ΙΣΤΟΡΙΑ
Το Ελληνικό «Τριέσπερον» ή Ηλιούγεννα

Στη θέση των «Χριστουγέννων», οι πρόγονοί μας εόρταζαν το λεγόμενο «Τριέσπερον», μία εορτή η οποία γενικεύεται από τους ελληνιστικούς χρόνους κι εντεύθεν, προς τιμήν των πυρφόρων και ηλιακών θεοτήτων Ηρακλέους (ο οποίος κατά τον Κορνούτο ορίζεται ως «ο εν τοίς όλοις Λόγος καθ’όν η Φύσις ισχυρά και κραταιά εστί και απεριγένητος ούσα, μεταδοτικός ισχύος και τοίς κατά μέρος και αλκής υπάρχων») και Ηλίου.
Το «Τριέσπερον» ξεκινούσε με το Χειμερινό Ηλιοστάσιο (τη νύκτα της 21ης προς την 22α του Δεκεμβρίου, τη μεγαλύτερη δηλαδή νύκτα του έτους) και κορυφωνόταν με την αναγέννηση του φωτοδότη Ηλίου (τη νύκτα της 24ης προς 25η, όταν η ημέρα έχει ήδη μείνει «στάσιμη» επί 3 ημέρες μετά το Ηλιοστάσιο και αρχίζει πλέον να μεγαλώνει).
Αργότερα, με την επιβολή της κρατικής ηλιολατρίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αυρηλιανό, το ελληνικό «Τριέσπερον» επισκιάσθηκε (κατά μίμηση της παρσικής λατρείας του Θεού Μίθρα που εώρταζε και αυτή την γέννηση του Θεού στις 25 Δεκεμβρίου) από την «επίσημη» ρωμαϊκή εορτή του«Ανίκητου Ήλιου» («Sol Invictus»). Η «Ημέρα της Γεννήσεως του Ανίκητου Ηλίου» («Dies Natalis Solis Invicti»), η στιγμή δηλαδή που ο ακατάβλητος Ήλιος, έχοντας θριαμβεύσει επάνω στο σκοτάδι της «bruma» (βλέπε κατωτέρω), αρχίζει να ανέρχεται δυναμικά και υπερήφανα στον ουράνιο θόλο, είχε, φυσικά, ως προεόρτιο τη νύκτα του Χειμερινού Ηλιοστασίου, όταν ετιμάτο σιωπηρώς η Θεά του Κάτω Κόσμου Αντζερόνα (Angerona, Dea Tacita), προστάτις των νεκρών και προσωποποίηση της Θελήσεως, της Εσωτερικής Φωνής, της Ενοράσεως και της Σιωπής, στα λεγόμενα «Ντιβάλια» ή «Αντζερονάλια» («Divalia» ή «Angeronalia», βλ. Claudio Rutilio, «Η Θεολογία των Ρωμαίων»). Τα «Divalia» έκλειναν τις λεγόμενες «σύντομες ημέρες» («brevissimi dies», «bruma») που σηματοδοτούσαν την ολοκλήρωση της ηλιακής διαδρομής μέσα στον ενιαυτό.
Ο Sol «Invictus» συνέχισε να λατρεύεται ως Ανώτατος Θεός και καθοδηγητής της οργανωμένης κοινωνίας και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος άρχισε την βασιλεία του ως τυπικός ηλιολάτρης. Υπάρχουν νομίσματα ως το 324 μ.α.χ.χ. που εμφανίζουν τον Κωνσταντίνο να δοξάζει τον Sol ως «Πηγή της Αυτοκρατορικής Δυνάμεως», μόνον δε κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του οι αναφορές στον Sol και τις άλλες εθνικές θεότητες εξαφανίσθησαν από τα νομίσματα. Η εορτή πάντως του «Sol Invictus» επικαλύφθηκε με τη σειρά της αμέσως μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού (4ος αιώνας, με απόφαση του Πάπα Ιουλίου) από τα γνωστά μας «Χριστούγεννα» (που έως τότε υπολογίζονταν στις 6 Ιανουαρίου -ημερομηνία που στην Ανατολή παρέμεινε μέχρι τουλάχιστον τη βασιλεία του αυτοκράτορα Γιουτπράβδα, ελληνιστί Ιουστινιανού-, ή στις 19 Απριλίου, ή στις 20 Μαϊου κατ’άλλους, ενώ στο «Pascha Compustus» του 243 μ.α.χ.χ. η «γέννηση» του Τζεσουά ορίζεται στις 28 Μαρτίου). Η μετέπειτα χυδαία ιδιοποίηση του ελληνικού «Τριεσπέρου» δεν εμπόδισε φυσικά τους πιο σκληροπυρηνικούς απολογητές της νέας Θρησκείας να περιγελούν τους Εθνικούς, κατά την προσφιλή τους πρακτική, ακόμη και κατά τον 3ο αιώνα μ.α.χ.χ. (!!), ως τάχα… ανόητους που εώρταζαν γενέθλια Θεών (Αρνόβιος, περίπου 296 μ.α.χ.χ.).
Προχριστιανικές θεογεννήσεις (ηλιακών ή / και σωτηριακών Θεών):
25 Δεκεμβρίου
Άδωνις (κυπριακός, συριακός και ελληνορωμαϊκός Θεός. Στη λεγόμενη «Βηθλεέμ» που σημαίνει «Οίκος του Άρτου» υπήρχε πανάρχαιος Ναός του Αδώνιδος που λειτουργούσε ακόμη και την εποχή των Αντωνίνων, δηλαδή τον 2ο μ.α.χ.χ. αιώνα)
Ταμμούζ (βαβυλωνιακός Θεός)
Ντουμούζι (σουμεριακός Θεός)
Μίθρας (παρσικός Θεός)
Βέλλενος (κελτικός ηλιακός Θεός που οι Ρωμαίοι εταύτισαν με τον Απόλλωνα)
Έρκλε (ετρουσκικός ηλιακός Θεός)
Άττις (φρυγικός και ευρύτερα μικρασιατικός Θεός)
Ηρακλής (Έλλην ηλιακός Θεός)
Όντιν (ο ύπατος, εκπολιτιστής και φιλάνθρωπος σκανδιναβο-γερμανικός Θεός, από τις εορτές του οποίου προέρχονται τα υποτιθέμενα «χριστιανικά» έθιμα του στολισμένου ελάτου και του «Αγιοβασίλη»)
Μπάλντερ (σκανδιναβο-γερμανικός ηλιακός, θνήσκων και ανασταινόμενος Θεός)
Λουπέρκους (ιταλιώτικος, ηλιακός Θεός)
Ντάζμπογκ (σλαβονικός Θεός)
Γιαρίλο (σλαβονικός ηλιακός Θεός της χαράς της ζωής και της νεότητος -«jaru» = «νεότης»)
Σάουλε (λιθουανή, ηλιακή Θεά)
Πηγές:
Claudio Rutilio «Θεολογία των Ρωμαίων», Αθήναι 1997
Βλάσης Γ. Ρασσιάς «Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων», Αθήναι 2000 (β έκδοση)
Robertson John M. «Pagan Christs», Λονδίνο 1903
Otto Walter F. «Διόνυσος. Μύθος και Λατρεία», Αθήναι 1991
Λεκατσάς Παναγής «Η Καταγωγή Των Θεσμών, Των Εθίμων, Και Των Δοξασιών», Αθήναι 1951
Jackson G. John «Pagan Origins Of The Christ Myth», Τέξας 1991 (γ έκδοση)
Steve Wyler «Ηλιακά Σύμβολα», Αθήναι 1998
Λέτσας Ν. Αλέξανδρος «Μυθολογία Της Γεωργίας», τόμοι 1-3, Θεσσαλονίκη 1957
ΙΣΤΟΡΙΑ
Γνωρίζετε ότι η φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» συνδέεται με την Πάργα;

Η άγνωστη ιστορία πίσω από τη φράση «Πόσα απίδια βάζει ο σάκος» και η σύνδεσή της με την Πάργα
Η φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα όταν κάποιος θέλει να δείξει ότι γνωρίζει την αλήθεια ή ότι πρόκειται να αποδείξει σε κάποιον τα πραγματικά δεδομένα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες λαογραφικές εκδοχές, η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Πάργας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Η Πάργα πέρασε υπό την κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 14ου αιώνα και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, ένα από τα σημαντικότερα ενετικά προπύργια της Ηπείρου για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Η στρατηγική της θέση στην είσοδο του Ιονίου την καθιστούσε πολύτιμο εμπορικό και αμυντικό κέντρο, ενώ οι κάτοικοί της απολάμβαναν ορισμένα προνόμια που δεν συναντούσε κανείς εύκολα σε άλλες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.
Τα προνόμια των Παργινών επί Ενετοκρατίας
Σύμφωνα με ιστορικές και λαογραφικές πηγές, οι Βενετοί είχαν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στους κατοίκους της Πάργας. Κάθε οικογένεια λάμβανε ετησίως ποσότητα αλατιού, ενώ σε ορισμένες γιορτές προσφέρονταν γεύματα, τηγανίτες και γλυκίσματα. Παράλληλα, την εποχή που ωρίμαζαν τα αχλάδια – γνωστά τότε ως απίδια – οι κάτοικοι είχαν το δικαίωμα να γεμίζουν έναν υφασμάτινο σάκο συγκεκριμένων διαστάσεων με τους καρπούς που διέθετε η ενετική διοίκηση.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι με το πέρασμα των χρόνων τα περισσότερα από αυτά τα προνόμια σταδιακά καταργήθηκαν. Η μοναδική παροχή που διατηρήθηκε ήταν η ετήσια διανομή των αχλαδιών, η οποία αποτελούσε πλέον ένα από τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν απομείνει στους κατοίκους της Πάργας.
Όταν τα απίδια δεν έφταναν για όλους
Κάθε χρόνο οι Παργινοί συγκεντρώνονταν έξω από το διοικητήριο της πόλης, περιμένοντας τη σειρά τους για να παραλάβουν τα αχλάδια. Ωστόσο, δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαθέσιμη ποσότητα δεν επαρκούσε για όλους. Τότε ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες και καβγάδες.
Οι κάτοικοι που δεν προλάβαιναν να πάρουν τη μερίδα τους κατηγορούσαν όσους είχαν εξυπηρετηθεί πρώτοι ότι χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερους σάκους από τους προβλεπόμενους, με αποτέλεσμα να παίρνουν περισσότερα απίδια και να στερούν την ποσότητα που αναλογούσε στους υπόλοιπους.
«Πόσα απίδια βάζει ο σάκος»
Για να λυθούν οι διαφωνίες, οι υπεύθυνοι της ενετικής διοίκησης ήταν αναγκασμένοι να ελέγχουν έναν προς έναν τους σάκους, μετρώντας το μέγεθός τους ώστε να διαπιστώσουν αν όλοι ήταν ίδιοι και πόσα αχλάδια μπορούσαν πραγματικά να χωρέσουν.
Από αυτή ακριβώς τη διαδικασία, σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, γεννήθηκε η γνωστή φράση «θα σου μάθω πόσα απίδια βάζει ο σάκος», η οποία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να δηλώσει ότι κάποιος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ή ότι θα αποκαλυφθεί ποιος έχει δίκιο.
Ιστορία ή λαογραφική παράδοση;
Η συγκεκριμένη εκδοχή καταγράφεται σε έργα λαογραφίας και επαναλαμβάνεται από αρκετούς μελετητές της ελληνικής παράδοσης, ενώ αναφέρεται και σε ιστορικές αναφορές που σχετίζονται με την Πάργα. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν πρωτογενή αρχειακά έγγραφα που να αποδεικνύουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι η φράση γεννήθηκε από το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζεται κυρίως ως λαογραφική παράδοση, η οποία όμως έχει επικρατήσει ως η γνωστότερη ερμηνεία της έκφρασης.
Η Πάργα και η ζωντανή ιστορία της
Είτε πρόκειται για ιστορικό γεγονός είτε για παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά, η ιστορία αυτή αναδεικνύει ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης σχέσης της Πάργας με τη Βενετία. Η πόλη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί έντονα τα ίχνη της ενετικής παρουσίας μέσα από το κάστρο, την αρχιτεκτονική, τα ιστορικά μνημεία και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την πολιτιστική της κληρονομιά, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές ακόμη και οι πιο συνηθισμένες ελληνικές εκφράσεις κρύβουν πίσω τους ιστορίες αιώνων.
ΕΡΕΥΝΕΣ
Απ’ τα φαράγγια του Σουλίου στα βράχια της Πάργας: Η διαδρομή των αδούλωτων πολεμιστών

Στα βουνά της Ηπείρου το Σούλι και στην άκρη του Ιονίου η Πάργα μοιάζουν σήμερα δύο ξεχωριστοί κόσμοι· όμως η ιστορία τους είναι δεμένη όσο λίγες. Οι Σουλιώτες, οι θρυλικοί ορεσίβιοι πολεμιστές, και η παραθαλάσσια Πάργα, με το Ενετικό της κάστρο, συμμάχησαν για δεκαετίες απέναντι στην εξουσία του Αλή πασά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γράφοντας μαζί μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Οι Σουλιώτες αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κοινότητα ορθόδοξων χριστιανικών γενών, οργανωμένη σε φάρες και σε μια ιδιότυπη «συμπολιτεία» χωριών γύρω από το ορεινό Σούλι της Θεσπρωτίας. Ζούσαν σε δύσβατες πλαγιές, με φτωχό έδαφος και σκληρές συνθήκες, όμως κατάφεραν να διατηρήσουν σχετική αυτονομία μέσα στην Τουρκοκρατία, στηριγμένοι στα όπλα και στην εσωτερική τους πειθαρχία. Ολόκληρη η παιδεία των ανδρών ήταν στραμμένη στον πόλεμο: από μικρά τα αγόρια μάθαιναν να ζουν με τα άρματα, να αντέχουν στην κακουχία και να υπακούν στους αρχηγούς των φαρών τους.
Στην άλλη άκρη της ίδιας ιστορίας, η Πάργα, χτισμένη θεατρικά στον βράχο πάνω από τη θάλασσα, υπήρξε για αιώνες Βενετική κτήση με ισχυρά προνόμια και σημαντική εμπορική κίνηση. Το Ενετικό κάστρο, τα λιμάνια της, τα παλιά λιοτρίβια και τα σαπωνοποιεία μαρτυρούν μια πόλη που έζησε στη διασταύρωση Ανατολής και Δύσης, σε στενή επαφή με την Κέρκυρα και τα υπόλοιπα Επτάνησα. Δεν ήταν τυχαίο ότι Ενετοί, Γάλλοι, Ρώσοι, Άγγλοι και Οθωμανοί διεκδίκησαν επανειλημμένα τον έλεγχό της: όποιος κρατούσε την Πάργα, κρατούσε ένα από τα κλειδιά του Ιονίου και της ηπειρωτικής ακτής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι δρόμοι Σουλιωτών και Παργινών διασταυρώθηκαν νωρίς. Οι πολεμιστές του Σουλίου, στερούμενοι παραγωγικής γης, είχαν διαρκή ανάγκη από τρόφιμα, πυρομαχικά και εξωτερική υποστήριξη, την ώρα που οι εχθροί τους –Οθωμανοί και Τουρκαλβανοί– προσπαθούσαν συνεχώς να τους κλείσουν όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού. Η Πάργα, με το ασφαλές της λιμάνι και τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, έγινε σταδιακά η φυσική τους δίοδος προς τη θάλασσα και τη Δύση, το παράθυρο από όπου έμπαινε στον αγώνα τους ο ευρωπαϊκός αέρας.
Από το λιμάνι της Πάργας οι Σουλιώτες προμηθεύονταν τρόφιμα και πολεμοφόδια για τις εκστρατείες τους, είτε με νόμιμο εμπόριο είτε με πιο «ελαστικές» πρακτικές, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρείχαν οι Βενετοί κι αργότερα οι Ρώσοι και οι Γάλλοι. Το ίδιο λιμάνι υπήρξε και κανάλι μεταφοράς ευρωπαϊκών όπλων και εφοδίων που στόχευαν στην αποδυνάμωση της οθωμανικής παρουσίας στην Ήπειρο, σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις έβλεπαν στους Σουλιώτες έναν χρήσιμο σύμμαχο απέναντι στην Υψηλή Πύλη.
Η σημασία αυτής της συνεργασίας δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στις αναφορές του προς την Κωνσταντινούπολη και στις επαφές του με Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους, επέμενε ότι η Πάργα αποτελεί κέντρο ανεφοδιασμού των «ανυπότακτων» Σουλιωτών, ζητώντας επίμονα να του δοθεί η πόλη ώστε να τους αποκόψει από τη θάλασσα. Η μικρή αυτή παραλιακή κοινότητα μετατράπηκε έτσι σε κόμπο πάνω στον οποίο δένονταν οι βλέψεις του σατράπη της Ηπείρου και τα συμφέροντα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής.
Η Πάργα όμως δεν ήταν μόνο αποθήκη και λιμάνι, ήταν και καταφύγιο. Όταν οι πιέσεις στο Σούλι γίνονταν αφόρητες, όταν ο ορεινός κλοιός στένευε, οι Σουλιώτες ήξεραν ότι, αν καταφέρουν να φτάσουν ως τη θάλασσα, το Ενετικό κάστρο της Πάργας θα τους προσφέρει μια τελευταία γραμμή άμυνας πριν τον δρόμο για τα Επτάνησα. Το κάστρο, χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση, άντεξε για χρόνια τις αξιώσεις και τις απειλές του Αλή, δίνοντας στους Σουλιώτες και στους Παργινούς την αίσθηση ενός κοινού οχυρού απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η κορύφωση αυτής της σχέσης ήρθε με την πτώση του Σουλίου, τον Δεκέμβριο του 1803. Μετά από μακρά πολιορκία, εξάντληση τροφίμων και πυρομαχικών και εγκατάλειψή τους από τις ξένες δυνάμεις, οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή πασά, με τον όρο να φύγουν ελεύθεροι, οπλισμένοι και με τις οικογένειές τους. Τρεις φάλαγγες σχηματίστηκαν τότε για να εγκαταλείψουν τον ιστορικό τους τόπο: η μία χτυπήθηκε στο Ζάλογγο, γράφοντας τον τραγικό χορό των Σουλιωτισσών, άλλη οδηγήθηκε στη μάχη του Σέλτσου, όμως η πρώτη, υπό τον Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς, κατάφερε να φτάσει σώα στην Πάργα και από εκεί να περάσει στην Κέρκυρα.
Το επεισόδιο αυτό σφράγισε στη μνήμη των Σουλιωτών την Πάργα ως πύλη σωτηρίας, τόπο όπου ολοκληρώθηκε η έξοδός τους από τα βουνά και άνοιξε ο δρόμος για το Ιόνιο και, αργότερα, για τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση. Παράλληλα, στην Παργινή συνείδηση, οι «ξένοι» αυτοί ορεσίβιοι έγιναν πλέον κομμάτι της δικής τους ιστορίας, καθώς μοιράστηκαν λιμάνια, καράβια και αγωνίες με τους ντόπιους.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια Πάργα που τους είχε υποδεχθεί θα γνώριζε και η ίδια τον δικό της ξεριζωμό. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους και τις νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες, η πόλη πέρασε υπό βρετανική επιρροή, και η απόφαση πάρθηκε στα κέντρα εξουσίας: η Πάργα θα παραδοθεί στον Αλή πασά, με οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις προστασίας προς τους κατοίκους. Οι Παργινοί, αντί να δεχθούν την κυριαρχία του πασά των Ιωαννίνων, προτίμησαν την προσφυγιά. Ξεθάβοντας τα οστά των προγόνων τους για να μην πέσουν σε ξένα χέρια, τα έκαψαν στην πλατεία και επιβιβάστηκαν σε πλοία με προορισμό την Κέρκυρα.
Μαζί τους έφυγαν και Σουλιώτες που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά το 1803, κλείνοντας έναν κύκλο κοινής πορείας: από τα στενά του Σουλίου στο κάστρο της Πάργας και από εκεί στην ξενιτιά των Ιονίων. Η μικρή παραθαλάσσια πόλη που κάποτε υπήρξε καταφύγιο των ορεσίβιων πολεμιστών, έγινε τώρα σκηνή ενός δεύτερου μαζικού ξεριζωμού, όπου Πάργα και Σούλι μοιράστηκαν τον ίδιο πόνο της απώλειας πατρίδας.
Παρά τις δοκιμασίες, ούτε οι Σουλιώτες ούτε οι Παργινοί έμειναν στο περιθώριο της μετέπειτα ιστορίας. Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας, αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, ενώ πρόσφυγες από την Πάργα και την ευρύτερη περιοχή της Τσαμουριάς βρέθηκαν στα επαναστατικά στρατόπεδα της Δυτικής Στερεάς και της Πελοποννήσου. Όταν πια η Πάργα απελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα, πολλοί απόγονοι αυτών των προσφύγων επέστρεψαν στον τόπο των προγόνων τους, κλείνοντας –όσο γίνεται να κλείσει– μια βαριά ιστορική πληγή.
Σήμερα, ο επισκέπτης που ανεβαίνει στο κάστρο της Πάργας ή στέκεται στο μώλο κοιτάζοντας προς τα βουνά, δύσκολα φαντάζεται πόσο πυκνή σε γεγονότα υπήρξε η διαδρομή ανάμεσα στο Σούλι και αυτή τη μικρή πόλη του Ιονίου. Κι όμως, πίσω από κάθε παλιό καλντερίμι, πίσω από κάθε μνημείο για τους Σουλιώτες και πίσω από κάθε αφήγηση για την πώληση της Πάργας, κρύβεται η ιστορία μιας συμμαχίας που γεννήθηκε από την ανάγκη για ελευθερία, άντεξε σε πολιορκίες και προδοσίες και κατέληξε να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης όλης της Ηπείρου.
























