Connect with us

ΤΕΧΝΕΣ

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε

Published

on

Κωνσταντίνος Καβάφης «Che fece …. il gran rifiuto»

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Το «Che fece …. il gran rifiuto» είναι ένα από τα ξεχωριστά ποιήματα του Καβάφη, στο οποίο ο ποιητής καταγράφει τις σκέψεις του σχετικά με τη δύναμη που έχουν μερικοί άνθρωποι να «κάνουν τη μεγάλη άρνηση», να πουν όχι σε ό,τι αναμένεται από αυτούς και να βαδίσουν αντίθετα στο ρεύμα. Το ποίημα αυτό είναι εξόχως αντιπροσωπευτικό για τη ζωή του ποιητή, που δε δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με όλες τις συμβάσεις της εποχής του, τόσο σε επίπεδο ποιητικής δημιουργίας όσο και σε επίπεδο προσωπικών επιλογών. Ο Καβάφης πλήρωσε ακριβά την άρνησή του να συμβιβαστεί με την τρέχουσα ηθική, αλλά και με τις ξεπερασμένες ιδέες περί ποιητικής. Αντιμετώπισε την περιφρόνηση των συγχρόνων του, θεωρήθηκε αιρετικός και με δυσκολία κατόρθωσε να επιβάλλει την παρουσία του στα νεοελληνικά γράμματα.

Αναλυτικότερα:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε.

Οι εισαγωγικοί στίχοι του ποιήματος μας παρουσιάζουν εξαρχής τον προβληματισμό του ποιητή. Κάποια στιγμή «μερικοί άνθρωποι» καλούνται να επιλέξουν για κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη ζωή τους, έρχονται δηλαδή αντιμέτωποι μ’ ένα καίριο δίλημμα, με μια τόσο σημαντική απόφαση που θα καθορίσει συνολικά τη ζωή τους. Είναι η στιγμή που θα πρέπει να πουν το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι. Το ναι αυτό μπορεί να αφορά είτε το συμβιβασμό με κάτι που απαιτείται από αυτούς είτε την ανάληψη μιας εξαιρετικά σημαντικής ευθύνης, και αντιστοίχως, το όχι λειτουργεί ως άρνηση σε επιβεβλημένους συμβιβασμούς ή σε ευθύνες που βαρύνουν υπέρμετρα. Ο ποιητής, μη θέλοντας να περιορίσει το νοηματικό εύρος των στίχων του, δεν καθορίζει το τι αφορά η σημαντική αυτή απόφαση, αφήνοντας έτσι τους στίχους αυτούς ανοιχτούς σε πολλαπλές ερμηνείες, αλλά και έτοιμους να εκφράσουν τον προβληματισμό πολλών ανθρώπων.

Ο Καβάφης, πάντως, τονίζει πως το ποίημα αυτό αφορά «μερικούς ανθρώπους», όχι όλους, κι αυτό αφενός γιατί ο ποιητής δεν πρέσβευε ποτέ ότι τα ποιήματά του καλύπτουν τις ανησυχίες όλων των ανθρώπων κι αφετέρου διότι για πολλούς ανθρώπους δεν τίθενται ποτέ τόσο σημαντικά διλήμματα στη ζωή τους.

Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.

Από τους ανθρώπους που θα έρθουν αντιμέτωποι με το σημαντικό δίλημμα, εκείνοι που είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν σε αυτό που τους ζητείται, οι άνθρωποι που έχουν το Ναι έτοιμο μέσα τους, φανερώνονται αμέσως. Είναι οι άνθρωποι που εμφανίζονται έτοιμοι και πρόθυμοι να ζήσουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από αυτούς, είναι εκείνοι που θέλουν, με κάθε τρόπο, να φανούν αντάξιοι των προσδοκιών που υπάρχουν γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι που έχουν έτοιμο το μεγάλο Ναι, επιλέγουν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις που εγείρονται από τον κοινωνικό τους περίγυρο και κάνοντάς το αυτό επιτυγχάνουν να γίνουν αποδεκτοί από τους άλλους και να τιμηθούν για την επιλογή τους.

Είναι, βέβαια, σημαντικό να γίνει αντιληπτό πως οι άνθρωποι που θα πουν το ναι, καταλήγουν σ’ αυτήν την απόφαση γιατί είναι σύμφωνη με τις απόψεις και τις εσώτερες ανάγκες τους. Επιλέγουν να απαντήσουν θετικά, όχι γιατί εξαναγκάζονται, αλλά γιατί η απόφαση αυτή εκπληρώνει την ανάγκη τους να ζήσουν σε συμφωνία με τη θέση τους και σε συμφωνία με το τι αναμένεται και απαιτείται από αυτούς.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Εκείνοι που θα αρνηθούν, εκείνοι που θα πουν το μεγάλο Όχι, φτάνουν σ’ αυτή την απόφαση συνειδητά και όσες φορές κι αν έρχονταν αντιμέτωποι με το ίδιο δίλημμα, πάλι όχι θα έλεγαν. Κι, όμως, αυτό το όχι θα το πληρώνουν σε όλη τους τη ζωή, γιατί η άρνησή τους αυτή σημαίνει πως επιλέγουν να μη συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις και τις αξιώσεις των άλλων, επιλέγουν να έρθουν σε ρήξη με τις κοινωνικές προσδοκίες και συμβάσεις, χαράζοντας το δικό τους δρόμο. Το μεγάλο Όχι απαιτεί μεγάλη δύναμη και αποφασιστικότητα, καθώς η κοινωνία δε συγχωρεί εκείνους που δεν συμμορφώνονται με τις επιταγές της. Το μεγάλο Όχι συνοδεύει για πάντα εκείνον που τόλμησε να το πει και τον βαρύνει σαν μια συνεχής επίκριση, σαν μια συνεχής αποδοκιμασία. Κι ενώ οι άνθρωποι που θα πουν το όχι χρειάστηκαν μεγαλύτερο κουράγιο και περισσότερη ψυχική δύναμη, από εκείνους που είπαν το ναι, δεν γίνονται αποδέκτες ανάλογης τιμής και σεβασμού. Αντιθέτως, βιώνουν την απόρριψη και τον ψόγο των συμπολιτών τους, μόνο και μόνο γιατί δε δέχτηκαν να ζήσουν σύμφωνα με τις παραδεδομένες αντιλήψεις. Το όχι που θα πουν οι άνθρωποι που θα έχουν το κουράγιο να αρνηθούν είναι σωστό γι’ αυτούς, γιατί συμβαδίζει με τις πεποιθήσεις και τις απόψεις του, εκφράζει δηλαδή την προσωπική τους ταυτότητα, αλλά δε συμφωνεί όμως με τις απόψεις της κοινωνίας, γι’ αυτό και τιμωρούνται για την άρνησή τους.

Η μεγάλη άρνηση, επομένως, αποτελεί σύμφωνα με τον ποιητή μια επιλογή που απαιτεί ψυχικό σθένος και δυναμισμό και δεν μπορεί να γίνει από δειλούς ή αδύναμους ανθρώπους. Ο Καβάφης, δηλαδή, παίρνοντας τον στίχο από την Κόλαση του Δάντη: “che fece per vilta il granrifiuto” αφαιρεί το per vilta (από δειλία), το οποίο στο κείμενο του Δάντη αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και μας δίνει μια διαφορετική εκδοχή για τους ανθρώπους που λένε το μεγάλο Όχι. Ενώ, δηλαδή, ο στίχος του Δάντη αποτελεί το αρχικό έναυσμα για το καβαφικό ποίημα, ο Καβάφης απομακρύνεται από τη σκέψη του Δάντη για εκείνον που από δειλία έκανε τη μεγάλη άρνηση, και παρουσιάζει ένα ποίημα για να τιμήσει τους μεγάλους αρνητές, τους ανθρώπους εκείνους που έχουν το θάρρος και τη δύναμη να πουν όχι στην τρέχουσα ηθική, στις κοινωνικές συμβάσεις, στις ξεπερασμένες ποιητικές τεχνικές και σε ό,τι άλλο η κοινωνία επιχειρεί να επιβάλλει στους ανθρώπους, εγκλωβίζοντάς τους σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και σκέψης. Ο Καβάφης γνωρίζει τι σημαίνει να λες όχι και πόσο κοστίζει το όχι, γι’ αυτό και δεν δέχεται για κανένα λόγο το per vilta του δαντικού στίχου.

Σ’ ένα προσωπικό σχόλιό του ο ποιητής καταγράφει τη δική του σκέψη σχετικά με αυτόν που είπε το μεγάλο όχι, αφήνοντας το «από δειλία» του Δάντη, κατά μέρος.

«Αρνήθηκε, διότι σκέφθηκε ευσυνείδητα ή πως είναι ακατάλληλος για το έργο ή πως το έργο είναι ανάξιό του ή πως το έργο δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί ή κάποια παρόμοια λογικήν αιτία. Όμως, κάποιος άλλος ανέλαβε το έργο και επέτυχε -πιθανότατα επειδή ήταν ο κατάλληλος για τούτο το ειδικό έργο, ή επειδή διέθετε ορισμένα ειδικά μέσα, τα οποία αλλοίωσαν ή διευκόλυναν ή βελτίωσαν το έργο είτε τα αποτελέσματά του. Η επιτυχία αυτού του κάποιου άλλου αντανακλά εις βάρος του Αρνηθέντος, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, αν και ο Αρνηθείς εγνώριζε πως το όχι του ήταν σωστό, μολαταύτα τούτο το Όχι τον βαραίνει σε όλη την ζωή του- το κάνουν να τον βαραίνει, οι υποψίες και οι φλυαρίες και οι επιτιμήσεις και οι παραποιήσεις των πολλών.» Κ. Π. Καβάφης

ΠΗΓΗ:latistor

ΤΕΧΝΕΣ

Α΄ πανελλήνιο βραβείο ποίησης στον ιερέα Ηλία Μάκο με θέμα τα 200 χρόνια από το 1821

Published

on

Πρώτο βραβείο ποίησης, κατέκτησε ο Θεσπρωτός ιερέας π. Ηλίας Μάκος στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών για το 2021, με θέμα: «200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση (1821-2021)».

 

Ο π. Ηλίας Μάκος συμμετείχε στο διαγωνισμό με το ποίημα «Λιτανεία Ηρώων». Το μήνυμα του ποιήματος, είναι ότι όλοι οι ήρωες πέρασαν από το δρόμο της θυσίας, προκειμένου να υπερασπιστούν σπιθαμή προς σπιθαμή της ελληνικής γης, να διαφυλάξουν τα όσια και τα ιερά.

Οι στίχοι δίνουν νόημα και αναδεικνύουν το γεγονός, «ότι γενιά τη γενιά, κρίκο τον κρίκο, δέθηκε η άθραυστη αλυσίδα για να κρατηθούν με το όραμα της λευτεριάς ζωντανό, οι Έλληνες στα χρόνια της σκλαβιάς», όπως χαρακτηριστικά επισήμανε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιερέας.

Στη «Λιτανεία Ηρώων», όπως αναφέρει ο π. Ηλίας, προβάλλεται ο ραγιάς να διεκδικεί το δικαίωμά του να ζήσει και να μην πεθάνει, ορμώντας με τόλμη κατά του τυράννου και προσθέτει: «Η Ελλάδα δεν έχει μόνο ένα δρόμο θυσίας. Έχει πολλούς δρόμους θυσίας. Κάθε γωνιά της, και ένας δρόμος θυσίας».

Μέσα από τους στίχους της «Λιτανείας Ηρώων» καταγράφεται η προτροπή να αγαπηθούν τα ιδανικά, που το 1821 συμβολίζει.

Ο π. Ηλίας Μάκος, κληρικός με πανεπιστημιακές σπουδές, έχει διακριθεί κατά το παρελθόν και σε άλλους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Το εικαστικό τμήμα καλών τεχνών ΑΠΘ έφτιαξε τη δική του Guernica.

Published

on

Πριν από πολλά χρόνια, ο Πικάσο ζωγράφιζε την Guernica, ένα μνημειώδες έργο που αποτύπωνε την κραυγή του ενάντια στη φρίκη και τη φασιστική βαρβαρότητα.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Εικαστικού (Καλών Τεχνών) του ΑΠΘ ολοκλήρωσαν πρόσφατα στην Πρυτανεία του ΑΠΘ ένα αντίγραφο της Guernica, που αποτυπώνει τη σύγχρονη βαρβαρότητα του αστικού κράτους, των δυνάμεων καταστολής και των Πρυτανικών Αρχών, που συνεργάστηκαν άψογα για να τσακίσουν την κινητοποίηση των φοιτητών.

 

Λένε πως όταν μπήκαν οι Ναζί στο Παρίσι -όπου βρισκόταν ο πίνακας- ένας αξιωματούχος τους ρώτησε τον Πικάσο αν είχε φτιάξει αυτός το συγκεκριμένο έργο και ο μεγάλος ζωγράφος του απάντησε:
-Όχι, εσείς το κάνατε.

Αν ο Πρύτανης του ΑΠΘ ρωτήσει σήμερα τους φοιτητές ποιος έκανε αυτό το έργο, μπορούν να του απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο.

 

Continue Reading

ΤΕΧΝΕΣ

Νίκος Καββαδίας: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..»

Published

on

kavadias 234545

 

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, για μερικά χρόνια έζησαν στην Κεφαλονιά και μετά στον Πειραιά. Το 1929 ο Καββαδίας πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης σε φορτηγό. Τον «Άγιο Νικόλαο».

 

Ταξίδεψε για μερικά χρόνια, θέλοντας να γίνει καπετάνιος, μα έχοντας χάσει καιρό με τις περιπλανήσεις του, αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Με μια διακοπή για να πολεμήσει στην Αλβανία, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από το 1944 και μετά ταξίδεψε αδιάκοπα σε όλο τον κόσμο, μέχρι τον Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες αργότερα, θα φύγει από εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ο Νίκος Καββαδίας ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του….

 

Ας τον γνωρίσουμε μέσα από το έργο του..

 

«Θυμάμαι την πρώτη μου αναχώρηση μ’ ένα μεγάλο ποστάλε. Τη στιγμή εκείνη που πραγματοποιούσα το λαμπρότερον όνειρό μου, ήμουνα γιομάτος αμφιβολία και φόβο. Θυμάμαι την κωμικοτραγικήν αρρώστια της θάλασσας, που για καιρό με βασάνιζε. Έπειτα τις αφίξεις στα χαρούμενα λιμάνια της Μεσογείου. Η Μαρσίλλια, η Νεάπολις, η Μπαρτσελόνα, οι βαμμένες γυναίκες των μπαρ, οι συχνές αναχωρήσεις, οι γυναίκες που ταξιδεύουνε, οι αποχαιρετισμοί, τα δάκρυα, οι σβησμένοι λυγμοί και τα μαντίλια, που ανεμίζονταν μ’ είχαν τόσο μαγέψει, ώστε να σβηστεί κάθε αμφιβολία και φόβος που είχε γεννηθεί μέσα μου.

 

Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Ύστερα στα μαύρα, σαν πένθιμα, φορτηγά. Δεν υπάρχει θλιβερότερη αναχώρηση, και η ζωή μέσα σ’ αυτά είναι πένθιμη. Η σιγή που βασιλεύει είναι βασανιστική.

 

Εδώ μέσα στα φορτηγά δεν μιλούν ποτέ δυνατά. Οι πλώρες είναι πάντα σκοτεινές, γεμάτες βαριά μυρωδιά, και μοιάζουν σαν μεγάλα κελιά φυλακών.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)»
Νίκος Καββαδίας: ”Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται..”

 

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

 

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι’ αυτούς σαν μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

 

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να τη φυλάξουν απ’ το μαύρο θάνατο μ’ αυτό.

 

Γιατί είναι τ’ άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

 

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
αυτός όπου είδε πράματα στη ζήση του φριχτά
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

 

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτοι μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουνε θερμή γυναίκα αγαπητή.

 

(Οι γάτες των φορτηγών, Μαραμπού)

 

Ένα ιστιοφόρο… Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι θα πει ιστιοφόρο.. Οι στεριανοί όταν τα βλέπουνε να ταξιδεύουν με πρίμον αγέρα ή να μπαίνουν κατάλευκα και γεμάτα υπερηφάνεια στα λιμάνια τα ζηλεύουν… Έκαμα μέσα σε κάποιο ένα ταξίδι που βάστηξε οκτώ ολόκληρους μήνες…

 

Φύγαμ’ ένα πρωί από την Νέα Υόρκη φορτωμένοι άδεια σακιά κατευθείαν για το Σίδνεϊ. Είμαστε πλήρωμα κάπου ενενήντα. Στα ιστιοφόρα μπορεί κανείς να βλέπει το χρόνο που φεύγει ιδίως ποτέ να κοιτάζει ρολόι. Αυτό είν’ ένα πράγμα βασανιστικό και φρικτό…

 

Κάποτε που δεν είχε αγέρα καθίσαμε είκοσι ολόκληρες μέρες στο ίδιο μέρος… Είκοσι ολόκληρες μέρες στη μέση της θάλασσας… Τότε τρώγαμε λίγο και πίναμε ακόμη λιγότερο από φόβο μήπως σωθούνε τα τρόφιμα και το νερό… Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ψαρεύαμε. Ανεβαίναμε στα ξάρτια. .. Όταν εφύσηξε ο αγέρας αλαλάξαμε σαν ανθρωποφάγοι κι ύστερα από έναν μήνα παρακαλούσαμε να καλμάρει…

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Στο ημερολόγιο γράψαμε : «Κυκλών και καταιγίς».
Εστείλαμε το S.O.S.μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

 

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν – Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

 

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

 

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

 

Συχώρεσέ με… Κάποτες οπού ‘χα πιεί πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευσε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

 

Συχώρεσέ με…Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ’ την κάλισα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ’ την αισχρήν δουλειά της.

 

Κι ακόμα, Κύριε…ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική…)
κοιμήθηκα μ’ ένα μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

 

Κύριε…ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει…
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια έχω χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει…

 

(Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου, Μαραμπού)

 

Αλήθεια πόσους παράξενους ανθρώπους έχω γνωρίσει. Σε κάποιο Ολλανδέζικο φορτηγό είδα τον πιο παράξενο άνθρωπο. Ήταν ένας Γιαπωνέζος θερμαστής. Όταν δεν είχε βάρδια, ξαπλωνόταν γδυμένος από τη μέση κι απάνω και διάβαζε ξαπλωμένος τα μπρούμυτα ένα παράξενο βιβλίο γιομάτο σχήματα. Η πλάτη του ήταν στιγματισμένη σαν ένα μαντίλι γιαπωνέζικο. Γιομάτη πουλιά και δέντρα. Γύρω του μαζεύονταν δυο ναύτες και παίζαν στη ράχη του με μια τράπουλα μαυρισμένη. Αυτός δε μιλούσε καθόλου και μόνον όταν το παιχνίδι άναβε και χτυπούσαν τα τραπουλόχαρτα στη ράχη του αυτός με μια κίνηση των ώμων του τ’ ανακάτωνε και οι δυό τους, χωρίς να πουν τίποτα, ξανάρχιζαν ήρεμοι πια το παιχνίδι.

 

(Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Αθησαύριστα Πεζογραφήματα και Ποιήματα)

 

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

 

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή–
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

 

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

 

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

 

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

 

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ‘πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

 

(Θεσσαλονίκη, Πούσι)

 

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

 

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

 

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

 

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

 

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

 

(Οι προσευχές των ναυτικών, Μαραμπού)
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

 

Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

 

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ·
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάννα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«΄Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

 

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

 

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

 

(Mal du Depart, Μαραμπού)

 

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

 

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

 

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

 

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

 

Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

 

(Kuro Siwo, Πούσι)

 

Αγνάντευε απ’ το κάσσαρο τη θάλασσα ο «Πυθέας»
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυό γυμνές γυναίκες στη στεριά.

 

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

 

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ’ αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες
– μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες –
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ’ την Κίνα.

 

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

 

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

 

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα ή ντροπή.

 

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ’ όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το’ χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

 

(Σπουδή Θαλάσσης, Τραβέρσο)

Continue Reading

Η εφημεριδα της Παργας

April 2026
MTWTFSS
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930 

ΠΑΡΓΑ LIVE WEB CAM

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Αυτός είναι ο δράστης της ένοπλης ληστείας στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ληστεία και πυροβολισμοί στην Πάργα: Δράστες απείλησαν τον ιδιοκτήτη και πυροβόλησαν για να διαφύγουν

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Από την Πάργα στη Φλόριντα: Ο Βασίλης Γεραλέξης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SUP

ΠΑΡΓΑ4 months ago

Εντοπίστηκε η σορός του 63χρονου ψαρά στην Πάργα

ΠΑΡΓΑ5 months ago

θρίλερ με τον 62χρονο ψαρά που γλίστρησε από το καΐκι κι έπεσε στη θάλασσα – «τον είδε να βυθίζεται…»

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Πάργα: Ληστεία σε κατάστημα χρυσαφικών και κλοπή αυτοκινήτου από τους δράστες

ΠΑΡΓΑ5 months ago

Ολονύκτιες έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου ψαρά στην Πάργα

ΑΘΛΗΤΙΚΑ2 years ago

Η ζώνη του Κόκκορη έσφιξε τον Πήγασο και έστειλε την Πάργα στην 3η θέση!

ΠΑΡΓΑ12 months ago

Ανέφικτη στις παρούσες συνθήκες η 24ωρη λειτουργία του Κέντρου Υγείας Πάργας σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας

ΠΑΡΓΑ1 year ago

Πάργα: το 60% των καταλυμάτων θα ανοίξουν το Πάσχα

ΑΓΙΑ2 days ago

Υπογράφουμε τώρα ενάντια στα αιολικά πάρκα στην Πάργα

  Κείμενο υπογραφών πολιτών ενάντια στα «αιολικά πάρκα» ισχύος 84 (2Χ42)MW στις «ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ» και «ΣΩΡΙΑΣΤΟΝ» της Δ.Ε. Πάργας, του Δήμου...

ΑΓΙΑ3 weeks ago

Μαζική συνέλευση στην Αγιά κατά της εγκατάστασης ανεμογεννητριών

Μαζική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στην Αγιά Πάργας με θέμα την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στο χωριό. Η συνέλευση διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του πολιτιστικού...

Δημος Παργας4 weeks ago

Κάλεσμα προς τον κ. Γκούμα για δημόσια συγγνώμη και αποκατάσταση

Σχετικά με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς του κ. Γκούμα, ο οποίος άλλωστε τους συνηθίζει, περί δήθεν ψευδών...

ΑΠΟΨΕΙΣ4 weeks ago

Ανακοίνωση της παράταξης «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ» για πρόγραμμα INTERREG στον Δήμο Πάργας

Ανακοίνωση σχετικά με τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 2026 εξέδωσε η παράταξη «ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ». Σύμφωνα με...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ4 weeks ago

Αγώνας με φιλανθρωπικό χαρακτήρα τη Δευτέρα 17:00 στην Πάργα

Τη Δευτέρα η ομάδα μας αντιμετωπίζει σε φιλικό παιχνίδι τον ΠΑΣ Αχέρων Καναλακίου στο Δημοτικό Στάδιο Πάργας. Ο αγώνας έχει...

ανεμογεννήτριες στην Αγιά ανεμογεννήτριες στην Αγιά
ΑΓΙΑ1 month ago

«Όχι» του Δήμου Πάργας στη μελέτη για ανεμογεννήτριες στην Αγιά

Με ομόφωνη απόφαση, το Δημοτικό Συμβούλιο Πάργας γνωμοδότησε αρνητικά στη μελέτη περιβάλλοντος για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στη θέση Περίβλεπτον, στην...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ