ΙΣΤΟΡΙΑ
52 ΣΟΦΕΣ ΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ


52 γνώμες (ηθικές, φιλοσοφικές, κοινωνικές, παιδευτικές, πολιτικές και άλλες) του «Φυσικού Φιλοσόφου» Δημόκριτου του Αβδηρίτη (π. 460 – π. 370 π.Χ.), γνωστού ως θεμελιωτή τής «ατομικής θεωρίας».
Ο Δημόκριτος προεξέτεινε τις φυσικές και κοσμολογικές δοξασίες τού δασκάλου του Λεύκιππου (β΄ μισό τού 5ου π.Χ. αιώνα). Θεωρούσε ότι η Φύση συγκροτείται από άπειρα και άτμητα σωματίδια, τα «άτομα», που κινούνται μέσα σε ένα άπειρο κενό, θεωρία που επιβεβαιώνεται με τα σημερινά επιστημονικά και τεχνολογικά μέσα.
Άξιο προσοχής είναι το ότι ο Δημόκριτος, όπως και όλα τα μεγάλα πνεύματα της Αρχαίας και της σύγχρονης εποχής, συνδυάζει πολυσχιδή σοφία, έτσι που μας εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα οι υψηλές και πρωτοποριακές συλλήψεις του όχι μόνο στη Φιλοσοφία, αλλά και γενικά στη ζωή.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ
(Επιλογή Μάριου Πλωρίτη, μετάφραση Νικ. Κατοίκου)
- «Αγαθόν δε ου το μη αδικείν, αλλά το μη εθέλειν (αδικείν)», Δημοκρίτου απόσπασμα 69.
– Αληθινή αρετή δεν είναι απλώς το να αποφεύγεις την αδικία, αλλά κυρίως το να μην την επιθυμείς καν. - «Όπερ μάλιστα την αρετήν συνέχει, το αιδείσθαι», Δημ. 179.
– Εκείνο που περισσότερο από όλα τα άλλα συγκρατεί την αρετή, είναι η αιδώς (ο σεβασμός, ο αυτοσεβασμός, η συστολή για αποφυγή κακής πράξης). - «Αληθομυθέειν χρεών (εστιν), ου πολυλογέειν», Δημ. 225.
– Έχουμε χρέος να αληθολογούμε και όχι να πολυλογούμε. - «Αλογιστίη μη ξυγχωρέειν ταίσι κατά τον βίον ανάγκαις», Δημ. 289.
– Είναι αφροσύνη να μη συμβιβάζεται κανείς με τις πρακτικές ανάγκες τής ζωής.
- «Αμαρτίης αιτίη η αμαθίη του κρέσσονος», Δημ. 83.
– Αιτία σφάλματος είναι η αμάθεια του ισχυροτέρου. - «Κρέσσον τα οικήια ελέγχειν αμαρτήματα ή τα οθνεία», Δημ. 60.
– Είναι καλύτερα να αποδοκιμάζουμε τα δικά μας σφάλματα παρά τα ξένα. - «Ο μεν επιτυχών γαμβρού εύρεν υιόν, ο δε αποτυχών απώλεσε και θυγατέρα», Δημ. 272.
– Όποιος πέτυχε καλόν γαμπρό, είναι σαν να βρήκε γιό, ενώ όποιος απέτυχε σε αυτό, είναι σαν να έχασε και τη θυγατέρα του. - «Γνώμης δύο εισίν ιδέαι, η μεν γνησίη, η δε σκοτίη», Δημ. 11.
– Υπάρχουν δύο είδη γνώσης, η αληθινή (σαφής) και η ανακριβής (ασαφής). - «Η εν δημοκρατίη πενίη τής παρά τοις δυνάστησι (δυνάσταις) καλεομένης ευδαιμονίης τοσουτόν εστίν αιρετωτέρη, οκόσον (οπόσον) ελευθερίη δουλείης», Δημ. 251.
– Η φτώχεια (που παρατηρείται) μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα είναι τόσο προτιμότερη από τη δυναστική «ευδαιμονία», όσο (προτιμότερη είναι) η ελευθερία από τη δουλεία. - «Μηδέ υπέρ τε δύναμιν αιρείσθαι τού εωυτού και (υπέρ) φύσιν», Δημ. 3.3.
– Να μην προβαίνεις σε επιλογές που ξεπερνούν τη δύναμή σου και τη φύση.
- «Ελπίδες μεν των ορθά φρονεόντων εφικταί, αι δε των αξυνέτων αδύνατοι», Δημ. 58.
– Οι ελπίδες τών συνετών είναι πραγματοποιήσιμες, ενώ εκείνες τών ασυνέτων ουτοπικές. - «Ευδαιμονίη ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ. ψυχή οικητήριον δαίμονος», Δημ. 171.
– Η ευτυχία δεν κατοικεί στα ζώα που βοσκούν, ούτε στον χρυσό. ενδιαίτημα του Θεού (που είναι πηγή τής ευτυχίας) είναι η ψυχή (του ανθρώπου). - «Πάντων κάκιστον η ευπετείη παιδεύσαι την νεότητα. αύτη γάρ εστιν ή τίκτει τάς ηδο-νάς ταύτας, εξ ών η κακότης γίγνεται», Δημ. 178.
– Το χειρότερο στοιχείο στην εκπαίδευση της νεολαίας είναι η ευκολία. διότι αυτή γεννάει εκείνες τις ηδονές, από τις οποίες προέρχεται η κακία. - «Ούτε τέχνη ούτε σοφίη εφικτόν, εάν μη μάθη τις», Δημ. 59.
– Έξω από τη μάθηση δεν μπορεί κανείς να γίνει κάτοχος της Τέχνης ή της Επιστήμης. - «Το αεί μέλλειν ατελέας ποιεί τας πρήξιας», Δημ. 81.
– Οι συνεχείς αναβολές οδηγούν σε ατελείς πράξεις. - «Ανθρώποισι των αναγκαίων δοκεί είναι παίδας κτήσασθαι», Δημ. 278.
– Η απόκτηση παιδιών φαίνεται στους ανθρώπους ότι είναι κάτι το ηθικώς αναγκαίο. - «Κρέσσονές εισιν αι των πεπαιδευμένων ελπίδες ή ο των αμαθών πλούτος», Δημ. 185.
– Οι ελπίδες των μορφωμένων είναι πιο σημαντικές από τον πλούτο τών αμαθών. - «Σοφίη άθαμβος αξίη πάντων», Δημ. 216.
– Η ήρεμη σοφία έχει καθολική αξία. - «Ανδρί σοφώ πάσα γη βατή», Δημ. 247.
– Στον σοφό άνθρωπο είναι προσιτή κάθε χώρα. - «Άνθρωποι τύχης είδωλον επλάσαντο πρόσφασιν ιδίης αβουλίης», Δημ. 119.
– Οι άνθρωποι επινόησαν τη θεά τύχη, για να δικαιολογούν τη δική τους απερισκεψία..
- «Φειδώ τοι χρηστή. εν καιρώ δε και δαπάνη», Δημ. 229.
– Η φειδωλή (λελογισμένη) χρήση είναι ωφέλιμη. στον κατάλληλο χρόνο (ωφέλιμη είναι) και η δαπάνη.
- «Εύ λογίζεσθαι, εύ λέγειν και πράττειν ά δει», Δημοκρίτου απόσπασμα 2.
– Να σκέφτεσαι σωστά, να μιλάς σωστά και να πράττεις αυτά που πρέπει. - «Νόμω και άρχοντι και τω σοφωτέρω είκειν κόσμιον», Απ. 47.
– Είναι φρόνιμο να δείχνεις υπακοή στον νόμο, στον άρχοντα και σε κάθε σοφότερόν σου. - «Χαλεπόν άρχεσθαι υπό χερείονος (=χείρονος)», Απ. 42.
– Είναι βαρύ πράγμα να κυβερνάσαι από κάποιον χειρότερόν σου. - «Ο χρημάτων παντελώς ήσσων ουκ άν ποτέ είη δίκαιος», Απ. 50.
– Όποιος είναι υποδουλωμένος στο χρήμα, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είναι δίκαιος. - «Πολλοί, δρώντες τα αίσχιστα, λόγους αρίστους ασκέουσιν (=ασκούσιν)», Απ. 53α.
– Πολλοί άνθρωποι, αν και διαπράττουν αισχρότατα έργα, ωστόσο λένε πανέμορφα λόγια. - «Προβουλεύεσθαι κρείσσον προ των πράξεων ή μετανοείν», Απ. 66.
– Είναι καλύτερα να σκέφτεσαι πριν από τις πράξεις παρά να μετανοείς αργότερα γι’ αυτές. - «Μη πάσιν αλλά τοις δοκίμοισι πιστεύειν• το μεν γαρ εύηθες, το δε σωφρονέοντος (=σωφρονούντος)», Απ. 67.
– Μη δείχνεις σε όλους εμπιστοσύνη παρά μόνο στους δοκιμασμένους• διότι το πρώτο αποτελεί ανοησία, ενώ το δεύτερο δείγμα σωφροσύνης. - «Δόκιμος ανήρ και αδόκιμος ουκ εξ ών πράσσει μόνον, αλλά και εξ ών βούλεται», Απ. 68.
– Ο άξιος και ο ανάξιος δεν φαίνονται μόνο από όσα κάνουν, αλλά και από όσα θέλουν. - «Χρήματα πορίζειν μεν ουκ αχρείον, εξ αδικίης (=αδικίας) δε πάντων κάκιον», Απ. 78.
– Το να αποκτάς αγαθά δεν είναι αισχρό• όμως, το να τα αποκτάς αδικώντας, είναι το χειρότερο από όλα.
- «Κίβδηλοι και αγαθοφανέες (=αγαθοφανείς) οι λόγω μεν άπαντα, έργω δε ουδέν έρδοντες», Απ. 82.
– Κάλπικοι και υποκριτές είναι όσοι στα λόγια κάνουν τα πάντα, ενώ στα έργα τίποτε. - «Πλεονεξίη (=πλεονεξία) το πάντα [μεν] λέγειν, μηδέν δε εθέλειν ακούειν», Απ. 86.
– Είναι πλεονεξία το να λες τα πάντα, αλλά να μη θέλεις να ακούς τίποτε. - «Καλόν εν παντί το ίσον• υπερβολή δε και έλλειψις ού μοι δοκεί», Απ. 102.
– Είναι ωραίο πράγμα η ισότητα παντού, ενώ η υπερβολή ή η έλλειψη είναι, νομίζω, το αντίθετο. - «Τους πόνους διώκειν, αφ’ ών τα μεγάλα και λαμπρά γίγνονται τοις ανθρώ-ποις», Απ. 157.
– Να επιδιώκεις τούς κόπους, από τους οποίους προέρχονται τα μεγάλα και λα-μπρά αγαθά στους ανθρώπους. - «Ούτε λόγος εσθλός φαύλην πρήξιν (=πράξιν) αμαυρίσκει, ούτε πρήξις αγαθή λόγου βλασφημίη (=βλασφημία, δοτική) λυμαίνεται», Απ. 177.
– Ούτε ένας καλός λόγος μπορεί να εξαλείψει μια κακή πράξη, ούτε μια καλή πράξη μπορεί να μολυνθεί από την κακολογία. - «Ομοφροσύνη φιλίην (=φιλίαν) ποιεί», Απ. 186.
– Η ομοφροσύνη δημιουργεί αγάπη. - «Λήθη τών ιδίων κακών θρασύτητα γεννά», Απ. 196.
– Όποιος ξεχνά τις δικές του κακές πράξεις, αποθρασύνεται. - «Οικήιον (=οικείον) ελευθερίης (=ελευθερίας) παρρησίη (=παρρησία)», Απ. 226.
– Γνώρισμα της ελευθερίας είναι η ελευθεροστομία. - «Ουκ αν εκώλυον οι νόμοι ζην έκαστον κατ’ ιδίην (=ιδίαν) εξουσίην (=εξουσίαν), ει μή έτερος έτερον ελυμαίνετο», Απ. 245.
– Δεν θα εμπόδιζαν οι νόμοι να ζει ο καθένας όπως θα μπορούσε, αν ο ένας δεν θα έβλαπτε τον άλλον. - «Ο νόμος βούλεται μεν ευεργετείν βίον ανθρώπων, δύναται δε, όταν αυτοί βούλωνται πάσχειν εύ• τοίσι (=τοις) γαρ πειθομένοισι (=ποιθομένοις) την ιδίην (=ιδίαν) αρετήν ενδείκνυται», Απ. 248.
– Ο νόμος θέλει να παρέχει ευεργεσίες στην ανθρώπινη ζωή, αλλά μπορεί (να κάνει αυτό), όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν τη θέληση να δεχθούν ευεργεσίες. Γιατί ο νόμος δείχνει την αγαθοποιό δύναμή του (μονάχα) σε αυτούς που υπακούουν (σε αυτόν).
- «Από ομονοίης (=ομονοίας) τα μεγάλα έργα, και ταις πόλεσι τους πολέμους δυνατόν κατεργάζεσθαι, άλλως δ’ ού», Απ. 250.
– Με την ομόνοια κατορθώνονται τα μεγάλα έργα• (με αυτή) μπορούν οι πόλεις να αντιμετωπίζουν τους πολέμους• χωρίς αυτή δεν μπορούν (να τους αντιμετωπίσουν). - «Τα κατά την πόλιν χρεών (εστί) των λοιπών μέγιστον ηγείσθαι (τινά), όκως (=όπως) άξεται (αυτά) εύ, μήτε φιλονικέοντα (=φιλονικούντα) παρά το επιεικές μήτε ισχύν εαυτώ περιτιθέμενον παρά το χρηστόν το του ξυνού (=κοινού)», Απ. 252α΄.
– Τις δημόσιες υποθέσεις έχει κανείς χρέος να τις θεωρεί σπουδαιότερες από όλες τις άλλες, για να προχωρούν αυτές καλά. Δεν πρέπει να έχει κανείς παράλογες φιλοδοξίες ούτε να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του μεγάλη δύναμη σε βάρος του κοινού συμφέροντος. - «Πόλις γάρ εύ αγομένη μεγίστη όρθωσις εστί και εν τούτω πάντα ένι (=ένεστι), και τούτου σωζομένου πάντα σώζεται, και τούτου διαφθειρομένου τα πάντα διαφθείρεται», Απ. 252β΄.
– Όταν μια πόλη κυβερνάται καλά, αυτό αποτελεί την πιο μεγάλη ευτυχία, και μέσα του υπάρχουν τα πάντα. Όταν αυτή η διακυβέρνηση διασφαλίζεται, τα πάντα εξασφαλίζονται, ενώ όταν αυτή χάνεται, τα πάντα καταστρέφονται. - «Οι κακοί, ιόντες ες τας τιμάς, οκόσω (=οπόσω) άν μάλλον ανάξιοι εόντες (=όντες) ίωσι, τοσούτω μάλλον ανακηδέες (=ανακηδείς) γίγνονται και αφροσύνης και θράσεος (=θράσους) πίμπλανται», Απ. 254.
– Οι κακοί πολίτες, όταν παίρνουν αξιώματα, όσο πιο ανάξιοι γι’ αυτά είναι, τόσο πιο αδιάφοροι δείχνονται και γεμίζουν με απερισκεψία και θρασύτητα. - «Των ημαρτημένων άνθρωποι μεμνέαται (=μέμνηνται) μάλλον ή των εύ πεποιημένων», Απ. 265.
– Μερικοί άνθρωποι θυμούνται περισσότερο τα λάθη παρά τις ευεργεσίες (τών άλλων). - «Φυσει το άρχειν οικήιον (=οικείον) τω κρέσσονι (=τω κρείττονι ή κρείσσο-νι)», Απ. 267.
– Από τη φύση της η εξουσία προσιδιάζει στον ικανότερο (στον καλύτερο). - «Τόλμα (=τόλμη) πρήξιος (=πράξεως) αρχή, τύχη δε τέλεος (=τέλους) κυρίη (=κυρία)», Απ. 269.
– Η τόλμη είναι η αρχή κάθε ενέργειας• η έκβασή της όμως καθορίζεται από την τύχη. - «Λόγος έργου σκιή (=σκιά)», Βίοι Φιλοσόφων Διογένους Λαερτίου, Θ΄, 7, 37.
– Ο λόγος είναι η σκιά (μόνο) τής πράξης. - «Το αεί μέλλειν ατελέας (=ατελείς) ποιέει (ποιεί) τας πρήξιας (=πράξεις)», Ανθολόγιον Στοβαίου ΚΘ΄, 67.
– Οι συνεχείς αναβολές αφήνουν ανολοκλήρωτες τις πράξεις μας. - «Στάσις εμφύλιος ες εκάτερα κακόν• και γαρ νικέουσι (=νικούσι• δοτική με-τοχής) και ησσωμένοισιν (=ηττωμένοις ή ησσωμένοις) ομοίη (=ομοία) φθορή (=φθορά)», Ανθολόγιον Στοβαίου, ΜΓ΄, 34.
– Η εμφύλια διαμάχη φέρνει δεινά και στα δύο μέρη• πράγματι, η ζημιά είναι ίδια και για τους νικητές και για τους νικημένους. - «Κρέσσον (=κρείττον ή κρείσσον) άρχεσθαι τοίσι (=τοις) ανοήτοισιν (=ανοήτοις) ή άρχειν», Ανθολόγιον Στοβαίου, ΜΔ΄, 14.
– Είναι καλύτερα για τους ανοήτους να κυβερνώνται παρά να κυβερνούν. - «Τω δοκέειν (=δοκείν) κατατίθεσθαι και μή πλέω (=πλείω, πλείονα) προσάπτεσθαι των δυνατών», Ανθολόγιον Στοβαίου, ΡΓ΄, 25.
– Να περιορίζεσαι σε αυτό που νομίζεις (ότι μπορείς να πετύχεις) και να μην καταπιάνεσαι με πράγματα ανώτερα των δυνατοτήτων σου.
Δυστυχώς, μόνο αποσπάσματα μας έχουν σωθεί από το γραπτό έργο τού Δημόκριτου, όπως και από εκείνο και των άλλων «Προσωκρατικών Φιλοσόφων». Τα αποσπάσματα, που παραθέτω σε κείμενο Αρχαίο και σε δική μου μετάφραση, είναι παρμένα από το «Λεξικόν τής Προσωκρατικής Φιλοσοφίας», έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών (1994, σελ. 1-427).
Η μνημειώδης αυτή έκδοση πραγματοποιήθηκε με την πολύχρονη εργασία ειδικών ερευνητών υπό την εποπτεία τών Ακαδημαϊκών Ιω. Θεοδωρακόπουλου, Ε. Παπανούτσου, Κων. Τρυπάνη και Κων. Δεσποτόπουλου. Περιλαμβάνει σε αλφαβητισμένα λήμματα όλα τα αποσπάσματα (fragmenta) 24 Προσωκρατικών Φιλοσόφων, από τους οποίους στο ευρύ κοινό γνωστοί είναι οι εξής: Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ηράκλειτος, Παρμενίδης, Ζήνων ο Ελεάτης, Αναξαγόρας και Πυθαγόρας.
Επιμέλεια Νικολάου Κατοίκου
ΠΗΓΗ:antikleidi
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΝΑΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΚΆΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ;

Κάποιοι αμφισβητούν την σουλιώτικη καταγωγή των σημερινών κατοίκων των τεσσάρων Σουλιωτοχωριών. (Αυλότοπος, Τσαγγάρι, Κουκουλιοί, Φροσύνη). Το επιχείρημά τους είναι πως όταν έπεσε το Σούλι (Δεκέμβριος του 1803, με το παλαιό ημερολόγιο), αυτό ερήμωσε παντελώς και οι Σουλιώτες που επέζησαν, έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα Επτάνησα και αργότερα σε άλλες περιοχές της επαναστατημένης τότε Ελλάδας. (Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Ναύπακτο κλπ). Έφυγαν και ουδέποτε ξαναγύρισαν στα αγαπημένα τους αιματοποτισμένα χώματα.
Με το μικρό μου τούτο σημείωμα, θέλω να δείξω, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η άποψη αυτή δεν ευσταθεί ολωσδιόλου. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του ηρωικού αυτού τόπου, και όχι επιλεκτικά κάποια γεγονότα, δεν είναι δύσκολο να το αποδείξει. Πρώτον γιατί δεν έφυγαν όλοι οι Σουλιώτες με την πτώση, όπως ρητά γράφει σε διάφορα σημεία στα ιστορικά του έργα ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της Ιστορίας του Σουλίου και των Σουλιωτών Χριστόφορος Περραιβός. Δεύτερον γιατί πολλοί Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο, την ιερά Πόλη του Μεσολογγίου και τη Ναύπακτο στη διάρκεια της επανάστασης, έχουν ίδια επώνυμα με σημερινά κατοίκων που ζουν στα τρία Σουλιωτοχωριά: Αυλότοπο (παλ. Γλαβίτσα), Τσαγγάρι, Φροσύνη (παλ. Κορίστιανη) και Κουκουλιούς. Το ιστορικό αυτό δεδομένο καταγράφεται στο βιβλίο του έγκριτου συγγραφέα Ανάργυρου Φαγκρίδα «ΣΟΥΛΙ ΤΟ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 2η έκδοση ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Μάιος 2021, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 και 3, σελ. 197-208 (τα στοιχεία είναι παρμένα από τα κρατικά αρχεία), όπως επίσης στα έργα του ίδιου του Περραιβού καθώς και στο βιβλίο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» (πρόκειται για τον Σπύρο Τζίπη από το Τσαγγάρι) από τις Εκδόσεις «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1978. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια τέτοια ονόματα ίδια ή παρόμοια ΤΟΤΕ και ΣΗΜΕΡΑ: Διαμάντης, Παπάς, Πάσχος, Τζίμας, Σπύρου, Πήλιος, Μπούσης, Κόλιας, Κο(ω)λέτσης, Μπάλος (σημ. Μπάλλας), Ζαγούρης (σημ. Λαγούρης), Φώτος (σημ. Φωτίου), Νίκου, Δάγκας (σημ. Ντάγκας), Γουλούμης (σημ. Γκουλιούμης), Μπόλο(ω)σης, Τζίπης (σημ. Τσίπης), Ζαχαριάς («Ζαχαριάς πρωτοπαλίκαρο Φώτου Τζαβέλα» αναφέρει ο γερο-Τζίπης στη σελ. 143) κλπ. Τρίτον: Στο Σουλιωτοχώρι Αυλότοπος ακόμη και σήμερα φωνάζονται (προφορικά δηλ.) -και μάλιστα με καμάρι!- το όνομα «Μπότσιαρης-ραίοι» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Τσιρώνης» και «Τζιαβέλας» για τις οικογένειες με το σημερινό επώνυμο «Κελέσης». Αυτό φυσικά εξηγείται από το γεγονός πως κάποιες οικογένειες Μποτσαραίων και Τζαβελαίων είτε μετακινήθηκαν από το Σούλι στη Γλαβίτσα λίγες μέρες μετά την πτώση του Σουλίου, καθώς συγγένευαν εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, είτε επέστρεψαν αργότερα. Και στις δύο περιπτώσεις άλλαξαν το όνομα για τον φόβο των κατακτητών και των συνεργατών τους -πάντα υπάρχουν τέτοιοι… Εξάλλου, η αλλαγή ονομάτων ήταν συνήθης πρακτική της τραγικής εκείνης εποχής (και όχι μόνο) και επιβεβαιωμένη από τον ίδιο τον Περραιβό. Πάνω στο θέμα αυτό, οι παπούδες και πατεράδες μας, (ημών των Τσιρωναίων δηλ.), έλεγαν πως το όνομα «Τσιρώνης» το πήραμε από κάποιους που ήρθαν από παλιά στο χωριό από τα Τζουμέρκα ή (και) την Καρδίτσα. Ως γνωστόν στην ευρύτερη εκείνη περιοχή -πρώτα στο Βουργαρέλι κι αργότερα στις Πηγές Άρτας (παλ. όνο. Βρεστενίτσα) και στην Ιερά Μονή Σέσκλου- είχε μετοικίσει η Φάρα των Μποτσαραίων ή Μποτσαράτων από το Παλιοχώρι Μπότσαρη της Λάκκας Σουλίου στα 1800 (όπου ο καπετάν Γεώργιος Μπότσαρης είχε αναλάβει το Αρματολίκι Βουργαρελίου, ύστερα από συμφωνία με τον Αλή Πασά) και από το Σούλι υπό τον Κίτσο Τζαβέλα λίγα 24ωρα πριν την αποχώρηση του Φώτου Τζαβέλα και άλλων φαρών από το Κούγκι (16 Δεκεμβρίου 1803). Αλλά και μετά την καταστροφική για τους Σουλιώτες μάχη του Σέσκλου (24 Απριλίου 1804), 65 Σουλιώτες (εκτός των 38 περίπου που σώθηκαν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη -μαζί και ο 13χρονος τότε Μάρκος!) «διασκορπίστηκαν» στην ευρύτερη περιοχή των Αγράφων, ένθεν και ένθεν του Ασπροπόταμου (Αχελώος) όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φαγκρίδας (ο. π. σελ.165).
Και μια μικρή αναφορά στους κατοίκους της μαρτυρικής Σαμονίβας που φέρουν μόνο το όνομα «Τόκας» μέχρι σήμερα! Οι «Τοκαίοι», πράγματι, δεν έχουν Σουλιώτικη καταγωγή. Τους μετοίκισε ο Αλής από την Αλβανία, ύστερα από την πτώση του Σουλίου για δικούς του λόγους. Όμως οι ίδιοι πάντοτε και σήμερα θεωρούν ύψιστη ύβρι εάν κανείς δεν τους αναγνωρίζει ως γνήσιους Σουλιώτες και δεν τους αποκαλεί έτσι!
Εδώ ας μου επιτραπεί να θυμίσω τα λόγια του μεγάλου Αρχαίου Έλληνα Ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Ισοκράτη για το όνομα Έλλην: «Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας”. Με απλά λόγια: Έλληνας δεν είναι αυτός που έχει ελληνική καταγωγή, αλλά αυτός που αισθάνεται Έλληνας και τούτο όχι με τα λόγια, άλλα να το δείχνει στην πράξη με την παιδεία και το φρόνημά του». Το ίδιο και οι Σουλιώτες: δεν αρκεί μονάχα η καταγωγή τους (μας), αλλά πιο πολύ το φρόνημα που έχουν (έχουμε) και το αποδεικνύουν (-ουμε) έμπρακτα και καθημερινά απέναντι στον τόπο και την Ιστορία του. Εάν όλοι οι σημερινοί απόγονοι των Σουλιωτών με τα ιστορικά ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλας, Κουτσονίκας, Τζήμας, Ζέρβας, Δαγκλής, Δράκος Κάσκαρης, Μαλάμος, Μπέκας κλπ, που είναι πάμπολλοι και ουκ ολίγοι πάμπλουτοι, τόσο μέσα στην ελληνική επικράτεια, όσο και εκτός αυτής, εάν ένιωθαν και ήταν πραγματικοί Σουλιώτες, το Σούλι σήμερα μαζί με τα Σουλιωτοχωριά! (εννοείται), δεν θα παρέμενε για τόσες δεκαετίες στην υπανάπτυξη, στην απομόνωση και στην, σε λίγα μόνο χρόνια, ερήμωση, αλλά θα βρισκόταν δικαίως στις κορυφαίες, από πολιτιστική, ιστορική, περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική άποψη, περιοχές της Ελλάδας. Και τούτο δίχως να χρειαζόταν η συνδρομή της Πολιτείας. Ευτυχώς, πάντως, που υπάρχουν έστω και ελάχιστες εξαιρέσεις.
Αυτά τα ολίγα για τους δύσπιστους περί των «πραγματικών» Σουλιωτών και αν χρειαστεί θα επανέλθω αναλυτικότερα.
Σημ. Για το σημερινό (19-8-2026) ετήσιο «αντάμωμα Σουλιωτών», χρόνια πολλά, δημιουργικά και πάνω απ’ όλα ελεύθερα σε όλους τους Σουλιώτες και σε όσους αισθάνονται Σουλιώτες.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Από τα νεκροταφεία στα πευκοδάση: Ο θρύλος για τους Ρωμαίους και τον εμπρησμό των πόλεων

Μια εντυπωσιακή ιστορία που αναπαράγεται εδώ και χρόνια θέλει τους Ρωμαίους να φυτεύουν εύφλεκτα πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς που κατακτούσαν, ώστε σε περίπτωση εξέγερσης να μπορούν να προκαλέσουν φωτιά και να την χρησιμοποιήσουν ως μέσο καταστολής. Μαζί με αυτή την αφήγηση εμφανίζεται και μια δεύτερη ιστορία, που συνδέει τα αρχαία νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια με την προστασία από τις πυρκαγιές.
Η ιστορία με τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια
Στην αρχαιότητα οι νεκροπόλεις βρίσκονταν πράγματι συχνά έξω από τα τείχη των πόλεων και κατά μήκος σημαντικών δρόμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κεραμεικός της Αθήνας, ενώ η πρακτική των ταφών εκτός των ορίων της πόλης συναντάται ευρύτερα στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο.
Πάνω σε αυτό το πραγματικό ιστορικό στοιχείο έχει αναπτυχθεί μια δημοφιλής αφήγηση: ότι γύρω από τα νεκροταφεία φυτεύονταν κυπαρίσσια, δημιουργώντας μια ζώνη που μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο στη φωτιά και ως ασφαλέστερος διάδρομος διαφυγής από την πόλη.
Το κυπαρίσσι πράγματι παρουσιάζει ενδιαφέρουσα συμπεριφορά απέναντι στη φωτιά. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι το μεσογειακό κυπαρίσσι μπορεί να έχει χαμηλότερη αναφλεξιμότητα και έχει εξεταστεί ακόμη και η χρήση του σε φυτικές αντιπυρικές ζώνες. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φύτευαν συστηματικά κυπαρίσσια στα νεκροταφεία ειδικά για αυτόν τον σκοπό.
Οι Ρωμαίοι και τα πεύκα γύρω από τις πόλεις
Η συνέχεια της ιστορίας υποστηρίζει ότι, όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν ελληνικές περιοχές, φύτευαν πυκνά πεύκα γύρω από πόλεις και οικισμούς. Επειδή το πεύκο και η ξερή πευκοβελόνα μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα τη φωτιά, υποτίθεται ότι οι ζώνες αυτές μπορούσαν να πυρποληθούν σε περίπτωση εξέγερσης.
Εδώ, όμως, η ιστορική τεκμηρίωση σταματά. Δεν έχει εντοπιστεί αξιόπιστη αρχαία πηγή ή σύγχρονη ιστορική μελέτη που να αποδεικνύει ότι υπήρξε οργανωμένη ρωμαϊκή πολιτική φύτευσης πεύκων γύρω από πόλεις με σκοπό τον μελλοντικό εμπρησμό τους.
Μάλιστα, γνωρίζουμε ότι τα πεύκα υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Ο Θεόφραστος, ήδη από τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ., αναφέρεται σε είδη πεύκου, στη ρητίνη και στις ιδιότητές τους, ενώ η σύγχρονη βοτανική καταγράφει τη χαλέπιο πεύκη ως αυτοφυές είδος της Ελλάδας και γενικότερα της Μεσογείου.
Πού τελειώνει η ιστορία και πού αρχίζει ο μύθος;
Η συγκεκριμένη αφήγηση φαίνεται επομένως να συνδυάζει πραγματικά στοιχεία με μια μεταγενέστερη ερμηνεία: οι αρχαίες νεκροπόλεις πράγματι βρίσκονταν συνήθως έξω από τις πόλεις, τα κυπαρίσσια παρουσιάζουν πράγματι σχετικά χαμηλή αναφλεξιμότητα και τα πεύκα είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον της φωτιάς.
Αυτό που δεν έχει αποδειχθεί είναι το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας: ότι οι Ρωμαίοι δημιουργούσαν σκόπιμα ζώνες πεύκων γύρω από ελληνικές πόλεις ώστε να μπορούν να τις πυρπολήσουν όταν οι κάτοικοί τους εξεγείρονταν.
Με λίγα λόγια: πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει διαδοθεί ευρέως, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.
“`




























