ΙΣΤΟΡΙΑ
200 χρόνια από τον αφορισμό της Επανάστασης: Η Μαύρη Βίβλος του 1821

Ο ρόλος της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο, μέσα από ντοκουμέντα της εποχής. Ο επιμελητής της έκδοσης, Μηνάς Παπαγεωργίου, μιλά στο NEWS 24/7.
Η Μαύρη Βίβλος του 1821 εκδίδεται σχεδόν ταυτόχρονα με μια ιστορική επέτειο που αποτελεί ζήτημα – “ταμπού” για πολλούς.
Η νέα μελέτη της σειράς “Lux Orbis” περιλαμβάνει πατριαρχικά κείμενα της περιόδου 1798-1828, που δίνουν το περίγραμμα της αρνητικής στάσης της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας απέναντι στην Επανάσταση και έρχεται να “συναντήσει” χρονικά την επέτειο συμπλήρωσης 200 χρόνων από τον αφορισμό των Ελλήνων Επαναστατών και της Φιλικής Εταιρείας, από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγόριο Ε’.
Μαζί με τους επίσημους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την επίσημη έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ένα από τα ζητήματα που έχουν “πέσει” άλλωστε στο τραπέζι του δημοσίου διαλόγου, είναι και ο ρόλος που τήρησε η Εκκλησία στα προεπαναστατικά χρόνια και μέχρι τη σύσταση του πρώτου, ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους.
Με αφορμή την έκδοση της μελέτης, από τη σειρά βιβλίων Lux Orbis των εκδόσεων iWrite, ο δημοσιογράφος και διευθυντής της σειράς, Μηνάς Παπαγεωργίου, μιλά στο NEWS 24/7 για το βιβλίο, αλλά και για τις σκοτεινές πττυχές των διεργασιών πριν την έναρξη του Αγώνα αλλά και κατά τη διάρκειά του. Τον πρόλογο του έργου υπογράφει ο ακαδημαϊκός Θάνος Βερέμης.
Παρακάτω αναλύουμε μεταξύ άλλων το αν αποκαταστάθηκε τελικά ο αφορισμός του Γρηγορίου Ε’, γιατί δεν μαθαίνουμε την ιστορία της εξόντωσης των Κλεφτών από κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, αλλά και το πώς δημιουργήθηκε το αυτοκέφαλο της ελλαδικής εκκλησίας υπό τη “σκιά” του Αγαθάγγελου.
Σήμερα (σ.σ 23 Μαρτίου) συμπληρώνονται 200 χρόνια από τον αφορισμό της Επανάστασης εκ μέρους του πατριάρχη Γρηγόριου Ε’. Θεωρείτε ότι οι Έλληνες έχουν γνωρίζουν πολλά για την υπόθεση αυτή;
Πράγματι πρόκειται για μία επέτειο που θα προβληθεί ελάχιστα στη δημόσια σφαίρα της χώρας μας και το γεγονός αυτό τιμά ακόμα περισσότερο το NEWS 24/7 που επιχειρεί να το αναδείξει, στο πλαίσιο της πολύπλευρης ενημέρωσης των συμπολιτών μας. Δυστυχώς η πλειοψηφία των συμπολιτών μας αγνοεί τον ξεκάθαρο αρνητικό ρόλο που διαδραμάτισε η ανώτατη ηγεσία της Εκκλησίας στην προετοιμασία της Επανάστασης, αλλά και κατά τη διάρκειά της. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο σχετίζεται με το γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Η κοινωνία μας έχει προοδεύσει αρκετά τις τελευταίες δεκαετίες και είναι πλέον σε θέση να διαχωρίζει τα “πιστεύω” της από τον ρόλο των εκκλησιαστικών παραγόντων (τρανό παράδειγμα οι θέσεις υπέρ του Διαχωρισμού Κράτους Εκκλησίας που δεδομένα ασπάζεται η πλειοψηφία των Ελλήνων στις μέρες μας, το προβάδισμα που έχουν πάρει οι πολιτικοί γάμοι έναντι των θρησκευτικών κ.ο.κ).
Θεωρώ ότι η ανύπαρκτη ή διαστρεβλωμένη εικόνα που έχουν οι Έλληνες για τον ρόλο της ηγεσίας της Εκκλησίας το ’21 οφείλεται στην εγκαθίδρυση πολλών σχετικών μύθων στο πέρασμα του χρόνου, στις λανθασμένες πληροφορίες των σχολικών εγχειριδίων (και έχουν κυκλοφορήσει αρκετές σχετικές μελέτες την τελευταία δεκαετία), στην ατολμία αρκετών ακαδημαϊκών να προβάλλουν το συγκεκριμένο θέμα στη δημόσια σφαίρα, αλλά και στη δυσκολία να εντοπιστούν και να αναδειχθούν τα πρωτότυπα κείμενα εκείνης της εποχής, πολλά από οποία, μέχρι σήμερα, βρίσκονται καταχωνιασμένα σε σπάνιες ή εξαντλημένες εκδόσεις. Το τελευταίο φροντίζουμε τα τελευταία χρόνια να το… διορθώσουμε μέσω της εκδοτικής σειράς Lux Orbis.
Εάν εν τέλει ο αφορισμός ήταν αποτέλεσμα πιέσεων, η Πατρική Διδασκαλία (1798) και η πατριαρχική εγκύκλιος του αφορισμού της Επανάστασης (1821), ποιον σκοπό εξυπηρετούσαν και πόσο φιλελληνικά κείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν;
Να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Σαφέστατα και τα δύο αποτελούν αμιγώς αντεθνικά και αντεπαναστατικά κείμενα. Και δεν είναι τα μόνα αυτής της κατηγορίας που εκδίδει το πατριαρχείο εκείνη την περίοδο.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που αξίζει να σχολιαστεί. Την Πατρική Διδασκαλία και τον αφορισμό της Επανάστασης του ’21 τις χωρίζουν 23 ολόκληρα χρόνια. Είτε, λοιπόν, οι έννοιες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας είναι ξένα σώματα για τις θέσεις της ανώτατης Ηγεσίας της Εκκλησίας εκείνη την περίοδο, είτε η αντεπαναστατική της δράση αποτελεί προϊόν πιέσεων που δέχτηκε το πατριαρχείο από τους Οθωμανούς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και το αυτό. Τα κείμενα αυτά, που γράφονται μάλιστα σε βάθος χρόνου (αυτό είναι άλλωστε το σημείο κλειδί – να διαπιστώσει κανείς τη διαχρονική στάση του πατριαρχείου απέναντι στην Επανάσταση, αποφεύγοντας να ερμηνεύσει τα γεγονότα μέσα από το στενό πρίσμα των όσων διαδραματίζονται τον Μάρτιο του 1821), αποτελούν τον αδιάψευστο μάρτυρα που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Δεν είναι κακό να υπάρξει μία έστω και ετεροχρονισμένη παραδοχή της στάσης αυτής εκ μέρους της Εκκλησίας.
Γιατί η ιστορία που μαθαίνουμε, έχει αποσιωπήσει τον αφορισμό των Κλεφτών και την εξόντωσή τους με τη συνδρομή της ελληνικής Εκκλησίας;
Επειδή πρόκειται για μία ιστορία που το συλλογικό ασυνείδητο επιλέγει να τοποθετήσει στη σκιά της ιστορίας. Πώς άλλωστε να χωνέψει κανείς πώς μαζί με τους Οθωμανούς, εκατοντάδες Κλέφτες κυνηγήθηκαν και θανατώθηκαν με τη συνδρομή κοτζαμπάσηδων και απλών ανθρώπων της Πελοποννήσου; Οι τελευταίοι, φυσικά, έδρασαν κάτω από τον φόβο και τον τρόμο που τους προκάλεσε ο αφορισμός των Κλεφτών -αλλά και όσων τους παρείχαν βοήθεια- από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε’.
Άλλωστε ο αφορισμός υπήρξε μία ευρύτατα διαδεδομένη πρακτική της εποχής, εκ μέρους της Εκκλησίας, ώστε να τηρεί την έννομη τάξη των Οθωμανών στους πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου.
Η στάση του Αγαθάγγελου και η απόπειρα πρόκλησης Εμφυλίου, προκάλεσε με τη σειρά της και έναν εμφύλιο και εντός των κόλπων του ελληνικού Κλήρου της εποχής;
Βρισκόμαστε στα 1828. Το νεοελληνικό κράτος έχει σχηματιστεί (δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί επισήμων), με κυβερνήτη του τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο πατριάρχης Αγαθάγγελος αποστέλλει εγκύκλιο προς τους Έλληνες, ζητώντας τους να επιστρέψουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Συμπεριλαμβάνει, μάλιστα, στην επιστολή του και τους όρους του ίδιου του Σουλτάνου για τον σκοπό αυτόν, ενώ παράλληλα στέλνει στην Πελοπόννησο τρεις μητροπολίτες ώστε να επηρεάσουν το ποίμνιο προς αυτή την κατεύθυνση. Το προηγούμενο προκαλεί την έντονη αντίδραση του ίδιου του Καποδίστρια που ξεκαθαρίζει στον Αγαθάγγελο πώς αρκετό αίμα χύθηκε για να επιστρέψουν οι Έλληνες στην πρότερη κατάσταση.
Γεγονότα σαν κι αυτά συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία του αυτοκέφαλου της ελλαδικής εκκλησίας, ενδεχομένως του μοναδικού διαφωτιστικού προτάγματος που πήρε σάρκα και οστά στα μετεπαναστατικά χρόνια. Ήταν αδύνατο το διαχρονικά τουρκόφωνο πατριαρχείο Κων/πόλεως να αναμειγνύεται συνεχώς στα εσωτερικά του νέου ελληνικού -πλέον- κράτους.
Ποια θα ήταν η ιστορική σημασία της άρσης του αφορισμού, 200 χρόνια μετά τη διατύπωσή του; Πόσο ευσταθεί το επιχείρημα της ελληνικής Εκκλησίας που πλέον αφορισμός δεν υφίσταται;
Στα τέλη του Ιανουαρίου το ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους) ζήτησε με ανοιχτή επιστολή προς το πατριαρχείο Κων/πόλεως αλλά και την Εκκλησία της Ελλάδος, την άρση του αφορισμού της Επανάστασης από το 1821.
Το γεγονός αυτό φρονώ πώς θα είχε τεράστια συμβολική όσο και ουσιαστική σημασία, μιας και θα μείωνε σε σημαντικό βαθμό τις σχετικές λεκτικές διαμάχες συμπολιτών μας, που λόγω της φετινής επετείου έχουν ενταθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, εντός και εκτός διαδικτύου.
Η εμπλοκή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε αυτή τη διαδικασία είναι απολύτως αναγκαία. 200 χρόνια πριν, οι αρχιερείς των σημερινών δομών της αποτελούσαν μέρος του σώματος του πατριαρχείου, ενώ στις μέρες μας οι εκπρόσωποί της επικαλούνται πατριάρχες και άλλους αρχιερείς εκτός των διοικητικών της δικαιοδοσιών για να υπερτονίσουν τον υποτιθέμενο σημαντικό ρόλο τους κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να έχει μία ιστορία αλά καρτ. Ο αφορισμός της Επανάστασης την βαραίνει εξίσου με την υιοθέτηση του -υποτίθεται- σωτήριου (!) ρόλου του Γρηγορίου Ε’ κατά την προετοιμασία του ξεσηκωμού.
Άλλωστε υπάρχει και προηγούμενο, μιας και 16 χρόνια πριν, το 2005, εκπρόσωπος της ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε συνεννόηση με τον πατριάρχη Βαρθολομαίο, μεσολάβησε για την άρση αφορισμού που έλαβε χώρα 200 χρόνια νωρίτερα. Όμως περισσότερα για αυτήν την πραγματικά ενδιαφέρουσα υπόθεση, στην απάντηση του ΚΕΠΕΚ προς το Γραφείο επί των Αιρέσεων της μητρόπολης Πειραιά, που θα έρθει σε λίγες ημέρες μέσω του NEWS 24/7.
Κατά την άποψή σας, ποια θα ήταν η “μαγιά” του ελληνικού Αγώνα, αν είχαν επικρατήσει οι θέσεις του Ευγένιου Βούλγαρη; Θα μιλούσαμε ίσως και για μια “διαφορετική” σύγχρονη ελληνική Εκκλησία;
Σίγουρα θα είχε παρατηρηθεί ένας εκσυγχρονισμός της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, μιας και το πνεύμα του Διαφωτισμού θα άγγιζε περισσότερο τις θεολογικές και πολιτικές της θέσεις. Παρόλα αυτά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι διαχρονικά η Εκκλησία αποτελεί έναν υπερεθνικό οργανισμό. Δεν είναι, δηλαδή, τυχαίος ακόμα και σε λεκτικό επίπεδο, ο πόλεμος των ιδεών που αφορά στην εγκαθίδρυση του όρου Έθνος ως αντικαταστάτη του Γένους (μια λέξη με ξεκάθαρη θρησκευτική χροιά). Ούτε είναι τυχαίος ο προσεταιριστικός χαρακτήρας της εκάστοτε ηγεσίας της Εκκλησίας σε σχέση με κάθε κατακτητή ή πολιτικό διαχειριστή αυτού του τόπου διαχρονικά. Πρόκειται για έναν οργανισμό που εν πολλοίς ενδιαφέρεται πέρα και πάνω από όλα για τη δική του επιβίωση, στεκόμενος πάνω από έννοιες όπως εθνισμός, πατρίδα κτλ.
Ποια η σημασία της έκδοσης του βιβλίου “Η Μαύρη Βίβλος του 1821”, από τη σειρά Lux Orbis των εκδ. iWrite;
Πρόκειται για μία επετειακή και δίχως αμφιβολία συλλεκτική έκδοση, στην οποία συγκεντρώνονται για πρώτη φορά τα περισσότερα από τα αντεπαναστικά κείμενα του πατριαρχείου και μάλιστα σε ένα βάθος χρόνου 30 ολόκληρων ετών (1798-1828). Το γεγονός αυτό βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί την “μεγάλη εικόνα” της στάσης της ανώτατης (το τονίζω αυτό) ηγεσίας της Εκκλησίας απέναντι στην ελληνική Επανάσταση. Νομίζω ύστερα από την ανάγνωση αυτών των κειμένων δεν δικαιολογούνται παρερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο πρόλογος του βιβλίου από τον καταξιωμένο ακαδημαϊκό, κ. Θάνο Βερέμη, προσθέτει επιπλέον αξία και κύρος στην έκδοση.
Πέρα από όσα έχουμε ήδη πει, τι άλλο θα συναντήσουν οι αναγνώστες στη συλλογή κειμένων του νέου αυτού βιβλίου;
Θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μία ξεκάθαρη εικόνα για τις αντεπαναστατικές θέσεις του -υποτίθεται εθνομάρτυρα!- Γρηγορίου Ε’ στο πέρασμα του χρόνου: α) Την εγκύκλιο που στέλνει στους Επτανήσιους ώστε να αγνοήσουν τα επαναστατικά κελεύσματα των “άθεων” Γάλλων επιστρέφοντας στην αγκαλιά του Σουλτάνου (1798), β) Την αποστολή του επισκόπου Τρίκκης Παΐσιου στην Πελοπόννησο με σκοπό των κατευνασμό των επαναστατικών διαθέσεων των ντόπιων πληθυσμών (1798), γ) Την επιστολή προς τον μητροπολίτη Σμύρνης, στην οποία του ζητείται η συγκέντρωση όλων των φυλλαδίων του Ρήγα Φεραίου με σκοπό να σταλούν προς καύση στην Κωνσταντινούπολη (1798). Επίσης θα έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν το αφοριστικό επιτίμιο προς την Μπουμπουλίνα παραμονές της Επανάστασης, καθώς επίσης και την απόπειρα του Γρηγορίου να επιβάλλει ιερά εξέταση στην Πόλη, ελέγχοντας τη βιβλιοπαραγωγή της ελληνικής διασποράς, πραγματοποιώντας επίθεση στην έλευση της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών στις ελληνικές σχολές. Σε αυτήν την τελευταία εγκύκλιο, μάλιστα, ο πατριάρχης επιτίθεται και στους ραγιάδες της εποχής του, που ξεκινούσαν να δίνουν μαζικά στα παιδιά τους (αρχαία) ελληνικά ονόματα, αντί χριστιανικών…
Η περιγραφή του βιβλιου:
“Η υποτιθέμενη θετική συμβολή της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές λαθροχειρίες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Διακόσια χρόνια αργότερα, η μελέτη των πρωτότυπων πηγών, των αφοριστικών εγκυκλίων και της αντεπαναστατικής δράσης του πατριαρχείου, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει μία χρήσιμη συλλογή τέτοιων κειμένων, που δημοσιεύτηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1798-1828. Η ανίχνευση των εν λόγω ιστορικών τεκμηρίων αποτελεί μέχρι και σήμερα μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, απαιτώντας σε κάποιες περιπτώσεις την κοπιώδη αναζήτηση σπάνιων ή εξαντλημένων εκδόσεων.
Στη “Μαύρη Βίβλο του 1821” θα διαβάσετε:
- τα κείμενα του αφορισμού της Επανάστασης από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
- τους λόγους για τους οποίους η περιβόητη άρση του αφορισμού αποτελεί έναν εκκλησιαστικό μύθο
- το πώς ο Γρηγόριος Ε ́προσπάθησε να κατευνάσει τις επαναστατικές διαθέσεις Επτανησίων και Πελοποννησίων στα τέλη του 18ου αιώνα, διατάζοντας, παράλληλα, την καύση κειμένων του Ρήγα Φεραίου
- τους λόγους για τους οποίους ο αφορισμός των Κλεφτών από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε ́ επηρέασε αρνητικά την Επανάσταση του ’21.
- τις εγκυκλίους μέσω των οποίων ο Γρηγόριος Ε ́ αποπειράθηκε να ελέγξει την ελληνική βιβλιοπαραγωγή, εξαπολύοντας επίθεση στις Φυσικές Επιστήμες
- το αφοριστικό επιτίμιο που επιβλήθηκε στην Μπουμπουλίνα, λίγους μήνες πριν τον ξεσηκωμό των Ελλήνων
- τα κείμενα του πατριάρχη Ευγένιου Β ́, που στόχο είχαν να εκφοβίσουν τους Έλληνες, αμέσως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης
- τον τρόπο με τον οποίο ο πατριάρχης Αγαθάγγελος επιχείρησε να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια”.
Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τη σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























