«Ρίξε δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Κανένας άνθρωπος δεν υποτίμησε τόσο τον εαυτό του με τα τελευταία του λόγια όσο ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα την ημέρα του θανάτου του, σαν σήμερα, στις 9 Οκτωβρίου 1967. Για αυτό, 50 χρόνια μετά, ζει ακόμα στις καρδιές όσων «τρέμουν απο αγανάκτηση για κάθε αδικία»…

Ταξίδευε σε όλη του τη ζωή, επιθυμώντας να γνωρίσει από κοντά την ανισότητα, την εκμετάλλευση, τον πόνο των ανθρώπων. Σαν σήμερα, στην Λα Ιγκέρα, ένα ορεινό χωριουδάκι λίγων δεκάδων κατοίκων στην κεντρική Βολιβία, στη σκιά των Άνδεων, έβαλε πλώρη για το τελευταίο και μεγαλύτερο από αυτά τα ταξίδια.

Γουατεμάλα, Περού, Κούβα, Ευρώπη, Κονγκό, Βολιβία… αιωνιότητα. Στις 9 Οκτωβρίου του 1967, το κορμί του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, του «Ιησού της Επανάστασης» για εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, έπεφτε νεκρό από το χέρι του υπαξιωματικού του στρατού της Βολιβίας, Μάριο Τεράν.

Η εντολή δόθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση και την CIA και ήταν ρητή: ο Τσε έπρεπε να εκτελεστεί, γιατί ήδη οι ιδέες του είχαν απλωθεί σε πολλά σημεία του κόσμου, γιατί η «ανάσα» του οράματος του Σιμόν Μπολιβάρ, να απελευθερώσει τους κατατρεγμένους λαούς της Λατινικής Αμερικής και ολόκληρου του κόσμου αν ήταν δυνατόν, «έκαιγε» το σβέρκο τους.

Θεωρητικά ο στόχος τους επετεύχθη, ο Κομαντάντε Τσε δολοφονήθηκε, ωστόσο την ίδια στιγμή όλης «της Γης οι κολασμένοι» και η παγκόσμια Αριστερά βρήκαν το αιώνιο σύμβολό τους στο πρόσωπο και τις ιδέες του, τα οποία δεν μπόρεσαν οι αμερικανικές σφαίρες από το όπλο του Τεράν να διαπεράσουν.

Τα πρώτα χρόνια: «Να μετατρέψουμε την καθημερινή ζωή σε μια πυρκαγιά»

O άνθρωπος που η εικόνα του προσώπου του θα κυμάτιζε στα μαυροκόκκινα λάβαρα των επαναστατημένων του πλανήτη 40 χρόνια αργότερα γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1928 στο Ροσάριο της Αργεντινής και ήταν ο πρωτότοκος γιος του αρχιτέκτοντα Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα, μιας προοδευτικής μεσοαστικής οικογένειας με ρίζες από την Ισπανία, την Ιρλανδία και την χώρα των Βάσκων.

Τα πράγματα τα οποία επηρέασαν καθοριστικά τη ζωή του; Το άσθμα, από το οποίο έπασχε από μικρός, η ποίηση και η φιλοσοφία, το βαθύ αίσθημα της αδικίας, η ακόρεστη πείνα του για ανιδιοτελή βοήθεια, η άσβεστη δίψα του για προσφορά.

Ο μικρός Ερνέστο ή αλλιώς «Φούσερ» όπως τον αποκαλούσαν, δεν άφησε την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε να τον κρατήσει πίσω, προσπάθησε να τη «νικήσει» ασχολούμενος με το ποδόσφαιρο, την κολύμβηση, το ποδήλατο. Παράλληλα διάβαζε πολύ, με προτίμηση στον Αριστοτέλη, τον Νίτσε, τον Καρλ Μαρξ και τον Πάμπλο Νερούδα.

«Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο…» έγραψε σε ένα περίφημο έργο του ο σπουδαίος Χιλιανός ποιητής… και ο Τσε το έκανε πράξη με τον αγώνα του, επιλέγοντας τον δύσκολο δρόμο.

Μετά το Λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής. Γράφτηκε στην Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, ωστόσο ο αλτρουισμός και η επιθυμία του να θέτει εαυτόν κάτω από τους μη έχοντες, σχημάτισαν το μονοπάτι του μέλλοντός του. Μόνο ως γιατρός θα μπορούσε ο Ερνέστο να προσφέρει στα επίπεδα που επιθυμούσε!

Ξεκίνησε, λοιπόν, τις σπουδές του το 1948 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της πρωτεύουσας της Αργεντινής. Άφησε, όμως, την πρακτική άσκηση (που θα τον βοηθούσε να πάρει την άδεια άσκησης του επαγγέλματος) παραπλεύρως και αφέθηκε στο «πάθος» του. Τα ταξίδια. Δεν ήταν ταξίδια αναψυχής. Ήταν ταξίδια μέσα στη «δυστυχία» και τον «πόνο». Ήθελε να βιώσει από κοντά τη ζωή των κατατρεγμένων της Λατινικής Αμερικής, την ανισότητα, τη δυστυχία, όλες τις συνέπειες της μοντέρνας αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης.

Μπορούσε να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο, η κοινωνική κατάσταση της οικογένειάς του το επέτρεπε και το επάγγελμα του γιατρού θα τον βοηθούσε να ζήσει μια ζωή με αρκετές ανέσεις. Προτίμησε όμως να ασκήσει την ιατρική στον δρόμο, επιδένοντας τραύματα χωρίς ραντεβού και ανταμοιβή. Επέλεξε να μετατρέψει κάθε σημείο της Γης όπου υπήρχαν πονεμένοι, στο σώμα ή την ψυχή, στο προσωρινό ιατρείο του.

Πριν ολοκληρώσει, λοιπόν, τον κύκλο των Σπουδών του (1953), ο Ερνέστο ξεκίνησε να ταξιδεύει στις χώρες της Λατινικής Αμερικής μαζί με τον στενό φίλο του, Αλμπέρτο Γρανάδο…

Ημερολόγια μοτοσικλέτας: «Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, τότε είσαι σύντροφός μου»

Δύο νέοι με λιγοστές αποσκευές όλες φορτωμένες σε μια παλιά 500αρα μοτοσικλέτα «Νόρτον» και έναν στόχο: να μετατρέψουν το όνειρο σε πραγματικότητα. Το πολύμηνο ταξίδι με τον επιστήθιο φίλο του, Αλμπέρτο Γρανάδο, φοιτητής εκείνος Βιοχημείας, ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1952. Ήταν ένα ταξίδι σε όλη σχεδόν την Λατινική Αμερική (και στο Μαϊάμι των ΗΠΑ), όπου η κατάσταση ήταν τεταμένη και έννοιες όπως η ελευθερία, ασθενικές πια στις μνήμες των κατοίκων.

Ο 23χρονος Ερνέστο, όμως, ήθελε να περιπλανηθεί και είχε σφυρηλατήσει τον χαρακτήρα του από τον πόνο του κόσμου, μπορούσε να αντέξει τις ατυχίες, την πείνα, την κούραση. Η Ποδερόσα – La Poderosa II (το όνομα της μηχανής) και ο Αλμπέρτο αχώριστοι σύντροφοι στην προσπάθεια να κάνει την αδικία βέλος στη φαρέτρα του και τους απανταχού αδικημένους, συντρόφους του. Χιλή, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα. Όπου κι αν σταμάτησε, συνάντησε τις ίδιες άθλιες κοινωνικές συνθήκες. Έζησε από κοντά την καθημερινότητα των ανθρώπων και παράλληλα συνειδητοποίησε πόσα κοινά «θέλω» είχαν. Τα σύνορα έμοιαζαν απλές χαρακιές στο κορμί της ηπείρου του. Στην ουσία, τίποτα δεν χώριζε όλους αυτούς τους λαούς της Λατινικής Αμερικής που στέναζαν κάτω από απολυταρχικά καθεστώτα. Αντιθέτως, είχαν ταυτόσημα χαρακτηριστικά, βίωναν παρόμοιες συνθήκες, είχαν κοινές επιθυμίες, με βασική την εξής μία: να ζήσουν ελεύθεροι.

Ξεκίνησε έτσι να τον απασχολεί ολοένα και περισσότερο το πολιτικό προσκήνιο. Ο πρώτος τρόπος για να αλλάξει την επικρατούσα κατάσταση ήταν να προσφέρει όπου και όπως μπορούσε. Στο Περού, χρησιμοποίησε την ιδιότητα του γιατρού για να βοηθήσει ένα λεπροκομείο στο Σαν Πάμπλο, στις όχθες του Αμαζονίου. Οι δύο φίλοι έμειναν εκεί για τρεις εβδομάδες, βοηθώντας τους λεπρούς χωρίς να φοράνε γάντια ή να νιώθουν αποστροφή για αυτούς, με τον ασθματικό Τσε να διασχίζει κολυμπώντας το βαθύ ποτάμι που χώριζε τους γιατρούς και τους υγιείς από τους ασθενείς, σε ένα πέρασμα «βαρύ» σε συμβολισμό και νόημα.

Συνέχισε το ταξίδι του για να γνωρίσει ανθρώπους κι από άλλες χώρες, άλλους λαούς, «χτίζοντας», με υλικό τις εμπειρίες, του την προσωπικότητά του. Όσο προχωρούσε στην Λατινική Αμερική, τόσους περισσότερους δυνητικά συντρόφους γνώριζε. Γύρισε πίσω, στην Αργεντινή μετά από πολλούς μήνες, βλέποντας πια την βασανισμένη ήπειρο όχι ως συλλογή ξεχωριστών εθνών, μα ως ενιαία οντότητα που απαιτούσε μια στρατηγική απελευθέρωσης. Ήταν εξουθενωμένος, ωστόσο γνώριζε πλέον πολύ καλά τι ήθελε να κάνει στη ζωή του.

Έναν χρόνο αργότερα, αφήνει και πάλι την πατρίδα του για να ταξιδέψει στην Κεντρική Αμερική. Είχε φτάσει πια η ώρα για τον ρομαντικό, νεαρό ιδεολόγο να γνωρίσει την ένοπλη πλευρά της πάλης των τάξεων…

Γουατεμάλα, 1954: «Ο δυτικός πολιτισμός κρύβει, κάτω από τη φανταχτερή του βιτρίνα, μια σκηνή με ύαινες και τσακάλια»

Τον Ιούνιο του 1954, ο 26χρονος Τσε βρίσκεται στην Γουατεμάλα, την εποχή που η CIA, με την οικονομική υποστήριξη της πανίσχυρης στην Λατινική Αμερική εταιρίας United Fruit, επίσης αμερικανικών συμφερόντων, ανατρέπει την προοδευτική κυβέρνηση του δημοκρατικά εκλεγμένου Προέδρου Χακόμπο Αρμπένθ Γκουζμάν και εγκαθιδρύει Δικτατορία της Άκρας Δεξιάς, η οποία ταλαιπώρησε για δεκαετίες τη μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής.

Αυτή είναι η πρώτη φορά που ο νεαρός Αργεντινός γιατρός, ο οποίος στο διάστημα παραμονής του στη χώρα συνδέθηκε στενά με την εξόριστη Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα και άλλους αριστερούς διανοούμενους που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην ελεύθερη Γουατεμάλα, παίρνει μέρος σε ένοπλο αγώνα εναντίον των δυνάμεων της Αντίδρασης.

Ο Τσε υπηρέτησε ως γιατρός στην κομμουνιστική πολιτοφυλακή που αντιστάθηκε στο αμερικανοκίνητο πραξικόπημα και το όνομά του μπήκε στην περιβόητη «λίστα θανάτου» της CIA, αναγκάζοντάς τον μετά την πτώση της κυβέρνησης του Αρμπένθ να καταφύγει στο Μεξικό, όπου θα γνωρίσει τον Φιντέλ Κάστρο. Στην Γουατεμάλα, ο Γκεβάρα έκανε το πρώτο βήμα στον μακρύ δρόμο που θα οδηγούσε στην Κουβανική Επανάσταση και την αλλαγή του κόσμου όπως τον γνώριζαν έως τότε…

Κουβανική επανάσταση: «Είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο!»

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Τσε Γκεβάρα ταξιδεύει στο Μεξικό, όπου πολλοί εξόριστοι Λατινοαμερικάνοι έβρισκαν καταφύγιο. Εκεί άσκησε για πρώτη φορά το επάγγελμα του γιατρού, προκειμένου να συντηρείται οικονομικά. Τον Μάιο του 1955, ο Φιντέλ Κάστρο (που είχε καταδικαστεί σε 15 χρόνια φυλάκισης, κατηγορούμενος για την επίθεση στο στρατόπεδο της Μονκάδα στις 26 Ιουλίου του 1953, με σκοπό να ξεσηκώσει τον λαό του νησιού εναντίον της δικτατορίας του Μπατίστα) αποφυλακίζεται και τον Ιούνιο αναχωρεί και ο ίδιος για το Μεξικό.

Εκείνο το καλοκαίρι, ο Ερνέστο έρχεται σε επαφή με τον αδερφό του Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορείται την άφιξη του Φιντέλ και τα σχέδιά του να μην παρατήσει το μεγάλο του όραμά, παρά την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, οι δύο ισχυρές προσωπικότητες έρχονται πρώτη φορά σε επαφή και ενώνουν τα όνειρα και τη δίψα τους για δικαίωση κάθε καταπιεσμένου. Όλες οι συζητήσεις τους πραγματοποιούνταν γύρω από το ενδεχόμενο οργάνωσης ενός αντάρτικου αγώνα, με στόχο την ανατροπή του Φουλχένσιο Μπατίστα και την απελευθέρωση της Κούβας από το αυταρχικό του καθεστώς.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, λοιπόν, 82 ένοπλοι άνδρες ξεκίνησαν με το πλοιάριο Γκράνμα από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικού για την Κούβα, αρνούμενοι να αποδεχτούν τη μοίρα τους και τις πιθανότητες που έμοιαζαν συντριπτικά εναντίον τους, για να μετατρέψουν την ουτοπία ενός αριστερού καθεστώτος «στην αυλή των Ηνωμένων Πολιτειών» σε πραγματικότητα.

Στις 2 Δεκεμβρίου έφτασαν παράνομα στην παραλία Λας Κολοράδας της Κούβας. Αρχίζουν ανταρτοπόλεμο, γνωρίζοντας ότι η αριθμητική υπεροχή του τακτικού στρατού του Μπατίστα δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους μέσα στα δάση και τα βουνά της περιοχής. Πρωταρχικός τους στόχος ήταν οι αγρότες και οι υπόλοιποι κάτοικοι των περιοχών που διέσχιζαν να καταλάβουν την εντιμότητα των προθέσεών τους και να συνταχθούν μαζί τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις προκαλούσαν υλικές φθορές και απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό στις τάξεις των ανταρτών, ωστόσο ο Φιντέλ και ο Τσε διατηρούσαν το πλεονέκτημα της υποστήριξης ιδεολόγων-μαχητών απέναντι σε μισθοφόρους.

Ο Γκεβάρα χαρακτήριζε τους αντάρτες «Ιησουίτες του πολέμου», θεωρώντας ότι η έντονη πολιτική τους δέσμευση είναι απαραίτητη για την ύπαρξή τους και παράλληλα το στοιχείο που τους ξεχωρίζει από τους άλλους οπλοφόρους. «Αυτή η επανάσταση είναι το πρώτο αυθεντικό δημιούργημα του αυτοσχεδιασμού… το τελειότερα οργανωμένο χάος του σύμπαντος», ήταν τα λόγια του Τσε για την κουβανική επανάσταση, η οποία άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην Ιστορία του κόσμου.

Όταν οι ελάχιστοι εναπομείναντες αντάρτες έφτασαν τελικά στην οροσειρά της Σιέρα Μαέστρα ήταν πια ενωμένοι από τις αφάνταστες δυσκολίες που αντιμετώπισαν και εκεί, για δύο σχεδόν χρόνια, πολέμησαν εναντίον των στρατευμάτων του Μπατίστα, που είχαν την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ίδιος ο Τσε Γκεβάρα, παρότι αρχικά προσέφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός, σταδιακά συνειδητοποίησε ότι όφειλε να έχει πιο ενεργό ρόλο στις ένοπλες συγκρούσεις των επαναστατών.

Δεν άργησε να αποκτήσει υψηλότερη θέση στο αντάρτικο σώμα, αναλαμβάνοντας περισσότερες υποχρεώσεις και απολαμβάνοντας το σεβασμό των υπόλοιπων ανδρών. Ο Ερνέστο ήταν ο πρώτος οπλίτης στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του «Comandante» του Επαναστατικού Στρατού στην Κούβα από τον Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος αντιλήφθηκε άμεσα τις ηγετικές του ικανότητες και τα χαρίσματά του την ώρα της μάχης, με «ασπίδα» πάντα τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητα για αγώνα μέχρι τέλους, τον Ιούλιο του 1957.

Εν μέσω των δυσκολιών, σφυρηλατήθηκε το πραγματικό του πρόσωπο, το νέο του αξίωμα χαράχτηκε στο σώμα και την ψυχή του. Άφησε παραπλεύρως τον «μανδύα» του ρομαντικού και μετατράπηκε στον Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα. Η μεγαλύτερη στρατιωτική του επιτυχία ήταν η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα, το όνομα της οποίας συνδέθηκε με το δικό του, στις 29 Δεκεμβρίου 1958, η νίκη που άνοιξε διάπλατα το δρόμο προς την πρωτεύουσα της Κούβας και το τέλος του Μπατίστα.

Τρεις ημέρες μετά, με τον επαναστατικό στρατό του Φιντέλ να εισέρχεται ανενόχλητος στην πόλη Σαντιάγο ντε Κούβα, ο δικτάτορας Μπατίστα ένιωσε τον κλοιό να σφίγγει απελπιστικά γύρω του και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα, την 1η Ιανουαρίου του 1959, για να μεταβεί με άκρα μυστικότητα στην Δομινικανή Δημοκρατία. Την Πρωτοχρονιά, οι αντάρτες του Τσε μπαίνουν στην Αβάνα, με τις ενθουσιώδεις λαϊκές εκδηλώσεις να δημιουργούν ένα ταιριαστό φόντο του θριάμβου τους. Μια εβδομάδα αργότερα, ο Φιντέλ Κάστρο φτάνει στην πόλη και αναλαμβάνει Πρωθυπουργός της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης…

Κυβέρνηση της Κούβας και εξορία: «Ο αληθινός επαναστάτης οδηγείται από μεγάλο αίσθημα αγάπης. Είναι αδύνατον να σκεφτώ κάποιον πραγματικό επαναστάτη χωρίς αυτό το ιδανικό»

Με την επικράτηση της Επανάστασης στην Κούβα το 1959, ο Τσε ανέλαβε τη διοίκηση του φρουρίου «Λα Κομπανία», όπου κρατούνταν οι αντίπαλοι του νέου καθεστώτος και θα ήταν ασεβής κανείς προς τον θάνατο εκατοντάδων από αυτούς αν αρνείτο ότι οι συνθήκες κράτησης ήταν σκληρές και υπήρξε πληθώρα εκτελέσεων μέσα σε 18 μήνες. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο εξωτερικό και ήταν ο άνθρωπος που έκλεισε την ιστορική εμπορική συμφωνία με την Σοβιετική Ένωση, η οποία ουσιαστικά μετέτρεπε το νησί της Καραϊβικής, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την ακτή της Φλόριντα των ΗΠΑ, στο προκεχωρημένο φρούριο του κομμουνιστικού μπλοκ στο δυτικό ημισφαίριο.

Επιστρέφοντας στην Καραϊβική, πήρε τιμής ένεκεν την κουβανική υπηκοότητα και ανέλαβε τον τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης και τη διεύθυνση της τράπεζας της χώρας στην κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο. Ως Υπουργός, ο Γκεβάρα έδωσε ένα πολύ υψηλό παράδειγμα ανιδιοτέλειας και ανθρωπισμού, κυκλοφορώντας μόνο με το λεωφορείο, εργαζόμενος εθελοντικά στο μάζεμα ζαχαροκάλαμων με τους απλούς αγρότες και αρνούμενος επίμονα να δεχθεί, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, δώρα και τιμές από τους πολυάριθμους θαυμαστές του.

Το φιάσκο της απόπειρας των Ηνωμένων Πολιτειών να ανατρέψουν τον Κάστρο με την αποτυχημένη απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961, το οποίο «στερέωσε την Επανάσταση και ένωσε όλους τους Κουβανούς κατά του ξένου κινδύνου», σύμφωνα με τον ίδιο τον Τσε, ακολούθησε η αναδίπλωση του Κρούστσεφ μπροστά στην αποφασιστικότητα του Κένεντι και η απόσυρση των σοβιετικών πυραύλων από το νησί το 1963. Ο Γκεβάρα δεν ξέχασε ποτέ την «προδοσία» της ΕΣΣΔ και στην ιστορική ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, τον Δεκέμβριο του 1964 στη Νέα Υόρκη, κατακεραύνωσε αμφότερες τις υπερδυνάμεις και αργότερα την κάλεσε να υπερασπιστεί στην πράξη τον τίτλο της «μητέρας όλων των επαναστατημένων του κόσμου».

Ο Τσε πλήρωσε πανάκριβα τη γενναία στάση του απέναντι στον σοβιετικό καιροσκοπισμό της δεκαετίας του ’60 και την σφοδρή επιθυμία του για εξάπλωση της Επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τα πλάνα του ρεαλιστή Φιντέλ, αποχωρώντας μετά από «κομψές» πιέσεις από την κυβέρνηση της Κούβας το 1965 για να αγωνιστεί εκεί όπου ένιωθε ότι βρισκόταν «ο πιο αδύναμος κρίκος του ιμπεριαλισμού», στην μαρτυρική αφρικανική ήπειρο των πρώτων ετών μετά την λευκή αποικιοκρατία…

Κονγκό, 1965: «Η ζωή ενός ανθρώπινου πλάσματος αξίζει ένα εκατομμύριο φορές περισσότερο από την περιουσία του πλουσιότερου ανθρώπου στη Γη»

«Γιατί αγωνίζεται ο αντάρτης: Πρέπει να καταλήξουμε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως ο αντάρτης είναι ένας κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που παίρνει τα όπλα ανταποκρινόμενος στην οργισμένη διαμαρτυρία του λαού ενάντια στους καταπιεστές του και αγωνίζεται να αλλάξει το κοινωνικό καθεστώς που κρατάει τα άοπλα αδέλφια του μέσα στον εξευτελισμό και τη μιζέρια. Ξεσηκώνεται ενάντια στις συγκεκριμένες συνθήκες των θεσμοθετημένων δομών που κυριαρχούν κάποια δεδομένη στιγμή, και καταγίνεται, με όσες δυνάμεις του επιτρέπουν οι περιστάσεις, να σπάσει τα πλαίσια αυτών των θεσμοθετημένων δομών». ‘Ετσι περιέγραψε ο Τσε Γκεβάρα τον τρόπο που επέλεξε να πολεμήσει, αναγνωρίζοντας ότι τα υλικά μέσα και το ανθρώπινο δυναμικό που είχε στη διάθεσή του δεν θα έφταναν ποτέ τα μεγέθη των αντιπάλων στρατών.

Η πολιτική του σταδιοδρομία στην Κούβα φτάνει στο τέλος της τον Μάρτιο του 1965 και αφιερώνεται ξανά στο διαχρονικό του όνειρο της εξάπλωσης της Επανάστασης σε κάθε σημείο της Γης όπου ο απλός λαός βιώνει την βαρβαρότητα του ιμπεριαλισμού.

Πρώτος του σταθμός το πρώην βελγικό Κονγκό, όπου το έδαφος ήταν πιο «εύφορο» για να δεχτεί τις ιδέες του. Η μεγάλη χώρα αυτή της κεντρικής Αφρικής, πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίησή της από τον ασύλληπτα σκληρό ευρωπαϊκό ζυγό, θα μπορούσε κάλλιστα να μετατραπεί σε ορμητήριο κατά της νέας αποικιοκρατίας. Μαζί του λίγες δεκάδες Κουβανοί μαχητές που ασπάστηκαν το όραμα της εξάπλωσης του επαναστατικού αγώνα.

Έφθασε στον προορισμό του στις 24 Απριλίου του 1965 και προσπάθησε να ηγηθεί ενός ακόμα αντάρτικου σε συνεργασία με την εκεί επαναστατική «στρατιά», γνωστή και ως «Σίμπα». Το κίνημα του Κονγκό δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η αποτυχία αποδόθηκε από τον ίδιο σε έλλειψη ομοψυχίας και οργάνωσης των γηγενών επαναστατών, οι οποίοι κατέφευγαν ακόμη και σε τελετές μαγείας για να νικήσουν τους εχθρούς τους.

Η αφρικανική προσπάθεια χαρακτηρίζεται ως «κάθοδος στην κόλαση». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους αποχώρησε από το Κονγκό μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας και επέστρεψε στο νησί της Καραϊβικής, όπου άρχισε να ζυμώνει μέσα του την ιδέα μια νέας Επανάστασης, στα εδάφη της Βολιβίας αυτή τη φορά, μη ξεχνώντας τα ιδανικά του: κάθε ανθρώπινο πλάσμα στη Γη αξίζει να αναπνέει ελεύθερα. Ο δρόμος ήταν ένας, πάλη και εξάπλωση της επαναστατικής φλόγας μέχρι να «κατακάψει» ολόκληρο τον κόσμο, σπάζοντας τις απανταχού αλυσίδες των ανθρώπων…

Ο αγώνας για την Βολιβία: «Η επανάσταση δεν είναι ένα φρούτο που θα πέσει όταν είναι ώριμο. Πρέπει να κουνήσουμε το δέντρο για να το κάνουμε να πέσει»

Εγκαταλείποντας το Κονγκό, πάντα πιστός στο όραμα της παγκόσμιας επανάστασης, ο Τσε μεταβαίνει με λίγους συντρόφους του στην Βολιβία το 1966 για να οργανώσει αντάρτικο στα πρότυπα των Βιετκόνγκ εναντίον της διεφθαρμένης Δεξιάς κυβέρνησης του Ρενέ Μπαριέντος, η οποία είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ.

Εκεί, στα ίδια βουνά που 150 χρόνια νωρίτερα ο Μπολιβάρ αγωνίστηκε εναντίων των Ισπανών αποικιοκρατών, ο Γκεβάρα θα ανέβει τον δικό του Γολγοθά, καθώς μετά τις αρχικές μικρές επιτυχίες της ολιγομελούς ομάδας του (καθώς ο λαός της χώρας δεν αγκάλιασε ποτέ πραγματικά την προσπάθειά του, με εξαίρεση τις μεγάλες διαδηλώσεις του Ιουνίου του 1967) η τρομακτική υπεροπλία του τακτικού στρατού της Βολιβίας, τον οποίο οργάνωσε και εξόπλισε η CIA και η αμερικανική κυβέρνηση, στέλνοντας μάλιστα στρατιωτικούς ειδικούς και 800 μισθοφόρους πρασινοσκούφηδες εναντίον του, θα γείρει την πλάστιγγα υπέρ της Αντίδρασης.

Η Δικτατορία του Μπαριέντος, με τις πλάτες της CIA, σκλήρυνε τη στάση της, κήρυξε παράνομο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας και τις υπόλοιπες αριστερές οργανώσεις, προέβη σε μαζικές συλλήψεις και εξορίες αντιφρονούντων (ανάμεσά τους ο λαϊκός αγωνιστής και υποστηρικτής του, Χουάν Λεχίν), κατέστειλε με βιαιότητα την γενική απεργία των εργατών ορυχείων το καλοκαίρι και με την έναρξη του φθινοπώρου του 1967 ο Τσε Γκεβάρα, εγκαταλελειμμένος από τους Σοβιετικούς, με τις δυνάμεις του να φυλλορροούν και τους Αμερικανούς απολύτως αποφασισμένους αυτή τη φορά να τον παγιδέψουν και να τον εξοντώσουν, έπρεπε ή να εγκαταλείψει αμέσως την Βολιβία ή να βιώσει τη φωτιά του ονείρου του να τον καίει…

Ο θάνατος του Τσε: «Αξίζει φίλε μου, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Οι στρατιωτικές δυνάμεις της βολιβιανής κυβέρνησης τον καταδίωξαν με μανία. Η ούτως ή άλλως μικρή σε δυναμική ομάδα του διασπάστηκε σε ακόμα μικρότερους πυρήνες. Οι περισσότεροι συνελήφθησαν ή εκτελέστηκαν.

Τη νύχτα της 8ης Οκτωβρίου, εντόπισαν και τον ίδιο στο χωριό Λα Ιγκέρα. Δόθηκε άνιση μάχη, οι διαλυμένες δυνάμεις του Γκεβάρα αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν. Ο ίδιος, φέροντας τραύματα στο αριστερό πόδι, αδυνατούσε να κινηθεί γρήγορα. Προσπάθησε να διαφύγει χωρίς αποτέλεσμα και έπεσε τελικά τραυματίας στα χέρια των αντιπάλων του.

Άμεσα ενημερώθηκε για τη σύλληψή του και ο επικεφαλής της CIA, πράκτορας Φέλιξ Ροδρίγκες, ο οποίος μετέβη στην Λα Ιγκέρα για να του μιλήσει, αλλά το μόνο που άκουσε από τα χείλη του ήταν η τελευταία επιθυμία του: «πες στη γυναίκα μου να παντρευτεί ξανά και να προσπαθήσει να είναι ευτυχισμένη». Τον ανέκριναν στο σχολείο του χωριού για ώρες, δεν τους είπε τίποτα. Ένας μεθυσμένος αξιωματικός που επιχείρησε να τον περιπαίξει, έφαγε ένα χαστούκι κατάμουτρα.

Εν τέλει, στις 9 Οκτωβρίου του 1967, ακριβώς 50 χρόνια πριν, ο στρατιωτικός δικτάτορας της χώρας, Ρενέ Μπαριέντος, με τη σύμφωνη γνώμη της CIA και των αξιωματικών του, αποφάσισε την εκτέλεσή του. Την θλιβερή τιμή του τραβήγματος της σκανδάλης έλαβε ο υπαξιωματικός του βολιβιανού στρατού, Μάριο Τεράν. Ο Τσε στάθηκε παρά τα τραύματά του με θάρρος μπροστά στον εκτελεστή του και του φώναξε «ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις».

Στα 39 του χρόνια, ο Τσε έπεσε νεκρός στην Λα Ιγκέρα, πληρώνοντας με τη ζωή του το όραμά του για παγκόσμια ελευθερία, όπως πάντοτε ήξερε ότι θα συμβεί κάποια ημέρα, αλλά χωρίς ποτέ να φοβηθεί να ακολουθήσει το πεπρωμένο του. Μια επιβλητική πέτρινη προτομή του, λιτή αλλά καλοφτιαγμένη, δεσπόζει στους λόφους πάνω από το μικρό χωριό όπου δολοφονήθηκε, για να θυμίζει στους λαούς της Λατινικής Αμερικής τον ρομαντικό επαναστάτη που θυσιάστηκε για το δίκιο και την ελευθερία τους.

Στις 17 Οκτωβρίου του 1997, τα οστά του Πρωτομάρτυρα της Επανάστασης και των συντρόφων του αναπαύθηκαν επιτέλους στην Σάντα Κλάρα, σε ένα μεγαλοπρεπές μαυσωλείο το οποίο κατασκεύασαν οι κάτοικοι της πόλης, δουλεύοντας εθελοντικά επί ατέλειωτες ώρες για πάνω από έξι χρόνια, περιμένοντας την ημέρα που ο ήρωάς τους θα επέστρεφε στην Κούβα. Στην είσοδο του μαυσωλείου δεσπόζει ένα μπρούντζινο άγαλμα του Τσε με το όπλο στο χέρι, ύψους επτά μέτρων, το οποίο κοιτάζει προς τον Νότο και την βασανισμένη ήπειρο που αγωνίστηκε μέχρι την τελευταία του πνοή να απελευθερώσει…

Η μνήμη του στην ελληνική Ποίηση και Μουσική: «Άγια είναι η λευτεριά / Kι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά / Tη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα…»

H ελληνική ποίηση και μουσική έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι στον τεράστιο όγκο των καλλιτεχνικών έργων, τα οποία έχουν γραφτεί και μελοποιηθεί για τον εμβληματικό αγωνιστή, τόσο πριν όσο (κυρίως) μετά τον θάνατό του. Όταν, λοιπόν, η τέχνη της πατρίδας μας συναντάει τον «καλλιτέχνη της παγκόσμιας Επανάστασης»: Δέκα πονήματα Ελλήνων δημιουργών για τον Τσε…

1. Guevara – Ποίημα του Νίκου Καββαδία

“Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια…”

2. Τσε – Τραγούδι του Μάνου Λοΐζου

“Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα
Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές
Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
Στην καρδία τους…”

3. Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα – Τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Wolf Biermann

“Αυτοί σε φοβούνται
Μα εμείς σ’ αγαπούμε
Βλέποντας εμπρός στον αγώνα
Εκεί που γελάει ο Χάρος
Κει που ο λαός τέρμα βάζει στη μιζέρια
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα…”

4. Πόρτο Ρίκο – Τραγούδι των Άλκη Αλκαίου και Σταμάτη Μεσημέρη

“Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο
και στο στερνό του γράμμα μου `χε γράψει:
Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει

Τα χρόνια έχουν περάσει δε θυμάμαι πια
Ερνέστο τον ελέγανε η Νίκο;”

5. Ο Άγιος Τσε – Ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη, μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη

“Άγια είναι η λευτεριά
Kι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
Tη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα
Είναι ο δρόμος μακρινός
Πάμε για τη μάχη
Kι ίσως να ‘σαι, μάνα
Αύριο μονάχη…”

6. Το τραγούδι του Γκουεβάρα – Τραγούδι των Αταόλ Μπεχράμογλου και Σπύρου Σαμοΐλη

“Θέλω να τραγουδήσω τα βουνά και τα ποτάμια
Θέλω να τραγουδήσω τον απέραντο ουρανό
Να τραγουδήσω τον έρωτα και την ελπίδα
Το τραγούδι μιας ηρωικής καρδιάς
Το τραγούδι του Γκουεβάρα…”

7. Μνήμη Τσε Γκουεβάρα – Ποίημα του Θάνου Ασίκη

“Ποια γενναία μέρα
Σ’ έφερε στη γη, Τσε
Και ποιο αστέρι συνόδεψε
Τον πρώτο σου ύπνο…
Αγκιτάτορα Τσε δεν πέθανες
Κατακόρυφος ο ήλιος, σε φωτίζει…”

8. Σαν τον Τσε Γκεβάρα – Τραγούδι των Νίκου Γκάτσου και Δήμου Μούτση

“Σαν τον Τσε Γκεβάρα με μια κιθάρα
Βάσανα του κόσμου τώρα τραγουδώ
Σαν τον Τσε Γκεβάρα
Μες στην αντάρα
Όλα θα τα κάψω κι ας καώ κι εγώ…”

9. Τσε Γκεβάρα – Τραγούδι των Φώντα Λάδη και Θάνου Μικρούτσικου

“Όμως μην κάθεσαι νεκρός μέσα στα χιόνια
Κι έχεις στα μάτια σου μια μάσκα απορίας
Αν εσύ βιάστηκες ή άργησαν τα χρόνια,
‘Ελα ξανά στο ραντεβού της Ιστορίας…”

10. Hasta Siempre – Το αριστούργημα του Carlos Puebla, σε ελληνική απόδοση της Δέσποινας Φορτσερά. Αξίζει να παρατεθεί ολόκληρο:

“Πυξίδα μέσα στο χρόνο κι ο μύθος να σου ανήκει, είναι των ματιών σου οι κύκλοι που αγκαλιάσανε τον κόσμο
Εδώ θα μείνει για πάντα το ζεστό το πέρασμά σου, φωτιά που ανάβει η ματιά σου, commandante Τσε Γκεβάρα
Εσύ που ανάβεις τ’ αστέρια, της μνήμης φτιάχνεις το χάρτη και περνάς μέσα απ’ τη στάχτη την ελπίδα σ’ άλλα χέρια
Σα θρύλος γύρω καλπάζεις, σαν ευχή και σαν κατάρα, στα στενά της Σάντα Κλάρα τ’ όνειρό σου δοκιμάζεις
Μιλάς κοιτώντας μπροστά σου το ποτάμι της ευθύνης και στην ιστορία δίνεις τη φωνή και τ’ όνομά σου
Γελάς και γίνεται μέρα, η νύχτα σε συλλαβίζει, μυστικά σου ψιθυρίζει hasta siempre commandante
Εδώ θα μείνει για πάντα το ζεστό το πέρασμά σου, φωτιά που ανάβει η ματιά σου, commandante Τσε Γκεβάρα…”

Στους τοίχους του κόσμου: El Che vive, la lucha sigue

Κούβα

Αργεντινή

Βενεζουέλα

Βολιβία

Γουατεμάλα

Ισραήλ

Μεξικό

Νικαράγουα

Νέα Υόρκη

Σαν Φρανσίσκο

Είπαν για τον Τσε: «Με έμαθε το πιο όμορφο πράγμα, που είναι να είσαι Άνθρωπος»

Η πραγματική αθανασία έρχεται όταν σπάσεις τα δεσμά του φόβου. Η πραγματική ελευθερία έρχεται όταν επιλέξεις να δεις τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι και όχι όπως στην καθόρισαν.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα νίκησε την απελπισία και τον θάνατο, πάλεψε ενάντια στους έχοντες και κατέχοντες, θυσίασε τις ανέσεις, την οικογένεια, τους φίλους, τη ζωή του.

Ορκισμένος στην άνευ συνόρων Επανάσταση, στην άνευ όρων αλληλεγγύη. Για τη νίκη των αδικημένων, των φοβισμένων, των αδύναμων. Για τον θρίαμβο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ελπίδας…

Γι αυτό τον αγκάλιασαν με την αθανασία τα λόγια των «μεγάλων» του 20ου αιώνα που παραθέτουμε, για αυτό τον αγάπησαν τόσο οι λαοί του κόσμου, γιατί τρέλα δεν είναι να κυνηγάς το αδύνατο, τρέλα είναι να εγκαταλείψεις τα όνειρά σου.

«Να αλλάξεις, τον κόσμο φίλε μου Σάντσο, δεν είναι τρέλα, ούτε ουτοπία. Είναι δικαιοσύνη!» έγραψε ο Μιγκέλ Θερβάντες στον «Δον Κιχώτη» και έκανε πράξη ο Τσε Γκεβάρα σχεδόν 400 χρόνια αργότερα, μετατρέποντας την ρομαντική λογοτεχνία σε Ιστορία.

«Ο Τσε ήταν ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας» – Ζαν-Πωλ Σαρτρ

«Ο αγώνας του Γκεβάρα εναντίον των ΗΠΑ ήταν ο αγώνας του Πνεύματος ενάντια στην Ύλη» – Ερνέστο Σάμπατο

«Στο μυαλό μου, η συζήτηση με τον Τσε συνεχίζεται εδώ και τόσα χρόνια, κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο δίκιο έχει. Ακόμα και σήμερα, που πέθανε για να ξεκινήσει έναν ατέρμονο αγώνα, συνεχίζει πάντα να έχει δίκιο» – Ίταλο Καλβίνο

«Με έμαθε να σκέφτομαι. Μου έμαθε το πιο όμορφο πράγμα, που είναι να είσαι Άνθρωπος» – Ουρμπάνο, Κουβανός αντάρτης

«Η ζωή του Τσε αποτελεί έμπνευση γιά κάθε άνθρωπο που αγαπά την ελευθερία. Θα τιμούμε πάντα τη μνήμη του» – Νέλσον Μαντέλα

«Ήταν ακριβώς σαν Χριστός, με τα μεγάλα μάτια του, τα γένια, τα μακριά μαλλιά του. Είναι πολύ θαυματουργός» – Σουσάνα Οσινάγκα, η νοσοκόμα που έπλυνε το πτώμα του

«Θα μπορούσα να γράφω χίλια χρόνια και ένα εκατομμύριο σελίδες για τον Τσε Γκεβάρα» – Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

«Ήταν το παγκόσμιο σύμβολο των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου» – Φραντς Φανόν

«Ακόμη να βρω κάποια έγκυρη πηγή που να αποδεικνύει ότι ο Τσε εκτέλεσε κάποιον “αθώο”. Πρέπει να προσθέσω ότι η έρευνα μου διήρκεσε πέντε χρόνια και περιελάμβανε αντι-Καστρικούς Κουβανούς ανάμεσα στους Κουβανο-Αμερικανούς εξόριστους στο Μαϊάμι και αλλού» – Τζον Λι Άντερσον, βιογράφος του Τσε

«Σαν να είναι ζωντανός και να είναι μαζί μας. Είναι σαν την Παναγία για μας. Λέμε “Τσε, βόηθα μας με τη δουλειά ή με αυτό το φύτεμα” και πάντα πάει καλά» –  Μανουέλ Κορτές, αγρότης που ζούσε δίπλα στο σχολείο όπου δολοφονήθηκε

«Γιατί πίστεψαν ότι σκοτώνοντας τον θα πάψει να υπάρχει ως μαχητής…; Σήμερα είναι σε κάθε μέρος, οπουδήποτε υπάρχει ένα δίκαιο αίτημα προς υπεράσπιση» – Φιντέλ Κάστρο

Για το τέλος, κρατήσαμε ένα απόσπασμα του συγκλονιστικού επικήδειου του Τσε από τον Αργεντινό συγγραφέα Ερνέστο Σάμπατο, στο Πανεπιστήμιο του Παρισίου (εκεί όπου ο θάνατός του αποτέλεσε τη σπίθα για να ανάψει η φλόγα που οδήγησε στον Μάη του ’68) λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του, το οποίο αξίζει να σταθεί ιστορικά δίπλα στον Επιτάφιο του Περικλή και το επίγραμμα του Σιμωνίδη στις Θερμοπύλες.

«Ο Ερνέστο Γκεβάρα δεν πέθανε για μιαν απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών. Για μένα και πιστεύω για πολλούς, στην πραγματικότητα για εκατομμύρια πρόσωπα και κυρίως για τους νέους που θρήνησαν το τέλος του, πέθανε για ένα ιδανικό απείρως υψηλότερο, για το ιδανικό ενός Νέου Ανθρώπου.

Οι κομμουνιστές, που τον εγκατέλειψαν στην τελική τραγική μάχη, τον κατηγορούσαν για τυχοδιωκτισμό, για έλλειψη αίσθησης της πραγματικότητας, για αναρχικό ρομαντισμό. Σίγουρα είναι πιθανόν, ότι αν ήταν κλεισμένος σε κάποιο απόμερο και ασφαλές γραφείο, στέλνοντας διαταγές με το ταχυδρομείο ή με το ραδιόφωνο, θα φαινόταν πιο αποτελεσματικός στα μάτια αυτών των επιστημόνων της επανάστασης.

Αλλά αναμφίβολα δεν θα ήταν ποτέ τόσο αποτελεσματικός όσο με αυτόν τον άλλο τρόπο, το ρομαντικό και ηρωικό, νεκρός επικεφαλής ενός μικρού και χαμένου στρατιωτικού αποσπάσματος, αφού πάλεψε μέχρι την τελευταία του πνοή και μέχρι το τελευταίο χτύπημα της καραμπίνας του. Ενάντια στη νοοτροπία των καταλόγων και των αρχείων των γραφείων, αυτός διεκδίκησε με τη ζωή του τη θυσία και τη μοναξιά.

Ο Γκεβάρα, στον οποίο θα αναφέρονταν αυτοί οι τεχνικοί, θα είχε ζήσει λίγα χρόνια περισσότερο. Αυτός που πέθανε επικεφαλής της ομάδας των συντρόφων του θα έχει αντίθετα τη διάρκεια των σημαιών, την αιωνιότητα των συμβόλων.

Ο θάνατός του, πράγματι, έχει αυτό το χαρακτήρα: έχει την αξία ενός συμβόλου. Και στην ορθολογιστική κοινωνία μας, που έχει πετάξει, ξεχάσει και περιφρονήσει τα σύμβολα, σε αυτή την κοινωνία στην οποία η αποτελεσματικότητα και η τεχνική έχουν γίνει περισσότερο πολύτιμες από το πάθος και τη θυσία, μπορούμε πράγματι να αποδώσουμε στον Γκεβάρα έναν απερίσκεπτο ρομαντισμό.

Αλλά είναι ακριβώς αυτός ο ηρωισμός, ακριβώς αυτή η ηρωική και μοναχική εικόνα που γεννάει την ελπίδα, το θάρρος και την πίστη σε εκατομμύρια γενναιόδωρους νέους σε όλες τις γωνιές της Γης.

Για αυτούς τους λόγους λοιπόν και όποιες και αν ήταν οι αυταπάτες του ή οι θεωρίες του για την κατίσχυση των οικονομικών παραγόντων στην ιστορία, πιστεύω ότι η πάλη του Γκεβάρα ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε μια πάλη του πνεύματος ενάντια στην ύλη.

Υποστήριξε αντίθετα ότι ήταν αναγκαίο να αλλάξουμε τη νοοτροπία των μαζών για να δημιουργήσουμε το νέο άνθρωπο στον οποίο απέβλεπε η επανάσταση και έκανε έκκληση στον επαναστατικό ενθουσιασμό, στον πατριωτισμό, στην ανιδιοτελή στράτευση, στην πίστη που κινεί τα βουνά. Θα μπορούσε να λεχθεί -και σίγουρα έχει λεχθεί- ότι αυτές οι ιδέες δεν είναι συνετές. Αλλά ποιος απέδειξε ποτέ ότι είναι η σύνεση αυτή που κινεί τα βουνά;»