Connect with us

ΤΕΧΝΕΣ

Top 5 ποιήματα του Κώστα Βάρναλη

Published

on

varnalis

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,/προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»

Οι μοιραίοι

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Ακούστε εδώ τον Κώστα Βάρναλη να απαγγέλει το ποίημά του «Οι μοιραίοι»:

Ακούστε εδώ τους «Μοιραίους» από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη:

Το πέρασμά σου

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·

σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,

ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!…
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!

Ακούστε εδώ το ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Το πέρασμά σου» από τον Κώστα Καράλη, σε μουσική Γιάννη Σπανού:

Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Πρόλογος

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. «Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε»!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας ― αχ, εκείνος ο Tριβέλας! ―

έκανες πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

Από αριστερά ο κριτικός Μ. Παπαϊωάννου, Κώστας Βάρναλης, Στρατής Τσίρκας

Από αριστερά: ο κριτικός Μ. Παπαϊωάννου, ο Κώστας Βάρναλης και ο Στρατής Τσίρκας.

 

Το τραγούδι του τρελού

Άϊ! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο.
Εστράβωσα τη φέσα μου,
έρωτας που ’ναι μέσα μου
για να χορέψω τσάμικο.

Χίλια χέρια κι άρματα
να ’χα να σας φράξω,
να ’χα και δυο κέρατα
τον οχτρό να σκιάξω!

Για να βαστάξει όσο μπορεί,
το μακελειό, να ’στε γεροί,
της πένας αντρειωμένοι!
Κανοναρχάτε τ’ όνομά μας,
όντας η δόξα μελετά μας
τα σκελετά, γερμένη.

Να χαμ’ ένα βασιλιά,
για να μας θαμπώνει,
με λειρί στο κούτελο,
και φωνή τρομπόνι!

Όλα εδώ χάμου ψεύτικα.
Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα,
μαύρη ζωή, όλη πίκρα.
Μα θα χαρώ σε, λευτεριά,
αιώνια αλήθεια κι ομορφιά,
σαν θα περάσω αντίκρα.

Να χαμ’ ένα βασιλιά,
δράκο με χοντρό λαιμό,
σέρτικο κι αράθυμο,
για να κάνει πόλεμο!

Άμποτε λίγο να δυνόμουν
για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
ο σαλεμένος νους
και τα κλεισμένα τσίνορα
να μην ξαμώνουν σύνορα
και χώριους ουρανούς!

Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
τον αδερφό μου ξένο
και τον οχτρόν αδέρφι μου
αδικοσκοτωμένο.

Ακούστε εδώ «Το τραγούδι του τρελού» από τη Μαρία Δημητριάδη, σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη:

 

Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ «όλα για όλα»
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.

Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τι,
να ζητάς την αρετή!

– Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
– Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
– Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
– Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
– «Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…»
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

– «Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου –
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη».

Ακούστε εδώ τον Νίκο Ξυλούρη να τραγουδά την «Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου», σε μουσική Λουκά Θάνου:

 

Τρεις θάνατοι

Ζηλεύω σου το θάρρος, Καρυωτάκη,
να σμπαραλιάσεις την τρανή καρδιά,
και την κακοτυχιά σου, Ολύμπιε Τάκη,
να σε πάρουν τα κύματα βαθιά.

Με πάει γελώντας ο Χάρος στα εκατό μου,
σιχάθηκα τον άχαρο εαυτό μου.
Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,
κι αν όχι εμέ, τη θύμησή μου πάρε.

Όσο τα περασμένα ανακαλώ,
τόσο δε βρίσκω τίποτα καλό.
Πόνοι, αρρώστιες, με κάναν μοιρασιά,
μα θα πάω μονάχα από σιχασιά.

 

Πηγή

ΤΕΧΝΕΣ

Α΄ πανελλήνιο βραβείο ποίησης στον ιερέα Ηλία Μάκο με θέμα τα 200 χρόνια από το 1821

Published

on

Πρώτο βραβείο ποίησης, κατέκτησε ο Θεσπρωτός ιερέας π. Ηλίας Μάκος στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών για το 2021, με θέμα: «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση (1821-2021)».

 

Ο π. Ηλίας Μάκος συμμετείχε στο διαγωνισμό με το ποίημα «Λιτανεία Ηρώων». Το μήνυμα του ποιήματος, είναι ότι όλοι οι ήρωες πέρασαν από το δρόμο της θυσίας, προκειμένου να υπερασπιστούν σπιθαμή προς σπιθαμή της ελληνικής γης, να διαφυλάξουν τα όσια και τα ιερά.

Οι στίχοι δίνουν νόημα και αναδεικνύουν το γεγονός, «ότι γενιά τη γενιά, κρίκο τον κρίκο, δέθηκε η άθραυστη αλυσίδα για να κρατηθούν με το όραμα της λευτεριάς ζωντανό, οι Έλληνες στα χρόνια της σκλαβιάς», όπως χαρακτηριστικά επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιερέας.

Στη «Λιτανεία Ηρώων», όπως αναφέρει ο π. Ηλίας, προβάλλεται ο ραγιάς να διεκδικεί το δικαίωμά του να ζήσει και να μην πεθάνει, ορμώντας με τόλμη κατά του τυράννου και προσθέτει: «Η Ελλάδα δεν έχει μόνο ένα δρόμο θυσίας. Έχει πολλούς δρόμους θυσίας. Κάθε γωνιά της, και ένας δρόμος θυσίας».

Μέσα από τους στίχους της «Λιτανείας Ηρώων» καταγράφεται η προτροπή να αγαπηθούν τα ιδανικά, που το 1821 συμβολίζει.

Ο π. Ηλίας Μάκος, κληρικός με πανεπιστημιακές σπουδές, έχει διακριθεί κατά το παρελθόν και σε άλλους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Το εικαστικό τμήμα καλών τεχνών ΑΠΘ έφτιαξε τη δική του Guernica.

Published

on

Πριν από πολλά χρόνια, ο Πικάσο ζωγράφιζε την Guernica, ένα μνημειώδες έργο που αποτύπωνε την κραυγή του ενάντια στη φρίκη και τη φασιστική βαρβαρότητα.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Εικαστικού (Καλών Τεχνών) του ΑΠΘ ολοκλήρωσαν πρόσφατα στην Πρυτανεία του ΑΠΘ ένα αντίγραφο της Guernica, που αποτυπώνει τη σύγχρονη βαρβαρότητα του αστικού κράτους, των δυνάμεων καταστολής και των Πρυτανικών Αρχών, που συνεργάστηκαν άψογα για να τσακίσουν την κινητοποίηση των φοιτητών.

 

Λένε πως όταν μπήκαν οι Ναζί στο Παρίσι -όπου βρισκόταν ο πίνακας- ένας αξιωματούχος τους ρώτησε τον Πικάσο αν είχε φτιάξει αυτός το συγκεκριμένο έργο και ο μεγάλος ζωγράφος του απάντησε:
-Όχι, εσείς το κάνατε.

Αν ο Πρύτανης του ΑΠΘ ρωτήσει σήμερα τους φοιτητές ποιος έκανε αυτό το έργο, μπορούν να του απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο.

 

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Νίκος Καββαδίας: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..»

Published

on

kavadias 234545

 

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, για μερικά χρόνια έζησαν στην Κεφαλονιά και μετά στον Πειραιά. Το 1929 ο Καββαδίας πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης σε φορτηγό. Τον «Άγιο Νικόλαο».

 

Ταξίδεψε για μερικά χρόνια, θέλοντας να γίνει καπετάνιος, μα έχοντας χάσει καιρό με τις περιπλανήσεις του, αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Με μια διακοπή για να πολεμήσει στην Αλβανία, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1944 και μετά ταξίδεψε αδιάκοπα σε όλο τον κόσμο, μέχρι τον Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες αργότερα, θα φύγει από εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ο Νίκος Καββαδίας ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του….

 

Ας τον γνωρίσουμε μέσα από το έργο του..

 

«Θυμάμαι την πρώτη μου αναχώρηση μ’ ένα μεγάλο ποστάλε. Τη στιγμή εκείνη που πραγματοποιούσα το λαμπρότερον όνειρό μου, ήμουνα γιομάτος αμφιβολία και φόβο. Θυμάμαι την κωμικοτραγικήν αρρώστια της θάλασσας, που για καιρό με βασάνιζε. Έπειτα τις αφίξεις στα χαρούμενα λιμάνια της Μεσογείου. Η Μαρσίλλια, η Νεάπολις, η Μπαρτσελόνα, οι βαμμένες γυναίκες των μπαρ, οι συχνές αναχωρήσεις, οι γυναίκες που ταξιδεύουνε, οι αποχαιρετισμοί, τα δάκρυα, οι σβησμένοι λυγμοί και τα μαντίλια, που ανεμίζονταν μ’ είχαν τόσο μαγέψει, ώστε να σβηστεί κάθε αμφιβολία και φόβος που είχε γεννηθεί μέσα μου.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ύστερα στα μαύρα, σαν πένθιμα, φορτηγά. Δεν υπάρχει θλιβερότερη αναχώρηση, και η ζωή μέσα σ’ αυτά είναι πένθιμη. Η σιγή που βασιλεύει είναι βασανιστική.

 

Εδώ μέσα στα φορτηγά δεν μιλούν ποτέ δυνατά. Οι πλώρες είναι πάντα σκοτεινές, γεμάτες βαριά μυρωδιά, και μοιάζουν σαν μεγάλα κελιά φυλακών.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)»
Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

 

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σαν μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

 

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να τη φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

 

Γιατί είναι τ’ άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

 

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
αυτός όπου είδε πράματα στη ζήση του φριχτά
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

 

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτοι μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουνε θερμή γυναίκα αγαπητή.

 

(Οι γάτες των φορτηγών, Μαραμπού)

 

Ένα ιστιοφόρο… Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι θα πει ιστιοφόρο.. Οι στεριανοί όταν τα βλέπουνε να ταξιδεύουν με πρίμον αγέρα ή να μπαίνουν κατάλευκα και γεμάτα υπερηφάνεια στα λιμάνια τα ζηλεύουν… Έκαμα μέσα σε κάποιο ένα ταξίδι που βάστηξε οκτώ ολόκληρους μήνες…

 

Φύγαμ’ ένα πρωί από την Νέα Υόρκη φορτωμένοι άδεια σακιά κατευθείαν για το Σίδνεϊ. Είμαστε πλήρωμα κάπου ενενήντα. Στα ιστιοφόρα μπορεί κανείς να βλέπει το χρόνο που φεύγει ιδίως ποτέ να κοιτάζει ρολόι. Αυτό είν’ ένα πράγμα βασανιστικό και φρικτό…

 

Κάποτε που δεν είχε αγέρα καθίσαμε είκοσι ολόκληρες μέρες στο ίδιο μέρος… Είκοσι ολόκληρες μέρες στη μέση της θάλασσας… Τότε τρώγαμε λίγο και πίναμε ακόμη λιγότερο από φόβο μήπως σωθούνε τα τρόφιμα και το νερό… Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ψαρεύαμε. Ανεβαίναμε στα ξάρτια. .. Όταν εφύσηξε ο αγέρας αλαλάξαμε σαν ανθρωποφάγοι κι ύστερα από έναν μήνα παρακαλούσαμε να καλμάρει…

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Στο ημερολόγιο γράψαμε : «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S.μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

 

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

 

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

 

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

 

Συχώρεσέ με… Κάποτες οπού ‘χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευσε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

 

Συχώρεσέ με…Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλισα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

 

Κι ακόμα, Κύριε…ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

 

Κύριε…ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια έχω χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει…

 

(Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου, Μαραμπού)

 

Αλήθεια πόσους παράξενους ανθρώπους έχω γνωρίσει. Σε κάποιο Ολλανδέζικο φορτηγό είδα τον πιο παράξενο άνθρωπο. Ήταν ένας Γιαπωνέζος θερμαστής. Όταν δεν είχε βάρδια, ξαπλωνόταν γδυμένος από τη μέση κι απάνω και διάβαζε ξαπλωμένος τα μπρούμυτα ένα παράξενο βιβλίο γιομάτο σχήματα. Η πλάτη του ήταν στιγματισμένη σαν ένα μαντίλι γιαπωνέζικο. Γιομάτη πουλιά και δέντρα. Γύρω του μαζεύονταν δυο ναύτες και παίζαν στη ράχη του με μια τράπουλα μαυρισμένη. Αυτός δε μιλούσε καθόλου και μόνον όταν το παιχνίδι άναβε και χτυπούσαν τα τραπουλόχαρτα στη ράχη του αυτός με μια κίνηση των ώμων του τ’ ανακάτωνε και οι δυό τους, χωρίς να πουν τίποτα, ξανάρχιζαν ήρεμοι πια το παιχνίδι.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

 

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή–
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

 

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

 

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

 

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

 

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ‘πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

 

(Θεσσαλονίκη, Πούσι)

 

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

 

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

 

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

 

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

 

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

 

(Οι προσευχές των ναυτικών, Μαραμπού)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

 

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάννα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«΄Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

 

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

 

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

 

(Mal du Depart, Μαραμπού)

 

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

 

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

 

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

 

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

 

Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

 

(Kuro Siwo, Πούσι)

 

Αγνάντευε απ’ το κάσσαρο τη θάλασσα ο «Πυθέας»
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυό γυμνές γυναίκες στη στεριά.

 

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

 

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ’ αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες
– μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες –
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ’ την Κίνα.

 

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

 

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

 

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα ή ντροπή.

 

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ’ όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το’ χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

 

(Σπουδή Θαλάσσης, Τραβέρσο)

Continue Reading

Η εφημεριδα της Παργας

April 2026
MTWTFSS
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930 

ΠΑΡΓΑ LIVE WEB CAM

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Αυτός είναι ο δράστης της ένοπλης ληστείας στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ληστεία και πυροβολισμοί στην Πάργα: Δράστες απείλησαν τον ιδιοκτήτη και πυροβόλησαν για να διαφύγουν

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Από την Πάργα στη Φλόριντα: Ο Βασίλης Γεραλέξης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SUP

ΠΑΡΓΑ4 months ago

Εντοπίστηκε η σορός του 63χρονου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

θρίλερ με τον 62χρονο ψαρά που γλίστρησε από το καΐκι κι έπεσε στη θάλασσα – «τον είδε να βυθίζεται…»

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Πάργα: Ληστεία σε κατάστημα χρυσαφικών και κλοπή αυτοκινήτου από τους δράστες

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ολονύκτιες έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου ψαρά στην Πάργα

ΑΘΛΗΤΙΚΑ2 years ago

Η ζώνη του Κόκκορη έσφιξε τον Πήγασο και έστειλε την Πάργα στην 3η θέση!

ΠΑΡΓΑ12 months ago

Ανέφικτη στις παρούσες συνθήκες η 24ωρη λειτουργία του Κέντρου Υγείας Πάργας σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Πάργα: το 60% των καταλυμάτων θα ανοίξουν το Πάσχα

ΑΓΙΑ1 day ago

Υπογράφουμε τώρα ενάντια στα αιολικά πάρκα στην Πάργα

  Κείμενο υπογραφών πολιτών ενάντια στα «αιολικά πάρκα» ισχύος 84 (2Χ42)MW στις «ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ» και «ΣΩΡΙΑΣΤΟΝ» της Δ.Ε. Πάργας, του Δήμου...

ΑΓΙΑ3 weeks ago

Μαζική συνέλευση στην Αγιά κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών

Μαζική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στην Αγιά Πάργας με θέμα την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στο χωριό. Η συνέλευση διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του πολιτιστικού...

Δημος Παργας4 weeks ago

Κάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση

Σχετικά με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς του κ. Γκούμα, ο οποίος άλλωστε τους συνηθίζει, περί δήθεν ψευδών...

ΑΠΟΨΕΙΣ4 weeks ago

Ανακοίνωση της παράταξης «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ» για πρόγραμμα INTERREG στον Δήμο Πάργας

Ανακοίνωση σχετικά με τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2026 εξέδωσε η παράταξη «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ». Σύμφωνα με...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ4 weeks ago

Αγώνας με φιλανθρωπικό χαρακτήρα τη Δευτέρα 17:00 στην Πάργα

Τη Δευτέρα η ομάδα μας αντιμετωπίζει σε φιλικό παιχνίδι τον ΠΑΣ Αχέρων Καναλακίου στο Δημοτικό Στάδιο Πάργας. Ο αγώνας έχει...

ανεμογεννήτριες στην Αγιά ανεμογεννήτριες στην Αγιά
ΑΓΙΑ4 weeks ago

«Όχι» του Δήμου Πάργας στη μελέτη για ανεμογεννήτριες στην Αγιά

Με ομόφωνη απόφαση, το Δημοτικό Συμβούλιο Πάργας γνωμοδότησε αρνητικά στη μελέτη περιβάλλοντος για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στη θέση Περίβλεπτον, στην...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ