κείμενο αποτελεί άρθρο άποψης με αφορμή το περιστατικό που δημοσιοποιήθηκε στην Κρήτη και σχετική δημόσια τοποθέτηση στα κοινωνικά δίκτυα. Οι αναφορές στον άνδρα αποδίδονται ως καταγγελίες, καθώς στο αρχικό δημοσίευμα αναφερόταν ότι δεν είχε συλληφθεί ούτε είχε σχηματιστεί δικογραφία.
Πηγή περιστατικού: Parakritika.gr
Αφορμή άρθρου γνώμης: Δημόσια ανάρτηση του Jason Thi στο Facebook, μέσω αναδημοσίευσης της Zoe Faltseta.
ΑΠΟΨΕΙΣ
Διεθνής διασυρμός για την κυβέρνηση: Η Le Soir γράφει για «μεγάλο ξεπούλημα» της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς

Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα αναφέρεται η βελγική εφημερίδα Le Soir στη νέα κυβερνητική πολιτική για τη διαχείριση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, αφιερώνοντας εκτενές δημοσίευμα με τίτλο «Το μεγάλο ξεπούλημα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς».
Στο επίκεντρο βρίσκεται το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού για τη σύσταση της «Hellenic Heritage Organisation A.E.», ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που αναλαμβάνει ευρείες δραστηριότητες γύρω από τη διαχείριση των εσόδων, των εισιτηρίων, των πωλητηρίων, των ψηφιακών υπηρεσιών, των εκδηλώσεων και της εμπορικής αξιοποίησης μουσείων και αρχαιολογικών χώρων. Το νομοσχέδιο συζητήθηκε και τέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή στις 28 Ιουλίου 2026.
Η Le Soir παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων: από τη μία, την πολιτιστική κληρονομιά ως δημόσιο αγαθό που απαιτεί επιστημονική προστασία και δημόσιο έλεγχο και, από την άλλη, την κυβερνητική λογική της επιχειρηματικής διαχείρισης και της αύξησης των εσόδων.
Οι επικριτές της ρύθμισης εκφράζουν φόβους για εμπορευματοποίηση των μνημείων, περιορισμό του δημόσιου και επιστημονικού ελέγχου, αδιαφανείς συμβάσεις και σταδιακή μεταφορά σημαντικών λειτουργιών σε ένα εταιρικό σχήμα. Το νομοσχέδιο απαγορεύει τυπικά την πώληση των ακινήτων που θα τεθούν υπό διαχείριση, ωστόσο παραχωρεί στην εταιρεία ευρείες αρμοδιότητες εμπορικής εκμετάλλευσης για χρονικό ορίζοντα 50 ετών.
Το δημοσίευμα αποτελεί ένα βαρύ πλήγμα για τη διεθνή εικόνα της κυβέρνησης, καθώς η χώρα που διεκδικεί την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα εμφανίζεται ταυτόχρονα να μεταφέρει τη διαχείριση της πολιτιστικής της κληρονομιάς σε ένα μοντέλο ανώνυμης εταιρείας.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την καλύτερη λειτουργία των πωλητηρίων ή την αύξηση των εσόδων. Αφορά το θεμελιώδες ερώτημα για το ποιος θα ελέγχει τα μνημεία, με ποια κριτήρια και αν η πολιτιστική κληρονομιά θα αντιμετωπίζεται ως δημόσια παρακαταθήκη ή ως εμπορικό προϊόν.




























