ΙΣΤΟΡΙΑ
200 χρόνια από τον αφορισμό της Επανάστασης: Η Μαύρη Βίβλος του 1821

Ο ρόλος της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο, μέσα από ντοκουμέντα της εποχής. Ο επιμελητής της έκδοσης, Μηνάς Παπαγεωργίου, μιλά στο NEWS 24/7.
Η Μαύρη Βίβλος του 1821 εκδίδεται σχεδόν ταυτόχρονα με μια ιστορική επέτειο που αποτελεί ζήτημα – “ταμπού” για πολλούς.
Η νέα μελέτη της σειράς “Lux Orbis” περιλαμβάνει πατριαρχικά κείμενα της περιόδου 1798-1828, που δίνουν το περίγραμμα της αρνητικής στάσης της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας απέναντι στην Επανάσταση και έρχεται να “συναντήσει” χρονικά την επέτειο συμπλήρωσης 200 χρόνων από τον αφορισμό των Ελλήνων Επαναστατών και της Φιλικής Εταιρείας, από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγόριο Ε’.
Μαζί με τους επίσημους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την επίσημη έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ένα από τα ζητήματα που έχουν “πέσει” άλλωστε στο τραπέζι του δημοσίου διαλόγου, είναι και ο ρόλος που τήρησε η Εκκλησία στα προεπαναστατικά χρόνια και μέχρι τη σύσταση του πρώτου, ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους.
Με αφορμή την έκδοση της μελέτης, από τη σειρά βιβλίων Lux Orbis των εκδόσεων iWrite, ο δημοσιογράφος και διευθυντής της σειράς, Μηνάς Παπαγεωργίου, μιλά στο NEWS 24/7 για το βιβλίο, αλλά και για τις σκοτεινές πττυχές των διεργασιών πριν την έναρξη του Αγώνα αλλά και κατά τη διάρκειά του. Τον πρόλογο του έργου υπογράφει ο ακαδημαϊκός Θάνος Βερέμης.
Παρακάτω αναλύουμε μεταξύ άλλων το αν αποκαταστάθηκε τελικά ο αφορισμός του Γρηγορίου Ε’, γιατί δεν μαθαίνουμε την ιστορία της εξόντωσης των Κλεφτών από κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, αλλά και το πώς δημιουργήθηκε το αυτοκέφαλο της ελλαδικής εκκλησίας υπό τη “σκιά” του Αγαθάγγελου.
Σήμερα (σ.σ 23 Μαρτίου) συμπληρώνονται 200 χρόνια από τον αφορισμό της Επανάστασης εκ μέρους του πατριάρχη Γρηγόριου Ε’. Θεωρείτε ότι οι Έλληνες έχουν γνωρίζουν πολλά για την υπόθεση αυτή;
Πράγματι πρόκειται για μία επέτειο που θα προβληθεί ελάχιστα στη δημόσια σφαίρα της χώρας μας και το γεγονός αυτό τιμά ακόμα περισσότερο το NEWS 24/7 που επιχειρεί να το αναδείξει, στο πλαίσιο της πολύπλευρης ενημέρωσης των συμπολιτών μας. Δυστυχώς η πλειοψηφία των συμπολιτών μας αγνοεί τον ξεκάθαρο αρνητικό ρόλο που διαδραμάτισε η ανώτατη ηγεσία της Εκκλησίας στην προετοιμασία της Επανάστασης, αλλά και κατά τη διάρκειά της. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο σχετίζεται με το γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Η κοινωνία μας έχει προοδεύσει αρκετά τις τελευταίες δεκαετίες και είναι πλέον σε θέση να διαχωρίζει τα “πιστεύω” της από τον ρόλο των εκκλησιαστικών παραγόντων (τρανό παράδειγμα οι θέσεις υπέρ του Διαχωρισμού Κράτους Εκκλησίας που δεδομένα ασπάζεται η πλειοψηφία των Ελλήνων στις μέρες μας, το προβάδισμα που έχουν πάρει οι πολιτικοί γάμοι έναντι των θρησκευτικών κ.ο.κ).
Θεωρώ ότι η ανύπαρκτη ή διαστρεβλωμένη εικόνα που έχουν οι Έλληνες για τον ρόλο της ηγεσίας της Εκκλησίας το ’21 οφείλεται στην εγκαθίδρυση πολλών σχετικών μύθων στο πέρασμα του χρόνου, στις λανθασμένες πληροφορίες των σχολικών εγχειριδίων (και έχουν κυκλοφορήσει αρκετές σχετικές μελέτες την τελευταία δεκαετία), στην ατολμία αρκετών ακαδημαϊκών να προβάλλουν το συγκεκριμένο θέμα στη δημόσια σφαίρα, αλλά και στη δυσκολία να εντοπιστούν και να αναδειχθούν τα πρωτότυπα κείμενα εκείνης της εποχής, πολλά από οποία, μέχρι σήμερα, βρίσκονται καταχωνιασμένα σε σπάνιες ή εξαντλημένες εκδόσεις. Το τελευταίο φροντίζουμε τα τελευταία χρόνια να το… διορθώσουμε μέσω της εκδοτικής σειράς Lux Orbis.
Εάν εν τέλει ο αφορισμός ήταν αποτέλεσμα πιέσεων, η Πατρική Διδασκαλία (1798) και η πατριαρχική εγκύκλιος του αφορισμού της Επανάστασης (1821), ποιον σκοπό εξυπηρετούσαν και πόσο φιλελληνικά κείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν;
Να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Σαφέστατα και τα δύο αποτελούν αμιγώς αντεθνικά και αντεπαναστατικά κείμενα. Και δεν είναι τα μόνα αυτής της κατηγορίας που εκδίδει το πατριαρχείο εκείνη την περίοδο.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που αξίζει να σχολιαστεί. Την Πατρική Διδασκαλία και τον αφορισμό της Επανάστασης του ’21 τις χωρίζουν 23 ολόκληρα χρόνια. Είτε, λοιπόν, οι έννοιες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας είναι ξένα σώματα για τις θέσεις της ανώτατης Ηγεσίας της Εκκλησίας εκείνη την περίοδο, είτε η αντεπαναστατική της δράση αποτελεί προϊόν πιέσεων που δέχτηκε το πατριαρχείο από τους Οθωμανούς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και το αυτό. Τα κείμενα αυτά, που γράφονται μάλιστα σε βάθος χρόνου (αυτό είναι άλλωστε το σημείο κλειδί – να διαπιστώσει κανείς τη διαχρονική στάση του πατριαρχείου απέναντι στην Επανάσταση, αποφεύγοντας να ερμηνεύσει τα γεγονότα μέσα από το στενό πρίσμα των όσων διαδραματίζονται τον Μάρτιο του 1821), αποτελούν τον αδιάψευστο μάρτυρα που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Δεν είναι κακό να υπάρξει μία έστω και ετεροχρονισμένη παραδοχή της στάσης αυτής εκ μέρους της Εκκλησίας.
Γιατί η ιστορία που μαθαίνουμε, έχει αποσιωπήσει τον αφορισμό των Κλεφτών και την εξόντωσή τους με τη συνδρομή της ελληνικής Εκκλησίας;
Επειδή πρόκειται για μία ιστορία που το συλλογικό ασυνείδητο επιλέγει να τοποθετήσει στη σκιά της ιστορίας. Πώς άλλωστε να χωνέψει κανείς πώς μαζί με τους Οθωμανούς, εκατοντάδες Κλέφτες κυνηγήθηκαν και θανατώθηκαν με τη συνδρομή κοτζαμπάσηδων και απλών ανθρώπων της Πελοποννήσου; Οι τελευταίοι, φυσικά, έδρασαν κάτω από τον φόβο και τον τρόμο που τους προκάλεσε ο αφορισμός των Κλεφτών -αλλά και όσων τους παρείχαν βοήθεια- από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε’.
Άλλωστε ο αφορισμός υπήρξε μία ευρύτατα διαδεδομένη πρακτική της εποχής, εκ μέρους της Εκκλησίας, ώστε να τηρεί την έννομη τάξη των Οθωμανών στους πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου.
Η στάση του Αγαθάγγελου και η απόπειρα πρόκλησης Εμφυλίου, προκάλεσε με τη σειρά της και έναν εμφύλιο και εντός των κόλπων του ελληνικού Κλήρου της εποχής;
Βρισκόμαστε στα 1828. Το νεοελληνικό κράτος έχει σχηματιστεί (δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί επισήμων), με κυβερνήτη του τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο πατριάρχης Αγαθάγγελος αποστέλλει εγκύκλιο προς τους Έλληνες, ζητώντας τους να επιστρέψουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Συμπεριλαμβάνει, μάλιστα, στην επιστολή του και τους όρους του ίδιου του Σουλτάνου για τον σκοπό αυτόν, ενώ παράλληλα στέλνει στην Πελοπόννησο τρεις μητροπολίτες ώστε να επηρεάσουν το ποίμνιο προς αυτή την κατεύθυνση. Το προηγούμενο προκαλεί την έντονη αντίδραση του ίδιου του Καποδίστρια που ξεκαθαρίζει στον Αγαθάγγελο πώς αρκετό αίμα χύθηκε για να επιστρέψουν οι Έλληνες στην πρότερη κατάσταση.
Γεγονότα σαν κι αυτά συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία του αυτοκέφαλου της ελλαδικής εκκλησίας, ενδεχομένως του μοναδικού διαφωτιστικού προτάγματος που πήρε σάρκα και οστά στα μετεπαναστατικά χρόνια. Ήταν αδύνατο το διαχρονικά τουρκόφωνο πατριαρχείο Κων/πόλεως να αναμειγνύεται συνεχώς στα εσωτερικά του νέου ελληνικού -πλέον- κράτους.
Ποια θα ήταν η ιστορική σημασία της άρσης του αφορισμού, 200 χρόνια μετά τη διατύπωσή του; Πόσο ευσταθεί το επιχείρημα της ελληνικής Εκκλησίας που πλέον αφορισμός δεν υφίσταται;
Στα τέλη του Ιανουαρίου το ΚΕΠΕΚ (Κίνηση Ελλήνων Πολιτών για την Εκκοσμίκευση του Κράτους) ζήτησε με ανοιχτή επιστολή προς το πατριαρχείο Κων/πόλεως αλλά και την Εκκλησία της Ελλάδος, την άρση του αφορισμού της Επανάστασης από το 1821.
Το γεγονός αυτό φρονώ πώς θα είχε τεράστια συμβολική όσο και ουσιαστική σημασία, μιας και θα μείωνε σε σημαντικό βαθμό τις σχετικές λεκτικές διαμάχες συμπολιτών μας, που λόγω της φετινής επετείου έχουν ενταθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, εντός και εκτός διαδικτύου.
Η εμπλοκή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε αυτή τη διαδικασία είναι απολύτως αναγκαία. 200 χρόνια πριν, οι αρχιερείς των σημερινών δομών της αποτελούσαν μέρος του σώματος του πατριαρχείου, ενώ στις μέρες μας οι εκπρόσωποί της επικαλούνται πατριάρχες και άλλους αρχιερείς εκτός των διοικητικών της δικαιοδοσιών για να υπερτονίσουν τον υποτιθέμενο σημαντικό ρόλο τους κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να έχει μία ιστορία αλά καρτ. Ο αφορισμός της Επανάστασης την βαραίνει εξίσου με την υιοθέτηση του -υποτίθεται- σωτήριου (!) ρόλου του Γρηγορίου Ε’ κατά την προετοιμασία του ξεσηκωμού.
Άλλωστε υπάρχει και προηγούμενο, μιας και 16 χρόνια πριν, το 2005, εκπρόσωπος της ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε συνεννόηση με τον πατριάρχη Βαρθολομαίο, μεσολάβησε για την άρση αφορισμού που έλαβε χώρα 200 χρόνια νωρίτερα. Όμως περισσότερα για αυτήν την πραγματικά ενδιαφέρουσα υπόθεση, στην απάντηση του ΚΕΠΕΚ προς το Γραφείο επί των Αιρέσεων της μητρόπολης Πειραιά, που θα έρθει σε λίγες ημέρες μέσω του NEWS 24/7.
Κατά την άποψή σας, ποια θα ήταν η “μαγιά” του ελληνικού Αγώνα, αν είχαν επικρατήσει οι θέσεις του Ευγένιου Βούλγαρη; Θα μιλούσαμε ίσως και για μια “διαφορετική” σύγχρονη ελληνική Εκκλησία;
Σίγουρα θα είχε παρατηρηθεί ένας εκσυγχρονισμός της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, μιας και το πνεύμα του Διαφωτισμού θα άγγιζε περισσότερο τις θεολογικές και πολιτικές της θέσεις. Παρόλα αυτά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι διαχρονικά η Εκκλησία αποτελεί έναν υπερεθνικό οργανισμό. Δεν είναι, δηλαδή, τυχαίος ακόμα και σε λεκτικό επίπεδο, ο πόλεμος των ιδεών που αφορά στην εγκαθίδρυση του όρου Έθνος ως αντικαταστάτη του Γένους (μια λέξη με ξεκάθαρη θρησκευτική χροιά). Ούτε είναι τυχαίος ο προσεταιριστικός χαρακτήρας της εκάστοτε ηγεσίας της Εκκλησίας σε σχέση με κάθε κατακτητή ή πολιτικό διαχειριστή αυτού του τόπου διαχρονικά. Πρόκειται για έναν οργανισμό που εν πολλοίς ενδιαφέρεται πέρα και πάνω από όλα για τη δική του επιβίωση, στεκόμενος πάνω από έννοιες όπως εθνισμός, πατρίδα κτλ.
Ποια η σημασία της έκδοσης του βιβλίου “Η Μαύρη Βίβλος του 1821”, από τη σειρά Lux Orbis των εκδ. iWrite;
Πρόκειται για μία επετειακή και δίχως αμφιβολία συλλεκτική έκδοση, στην οποία συγκεντρώνονται για πρώτη φορά τα περισσότερα από τα αντεπαναστικά κείμενα του πατριαρχείου και μάλιστα σε ένα βάθος χρόνου 30 ολόκληρων ετών (1798-1828). Το γεγονός αυτό βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί την “μεγάλη εικόνα” της στάσης της ανώτατης (το τονίζω αυτό) ηγεσίας της Εκκλησίας απέναντι στην ελληνική Επανάσταση. Νομίζω ύστερα από την ανάγνωση αυτών των κειμένων δεν δικαιολογούνται παρερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο πρόλογος του βιβλίου από τον καταξιωμένο ακαδημαϊκό, κ. Θάνο Βερέμη, προσθέτει επιπλέον αξία και κύρος στην έκδοση.
Πέρα από όσα έχουμε ήδη πει, τι άλλο θα συναντήσουν οι αναγνώστες στη συλλογή κειμένων του νέου αυτού βιβλίου;
Θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μία ξεκάθαρη εικόνα για τις αντεπαναστατικές θέσεις του -υποτίθεται εθνομάρτυρα!- Γρηγορίου Ε’ στο πέρασμα του χρόνου: α) Την εγκύκλιο που στέλνει στους Επτανήσιους ώστε να αγνοήσουν τα επαναστατικά κελεύσματα των “άθεων” Γάλλων επιστρέφοντας στην αγκαλιά του Σουλτάνου (1798), β) Την αποστολή του επισκόπου Τρίκκης Παΐσιου στην Πελοπόννησο με σκοπό των κατευνασμό των επαναστατικών διαθέσεων των ντόπιων πληθυσμών (1798), γ) Την επιστολή προς τον μητροπολίτη Σμύρνης, στην οποία του ζητείται η συγκέντρωση όλων των φυλλαδίων του Ρήγα Φεραίου με σκοπό να σταλούν προς καύση στην Κωνσταντινούπολη (1798). Επίσης θα έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν το αφοριστικό επιτίμιο προς την Μπουμπουλίνα παραμονές της Επανάστασης, καθώς επίσης και την απόπειρα του Γρηγορίου να επιβάλλει ιερά εξέταση στην Πόλη, ελέγχοντας τη βιβλιοπαραγωγή της ελληνικής διασποράς, πραγματοποιώντας επίθεση στην έλευση της διδασκαλίας των Φυσικών Επιστημών στις ελληνικές σχολές. Σε αυτήν την τελευταία εγκύκλιο, μάλιστα, ο πατριάρχης επιτίθεται και στους ραγιάδες της εποχής του, που ξεκινούσαν να δίνουν μαζικά στα παιδιά τους (αρχαία) ελληνικά ονόματα, αντί χριστιανικών…
Η περιγραφή του βιβλιου:
“Η υποτιθέμενη θετική συμβολή της ανώτατης ιεραρχίας της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές λαθροχειρίες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Διακόσια χρόνια αργότερα, η μελέτη των πρωτότυπων πηγών, των αφοριστικών εγκυκλίων και της αντεπαναστατικής δράσης του πατριαρχείου, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει μία χρήσιμη συλλογή τέτοιων κειμένων, που δημοσιεύτηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1798-1828. Η ανίχνευση των εν λόγω ιστορικών τεκμηρίων αποτελεί μέχρι και σήμερα μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, απαιτώντας σε κάποιες περιπτώσεις την κοπιώδη αναζήτηση σπάνιων ή εξαντλημένων εκδόσεων.
Στη “Μαύρη Βίβλο του 1821” θα διαβάσετε:
- τα κείμενα του αφορισμού της Επανάστασης από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
- τους λόγους για τους οποίους η περιβόητη άρση του αφορισμού αποτελεί έναν εκκλησιαστικό μύθο
- το πώς ο Γρηγόριος Ε ́προσπάθησε να κατευνάσει τις επαναστατικές διαθέσεις Επτανησίων και Πελοποννησίων στα τέλη του 18ου αιώνα, διατάζοντας, παράλληλα, την καύση κειμένων του Ρήγα Φεραίου
- τους λόγους για τους οποίους ο αφορισμός των Κλεφτών από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε ́ επηρέασε αρνητικά την Επανάσταση του ’21.
- τις εγκυκλίους μέσω των οποίων ο Γρηγόριος Ε ́ αποπειράθηκε να ελέγξει την ελληνική βιβλιοπαραγωγή, εξαπολύοντας επίθεση στις Φυσικές Επιστήμες
- το αφοριστικό επιτίμιο που επιβλήθηκε στην Μπουμπουλίνα, λίγους μήνες πριν τον ξεσηκωμό των Ελλήνων
- τα κείμενα του πατριάρχη Ευγένιου Β ́, που στόχο είχαν να εκφοβίσουν τους Έλληνες, αμέσως μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης
- τον τρόπο με τον οποίο ο πατριάρχης Αγαθάγγελος επιχείρησε να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια”.
Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τη σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Πάργα του Αριστοτέλη Ωνάση

Σε μια πόλη με σκάφη που είχαν κουπιά, η παρουσία της «Χριστίνας» δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.

Πάργα/Photo: Unsplash
Η αγάπη του Ωνάση για την Πάργα ήταν τόσο μεγάλη που ήθελε να αγοράσει το νησάκι απέναντι από το κοσμοπολίτικο πλέον «χωριό» και να το μετονομάσει από «Παναγία» σε «Χριστίνα». Παράλληλα, ήθελε να εκμισθώσει για 50 χρόνια και την περιοχή του κάστρου της πόλης, κάτι που δεν του επετράπη να πραγματοποιήσει.
Βρήκα δύο ανθρώπους της Πάργας που έζησαν την περίπτωση της άφιξης της «Χριστίνας» με τα ίδια τους τα μάτια: την Γαλλίδα φωτογράφο, Françoise Berger, που ήταν μία από τις πρώτες ξένες τουρίστριες στην περιοχή και τον Σπύρο Ζυγούρη που καλέστηκε να παίξει μουσική στη θαλαμηγό του Έλληνα μεγιστάνα. Λόγω δύσκολης επικοινωνίας με τον Σπύρο Ζυγούρη, λόγω βαρηκοΐας, χρησιμοποιήσαμε και αποσπάσματα από τη συνέντευξή του στον συνάδελφο Σπύρο Πλέουρα για την εφημερίδα «Τομή».
Η περίπτωση της Γαλλίδας που έγινε «Παργινιά»
Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50. H θεία της Françoise Berger -από την πλευρά της μητέρας της- πήγαινε στο club Mediterannee της Κέρκυρας και ζήτησε από τους γονείς της -8χρονης τότε- φωτογράφου, να την επισκεφθούν. «Στους γονείς μου δεν άρεσε καθόλου η ιδέα να κάνουν διακοπές μέσω ενός τόσο μεγάλου και καλά οργανωμένου ομίλου και ρώτησαν τον επικεφαλής του club, αν υπήρχε ένα χωριό όπου δεν θα υπήρχε ακριβώς τίποτα. Ο επικεφαλής τούς απάντησε: “Στην Πάργα δεν υπάρχει ρεύμα, παρά μόνο ένας σωλήνας με πόσιμο νερό”. Στον πατέρα μου φάνηκε τέλεια ιδέα αυτό το μέρος».
Πράγματι. Ο πατέρας της Françoise ξετρελάθηκε με αυτό το «χωριό», με αποτέλεσμα να επιστρέψει εκεί με την οικογένειά του. Για να το κάνει αυτό, έπρεπε να «χαλάσει» δύο αυτοκίνητα, γιατί χρειαζόταν 6 ώρες ταξίδι από την Ηγουμενίτσα μέχρι την Πάργα.
«Δεν είχε δρόμο τότε. Αναγκάστηκε να αγοράσει ένα Citroen DS Pallas και με αυτό, τελικά, θυμάμαι ότι καταφέραμε να φθάσουμε. Κατασκηνώσαμε σε μια παραλία, αυτή του Βάλτου, με μια μεγάλη σκηνή. Εκεί, γνωρίσαμε μια μεγάλη ελληνική οικογένεια, αγοράσαμε ένα κομμάτι γης. Με αυτήν την ελληνική οικογένεια γίναμε πραγματικοί φίλοι και τώρα το παιδί τους, που σήμερα είναι 45 ετών, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Παρίσι, ζούσε στο σπίτι μας και είναι σαν αδελφός για εμένα», περιγράφει η Françoise στο Τravel.gr.
Η «Χριστίνα» του Ωνάση στην Πάργα
Σε ηλικία 15 ετών, η Françoise διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε τίποτα στην Πάργα, παρά μόνο βάρκες με κουπιά. Όταν είδε, λοιπόν, να φθάνει αυτό το σκάφος, το οποίο ήταν κάτι μοναδικό για την περιοχή, άρχισε να το φωτογραφίζει. Η φωτογραφία είναι και η δουλειά που έχει ακολουθήσει και συνεχίζει μέχρι και σήμερα.
«Ο πρώτος μου εραστής μού έμαθε να βγάζω ασπρόμαυρες. Πριν 10 χρόνια, έκανα και έκθεση φωτογραφίας στο κάστρο της Πάργας» συμπλήρωσε η ίδια. To σκάφος που είδε να καταφθάνει ήταν η θαλαμηγός «Χριστίνα» του Αριστοτέλη Ωνάση, που στις 28 Ιουλίου του 1963 έδεσε στο λιμανάκι της Πάργας, στο «Πόντε».
«Όταν έφθασε, ήταν κάτι μαγικό για όλους. Γρήγορα κάλεσαν τον καλό μου φίλο, Σπύρο Ζυγούρη και τον Έκτορα Κλοτσώνη, τον οποίο αποκαλούσαν και «βασιλιά της Πάργας». Έπαιξε μάλιστα πολύ ωραίο μαντολίνο στο κατάστρωμα του πλοίου “Χριστίνα”» σημειώνει η Françoise.
Σύμφωνα με συνέντευξη του Σπύρου Ζυγούρη στην «Τομή στην ενημέρωση», ο ίδιος πήγε στη θαλαμηγό «Χριστίνα» του Ωνάση και καλωσόρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τους φιλοξενούμενους του Έλληνα μεγιστάνα και το πλήρωμα της θαλαμηγού, στην Πάργα. Από την πλευρά του, ο Αριστοτέλης Ωνάσης ζήτησε από τον Σπύρο Ζυγούρη να βρει μουσικούς από την Πάργα γιατί ήταν τα γενέθλια της Τζάκι (28 Ιουλίου) και θα στηνόταν μια γιορτή στο σκάφος. Ο κ. Σπύρος Ζυγούρης απάντησε καταφατικά και έσπευσε να βρει μουσικούς από την Πάργα, για να ευχαριστήσουν τον Αριστοτέλη Ωνάση και την Τζάκι.
Όπως εξήγησε στην εφημερίδα Τομή, ο κ. Ζυγούρης βρήκε τον έμπορο, Μάρκο Δράκο, τον γραμματέα της κοινότητας, Νίκο Τσάγκα και τον «Βασιλιά της Πάργας», Έκτορα Κλοτσώνη, ο οποίος έπαιζε εκπληκτικό μαντολίνο, ενθουσίαζε τους ξένους και προσέφερε πάρα πολλά στον τουρισμό. Μπήκαν στη θαλαμηγό «Χριστίνα», έπαιξαν μουσική, τραγούδησαν, έφαγαν, ήπιαν και διασκέδασαν τον κόσμο. Ο Ωνάσης ευχαριστήθηκε τόσο πολύ, που θέλησε να προσφέρει 300 δολάρια στον καθένα, ως αμοιβή, για τη βραδιά που προσέφεραν. Η πρόταση έγινε πρώτα στον κ. Σπύρο Ζυγούρη και την αρνήθηκε. Το ίδιο έπραξαν και οι υπόλοιποι, κάτι που εντυπωσίασε τον Ωνάση.
Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήθελε να κατασκευάσει λιμάνι και δρόμο από την Πάργα προς την Πρέβεζα και να υλοποιήσει έργα ύδρευσης, γιατί τότε το νερό δεν επαρκούσε και δημιουργούνταν συνεχώς προβλήματα. Η κοινότητα δεν δέχθηκε την προσφορά του Ωνάση για το κάστρο -ίσως φοβήθηκαν μήπως ο Ωνάσης προέβαινε στην κατοχή του. Μετά πήγε στη Λευκάδα και αγόρασε τον «Σκορπιό. Η αλήθεια είναι ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης ερωτεύτηκε την Πάργα αλλά ίσως έφυγε λόγω πικρίας που δεν του δόθηκε η δυνατότητα να κάνει αυτά που ήθελε.
Σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη Ωνάση, η Francoise έρχεται στην Πάργα από το 1955. «Στην αρχή έκλαιγα γιατί δεν είχα φίλους. Μεγαλώνοντας όμως άλλαξα γνώμη. Η οικογένεια μου πλέον είναι η Ελλάδα. Το πεπρωμένο μου πλέον είναι η Ελλάδα».



























