ΙΣΤΟΡΙΑ
Βασικές διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού
Από την παρουσίαση των διαφορών της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού διαπιστώνει κανείς τις μεγάλες δογματικές διαφορές, πού υπάρχουν μεταξύ μας.
Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού και παραθέτουμε κάποιες από αυτές.
Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο διά των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες.
Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, όπως:
– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατρός.
– το σημείο του Σταυρού γίνεται με τέσσερα δάκτυλα. Το τέταρτο δάκτυλο συμβολίζει την Παναγία. Κανείς όμως άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στον λατρευόμενο Τριαδικό Θεό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι Παπικοί ξεφεύγουν στη Μαριολατρεία.
– η χρησιμοποίηση αζύμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ετέλεσε το Μυστικό Δείπνο. Οι καθολικοί προσφέρουν άζυμο άρτο, ενώ οι ορθόδοξοι άρτο κανονικό.
– ο καθαγιασμός των «τιμίων δώρων» που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…».
– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση.
– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιερωσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον). Η ορθόδοξη Εκκλησία βαφτίζει διά καταδύσεως, ενώ η καθολική ρίχνει νερό στο κεφάλι του βαφτιζομένου.
– η μη μετάληψη των λαικών από το «Αίμα» του Χριστού.
– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι «ο episcopus episcoporum και η πηγή της ιερατικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης» (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος.
– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις.
– το αλάθητο του Πάπα. Το αλάθητο είναι η άποψη ότι ο Πάπας όταν μιλάει ως Πάπας είναι αλάθητος. Αυτό δεν στηρίζεται βεβαίως πουθενά. Στην Εκκλησία του Χριστού αλάθητοι είναι μόνο οι οικουμενικές σύνοδοι όπου μετέχουν ανεξαιρέτως όλοι οι επίσκοποι της Ενωμένης Εκκλησίας.
– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα.
– καταργήθηκε η ιερατική αμφίεση, το ράσο.
Στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, διά της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως «συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί να βγει ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχει κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: «θα ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί αν εκφωνώντας το «Πιστεύω» έλεγαν: «και εις έναν Πάπαν» παρά να λένε: «και εις μίαν… Εκκλησίαν»».
Επίσης, «η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην ρωμαική Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί». Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι «η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική «Εκκλησία» ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διιστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται ως αδελφάς Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.
Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 755 και αναγνωρίσθηκε το 1929.
Υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Επιπλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώσει ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος – αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο θρύλος της Παναγίας στην Πάργα: Η εικόνα που, σύμφωνα με την παράδοση, επέστρεφε στο Νησάκι

Πάργα: Ο θρύλος της Παναγίας που «επέστρεφε» στο Νησάκι και το έθιμο που ζωντανεύει κάθε Αύγουστο
Μία από τις πιο ιδιαίτερες και βαθιά ριζωμένες παραδόσεις της Πάργας αναβιώνει κάθε Αύγουστο, με την Ιερά Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου να μεταφέρεται διά θαλάσσης από την πόλη στο εμβληματικό Νησάκι της Παναγίας, συνοδευόμενη από δεκάδες καΐκια και σκάφη.
Η θαλάσσια μεταφορά πραγματοποιείται στις 6 Αυγούστου. Η εικόνα ξεκινά από τον Ιερό Ναό Αγίων Αποστόλων Πάργας και, μετά τον Εσπερινό και τη λιτάνευσή της προς το παραλιακό μέτωπο, τοποθετείται σε στολισμένο καΐκι.
Τουριστικά και ιδιωτικά σκάφη τη συνοδεύουν στον σύντομο διάπλου του όρμου μέχρι το Νησάκι, δημιουργώντας μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες του καλοκαιριού στην Πάργα.
Ο παλιός θρύλος της εικόνας

Με το Νησάκι και την εικόνα της Παναγίας συνδέεται ένας παλιός τοπικός θρύλος, ο οποίος έχει διατηρηθεί μέσα από την προφορική παράδοση των κατοίκων.
Σύμφωνα με την παράδοση και όχι με επιβεβαιωμένη ιστορική καταγραφή, την εποχή που οι κάτοικοι της περιοχής ζούσαν ακόμη στην Παλιόπαργα, ένας βοσκός βρήκε στο μικρό νησί μια εικόνα της Παναγίας και τη μετέφερε στον οικισμό.
Η εικόνα, όμως, φέρεται να εξαφανίστηκε και να βρέθηκε ξανά στο Νησάκι. Οι κάτοικοι την επέστρεψαν για δεύτερη φορά στη στεριά, αλλά, κατά τον θρύλο, το ίδιο γεγονός επαναλήφθηκε.
Η επαναλαμβανόμενη «επιστροφή» της εικόνας θεωρήθηκε από τους κατοίκους ως σημάδι ότι η Παναγία είχε επιλέξει το συγκεκριμένο σημείο και εκεί οικοδομήθηκε το εκκλησάκι προς τιμήν της.
Στην παργινή προφορική παράδοση συναντάται επίσης αφήγηση που συνδέει εικόνα της Παναγίας με τη μετακίνηση των κατοίκων από την Παλιόπαργα προς τη σημερινή θέση της πόλης. Και αυτή η εκδοχή, ωστόσο, αποτελεί μέρος της τοπικής λαϊκής παράδοσης και δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.
Η εικόνα παραμένει στο Νησάκι μέχρι το τέλος Αυγούστου
Μετά τη θαλάσσια λιτανεία της 6ης Αυγούστου, η εικόνα παραμένει στον ναΐσκο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου.
Η επιστροφή της στον Ιερό Ναό Αγίων Αποστόλων πραγματοποιείται στις 29 Αυγούστου, ολοκληρώνοντας έναν ιδιαίτερο θρησκευτικό κύκλο που αποτελεί εδώ και χρόνια μέρος της τοπικής παράδοσης της Πάργας.
Το Νησάκι, διαχρονικό σύμβολο της Πάργας
Το Νησάκι της Παναγίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής και οπτικής ταυτότητας της πόλης. Πάνω του βρίσκεται ο μικρός ναΐσκος, ενώ σώζεται και γαλλικό οχυρό που κατασκευάστηκε το 1808, σε μια περίοδο κατά την οποία η θέση του νησιού είχε ιδιαίτερη σημασία για τον έλεγχο του όρμου.
Θρησκευτική πίστη, τοπική παράδοση, ιστορία και θάλασσα συναντώνται κάθε Αύγουστο σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα της Πάργας.
Και κάθε φορά που η εικόνα διασχίζει τον όρμο με τη συνοδεία των καϊκιών, το Νησάκι της Παναγίας υπενθυμίζει ότι δεν αποτελεί μόνο ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και φωτογραφημένα σημεία της πόλης, αλλά ένα ζωντανό κομμάτι της μνήμης και της παράδοσης της Πάργας.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Από την Πάργα στην κορυφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – Η ιστορία του Παργαλή Ιμπραήμ Πασά

Η μικρή παραθαλάσσια Πάργα της Ηπείρου συνδέεται με μία από τις πιο εντυπωσιακές και τραγικές προσωπικότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: τον Παργαλή Ιμπραήμ Πασά, τον ορθόδοξο χριστιανό που αιχμαλωτίστηκε σε νεαρή ηλικία και έφτασε να γίνει Μέγας Βεζίρης, αρχιστράτηγος και στενότερος συνεργάτης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς.
Το προσωνύμιο «Παργαλής» σημαίνει «ο άνθρωπος από την Πάργα» και τον συνόδευσε σε ολόκληρη τη ζωή του, ακόμη και όταν βρέθηκε στο κέντρο της οθωμανικής εξουσίας. Με αυτό το όνομα έμεινε γνωστός στις οθωμανικές και ευρωπαϊκές πηγές, διατηρώντας ζωντανή τη σύνδεσή του με τον τόπο όπου γεννήθηκε.
Η Πάργα στα τέλη του 15ου αιώνα
Ο Ιμπραήμ γεννήθηκε γύρω στο 1495 στην Πάργα, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό βενετική κυριαρχία. Η πόλη αποτελούσε ένα σημαντικό παράκτιο σημείο της Ηπείρου, με ισχυρές εμπορικές και ναυτικές σχέσεις με τη Βενετία και τα υπόλοιπα λιμάνια του Ιονίου.
Μεγάλωσε σε ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια και, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν γιος ψαρά ή ναυτικού. Η ακριβής εθνοτική του καταγωγή δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, καθώς η Πάργα και η ευρύτερη περιοχή αποτελούσαν τότε έναν πολυγλωσσικό χώρο. Για τον λόγο αυτό, η ασφαλέστερη ιστορική περιγραφή είναι ότι ήταν ορθόδοξος χριστιανός από την Πάργα.
Η αιχμαλωσία που άλλαξε τη ζωή του
Κατά τη διάρκεια του οθωμανοενετικού πολέμου, ανάμεσα στα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16ου αιώνα, ο νεαρός Ιμπραήμ αιχμαλωτίστηκε σε στρατιωτική επιδρομή και πουλήθηκε ως σκλάβος.
Η περίπτωση αυτή δεν συνδεόταν με το οργανωμένο σύστημα του παιδομαζώματος. Επρόκειτο για αιχμαλωσία ως λάφυρο πολέμου, η οποία τον απομάκρυνε οριστικά από την Πάργα και τον οδήγησε στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Λίγα χρόνια αργότερα γνώρισε τον πρίγκιπα Σουλεϊμάν. Ανάμεσα στους δύο νέους αναπτύχθηκε στενή φιλία και ο Ιμπραήμ πέρασε στην προσωπική υπηρεσία του μελλοντικού σουλτάνου.
Από αιχμάλωτος σε Μέγα Βεζίρη
Στο οθωμανικό παλάτι εξισλαμίστηκε, μορφώθηκε και απέκτησε γνώσεις διοίκησης, στρατηγικής και διπλωματίας. Μιλούσε πολλές γλώσσες, γνώριζε τον ευρωπαϊκό κόσμο και ξεχώριζε για την παιδεία και τους εκλεπτυσμένους τρόπους του.
Όταν ο Σουλεϊμάν ανέβηκε στον θρόνο το 1520, η άνοδος του Ιμπραήμ υπήρξε εντυπωσιακή. Το 1523, σε ηλικία περίπου 29 ετών, διορίστηκε Μέγας Βεζίρης, καταλαμβάνοντας το σημαντικότερο αξίωμα της αυτοκρατορίας μετά τον ίδιο τον σουλτάνο.
Παράλληλα ορίστηκε αρχιστράτηγος και απέκτησε τεράστια πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική εξουσία. Ήταν ο άνθρωπος που εκπροσωπούσε τον Σουλεϊμάν στις σημαντικότερες υποθέσεις της αυτοκρατορίας.
Ο ισχυρός διπλωμάτης της Ευρώπης
Ο Παργαλής Ιμπραήμ Πασάς διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Οι Ενετοί διπλωμάτες τον αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερο σεβασμό, ενώ σημαντική θεωρείται η συμβολή του στην προσέγγιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Γαλλία απέναντι στους Αψβούργους.
Η γνώση του χριστιανικού κόσμου και η ικανότητά του να κινείται ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση τον έκαναν έναν από τους σημαντικότερους διπλωμάτες της εποχής του.
Η πτώση και η εκτέλεση
Η τεράστια δύναμη που απέκτησε προκάλεσε φόβο και αντιδράσεις μέσα στην οθωμανική αυλή. Πολιτικοί αντίπαλοι τον κατηγόρησαν για υπερβολικές φιλοδοξίες, ενώ η παρουσία του θεωρήθηκε εμπόδιο στους σχεδιασμούς της Χουρέμ Σουλτάνα για τη διαδοχή του θρόνου.
Στις 15 Μαρτίου 1536, ο Ιμπραήμ κλήθηκε στο ανάκτορο του Τοπ Καπί και στραγγαλίστηκε χωρίς δημόσια δίκη, έπειτα από εντολή του ανθρώπου που υπήρξε φίλος και προστάτης του για δεκαετίες.
Ο άνθρωπος από την Πάργα
Η ζωή του Παργαλή Ιμπραήμ Πασά αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές διαδρομές της οθωμανικής ιστορίας. Από παιδί μιας ορθόδοξης οικογένειας στην ενετοκρατούμενη Πάργα, βρέθηκε αιχμάλωτος, σκλάβος, αυλικός και τελικά Μέγας Βεζίρης μιας από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες του κόσμου.
Παρά την εξουσία, τον πλούτο και τη θέση που απέκτησε, η ιστορία διατήρησε δίπλα στο όνομά του την καταγωγή του. Δεν έμεινε γνωστός μόνο ως Ιμπραήμ Πασάς, αλλά ως Παργαλής Ιμπραήμ Πασάς — ο άνθρωπος που ξεκίνησε από την Πάργα και έφτασε στην κορυφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
































