Τα ιερά λείψανα αποτελούν επί αιώνες μια προσοδοφόρα πηγή πλουτισμού των ρασοφόρων. Κληρικοί και μοναχοί εκμεταλλεύονται επί αιώνες την ηλιθιότητα του ποιμνίου, εφευρίσκοντας οτιδήποτε λείψανα μπορεί να φανταστεί κανείς με το νου του. Ο πιστός γονατίζει μπροστά τους, παρακαλάει, ελπίζει, ταπεινώνεται. Οι παπάδες από την άλλη κάνουν ταμείο στο μαγαζί τους. Και πλουτίζουν πουλώντας ψεύτικες ελπίδες σε απεγνωσμένους και ψεύτικη θεϊκή εύνοια στους ηλίθιους.
Ο Karlheinz Deschner στον τρίτο τόμο της “Εγκληματικής Ιστορίας του Χριστιανισμού” μας εξηγεί πως:

Ο καθολικισμός βλέπει τη βιβλική δικαιολόγηση της λατρείας των λειψάνων στο θαυματουργικό χωρισμό των υδάτων του Ιορδάνη ποταμού με το μανδύα του Ελισαίου ή στη νεκρανάσταση με τη βοήθεια των οστών του Ελισαίου στην Παλαιά Διαθήκη. «Και όταν εκείνος άγ­γιξε τα οστά του Ελισαίου, ζωντάνεψε και σηκώθηκε στα πόδια του.» Επίσης παραπέμπουν στο Κατά Ματ θαίον 9,2 0 κ.εξ., και τις Πράξεις Αποστόλων 5,15 και 19,12. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά πολύ διάτρητες ψεύτικες δικαιολογήσεις. Πουθενά δεν αναφωνεί ο Ιησούς: Φυλάξτε τα λείψανα, λατρέψτε τα, μοιράστε τα, μεταφέρετε τα και ξεπουλήστε τα, χτίστε Άγιες Τράπεζες γύρω τους και διαβάστε τους Θείες Λειτουργίες! Αυτή θα ήταν μια σαφής ρήση που θα δικαιολογούσε τις εξελίξεις — αλλά απουσιάζει, όπως απουσιάζουν και τόσες πολλές ρήσεις για τόσες πολλές απόψεις. Κι αν παρουσιάζει θεραπευτικές ιδιότητες ο μανδύας του Ιησού, ή τα ιδρωμένα μαντήλια και οι ζώνες του Παύλου, αυτά απέχουν πολύ από εκείνα που έμελλε να εμφανιστούν στην Εκκλησία.

Οι Πατέρες της εκκλησίας φυσικά υποστήριξαν την απάτη των λειψάνων. Σύμφωνα με τον Αμβρόσιο «πολλοί θεραπεύτηκαν σαν από μια σκιά (umbra quadam) των ιερών σορών». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρεί ότι «όχι μόνο οι σοροί των αγί­ων, αλλά και οι τάφοι τους είναι γεμάτοι πνευματική χάρη». Ο Άγιος Θεοδώρητος μας πληροφορεί ότι και ένα σπασμένο λείψανο διατηρεί τις ίδιες θαυματουργές ιδιότητες. “Τεμαχισμένα σώματα—ολόκληρη η δράση της θείας χάριτος!” (Deschner). Ο Βασίλειος αποκαλύπτει ότι το λείψανο της αγίας Ιουλίττης «αγιάζει μεν το τόπον, αγιάζει δε και τους εις αυτόν συνόντας». Και πάει λέγοντας μέχρι σήμερα…
Με τις ευλογίες των ιερέων άρχισε να υπάρχει μια τεράστια ζήτηση για ιερά λείψανα. Κόκκαλα νεκρών – θεωρητικά των ίδιων των αγίων – τεμαχίζονταν, ανταλλάσσονταν ή διακινούνταν ως εμπορεύματα. Ο Θεοδόσιος μάλιστα το 386 εξέδωσε και νόμο που απαγόρευε το εμπόριο λειψάνων. Αλλά η ευσεβής παράκρουση ήταν αδύνατο να σταματήσει. Τότε επινοήθηκε και ένα άλλο κόλπο προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση: οι ευλογίες. Πρόκειται για αντικείμενα που τοποθετούνταν πλάι στους τάφους Αγίων, οπότε η υπερφυσική δύναμη του πρωτεύοντος λειψάνου μεταφερόταν στα αντικείμενα αυτά.

Πολλά πράγματα μπόρεσαν τώρα να γίνουν λείψανα, για να μην πούμε τα πάντα, όχι μόνο το ελάχιστο κομματάκι μιας σορού αγίου, αλλά π.χ. κι ένα σφουγγάρι το οποίο ήταν ποτισμένο με το αίμα του αγίου ή ακόμη κι ένα κουρελάκι, αρκεί να είχε έρθει σε επαφή με το λείψανο · διότι με αυτό τον τρόπο η «δύναμη» του γνήσιου λειψάνου μεταφερόταν στο καινούργιο — από τον 4ο αιώνα μια έμμονη ιδέα ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου. Με τη βοήθεια των ευλογιών,τις οποίες η Ρώμη διασκόρπισε σε όλη τη Δύση, εδραίωσε πρώτα από όλα. την επιρροή της εκκλησιαστικής πολιτικής της. Γενναιόδωρα μοίραζαν οι πάπες προς όλες τις κατευθύνσεις δώρα τους που δεν κόστιζαν τίποτα και μπήκαν στην ιστορία της ευσέβειας» με ποικίλα ονόματα: brandea, pallida, sanctuaria, memoriae, benedictiones, eulogiae, patrocinia…” (Deschner)

Φυσικά και η Ορθόδοξη εκκλησία δεν πήγε πίσω. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πλήθος ταξιδιωτών επισκέπτονταν τον ελλαδικό χώρο ακριβώς για αυτό τον σκοπό. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του “Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα” σχολιάζει σχετικά και μας μεταφέρει τις εμπειρίες τους:
Ο βυζαντινός κλήρος καπηλεύεται την πίστη και την ευλάβεια των ξένων προσκυνητών σκηνοθετώντας και χαλκεύοντας κατά χιλιάδες «αυθεντικά αντικείμενα». Στον Παρθενώνα, που έχει μετατραπεί σε ναό, έχει συγκεντρωθεί τόσος πλούτος «ιερών κειμηλίων και αγίων λειψάνων», που η δούκισσα τής Αθήνας θερμοπαρακαλούσε το 1379 τον αρχιεπίσκοπο Βελλεστέριο, να τής προμηθεύσει μερικά. Ιδού το σχετικό έγγραφο (βρίσκεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο): «Σεβάσμιε πάτερ, έμαθα, ότι στο ναό τής Παναγίας των Αθηνών υπάρχουν πολλά λείψανα τής Παναγίας και άλλων αγίων. Παρακαλώ, λοιπόν, την υμετέρα πατρικότητα, να μού στείλετε από τα λείψανα αυτά και θα μού προσφέρετε μεγάλη εκδούλευση»
Ο γάλλος ευγενής Seigneur d΄ Anglure (1360-1412), που έφτασε το 1395 στη Ρόδο, καταγράφει στο οδοιπορικό του τα κειμήλια και τα λείψανα τού ναού τού αγίου Ιωάννου τού Βαπτιστή.
«Μάς έδειξαν πρώτα-πρώτα ένα μπρούτζινο σταυρό, που είναι ξακουστός, επειδή έγινε από τη λεκάνη, όπου ο Χριστός ένιψε τα πόδια των αποστόλων. Έπειτα, μάς έδειξαν το δεξί χέρι τού αγίου Βαρθολομαίου και ένα πλούσιο χρυσοΰφαντο σεντόνι, που ύφανε με τα χέρια της η αγία Ελένη κι ένα αγκάθι από τον στέφανο τού μαρτυρίου τού σωτήρος μας Ιησού Χρίστου, ασημωμένο. Αυτό το αγκάθι μπουμπουκιάζει μια φορά το χρόνο, το μεσημέρι τής Μεγάλης Παρασκευής. Εμείς το είδαμε κατά το γυρισμό μας από τη Ρόδο -ήταν μεσημέρι τής Μεγάλης Παρασκευής- να βγάζει βλαστάρι και άσπρα λουλουδάκια. Και πολλοί αξιόπιστοι άνθρωποι μάς διαβεβαίωσαν, ότι το αγκάθι, μια μέρα πρίν, ήταν κατάξερο και μαύρο».
Το 1432 ο Bertrandon de la Brocquiere, απεσταλμένος τού βασιλιά τής Γαλλίας, είδε τα κειμήλια τού ναού τής αγίας Σοφίας και των αγίων Αποστόλων. Ιδού η αφήγησή του (Voyages d΄ outremer desannees 1432 et 1433 par Bertrandon de la Brocquiere, conseiller etpremier ecuyer tranchant de Philippe le Bon, Παρίσι, 1804)
«Στην αγία Σοφία, μού έδειξαν τον έναν από τούς χιτώνες τού Χριστού, τη λόγχη, που τον εκέντησε και το καλάμι, που τού έβαλαν στο χέρι κατά τη διαπόμπευση. Επίσης, μού έδειξαν τη σχάρα, όπου ψήθηκε ο άγιος Λαυρέντιος και μια μεγάλη σκαλιστή πέτρα σε σχήμα κρήνης, όπου ο Αβραάμ ετάισε τούς τρεις αγγέλους, που είχαν εντολή να αφανίσουν τα Σόδομα και τα Γόμορα.
»Στο ναό τού Παντοκράτορα, μού έδειξαν την πέτρινη πολύχρωμη πλάκα, που ο Νικόδημος είχε πελεκήσει για τον τάφο του, αλλά τη χρησιμοποίησε για να εναποθέσει το σώμα τού Χριστού μετά την αποκαθήλωση. Η Παναγία έκλαιγε πάνω στο σώμα τού Ιησού και τα δάκρυά της, που έπεφταν πάνω στην πλάκα, έχουν μείνει εκεί από τότε πετρωμένα.
»Στο ναό των αγίων Αποστόλων, μού έδειξαν την κολώνα, όπου έδεσαν τον Ιησού Χριστό, για να τον μαστιγώσουν μπροστά στον Πιλάτο.»
Το 1435 θα έχει την ευκαιρία να προσκυνήσει τα ιερά κειμήλια τού ναού τής αγίας Σοφίας ο Ισπανός ευγενής Pedro Tajur. (Andazas y viajes de Pedro Tajur por diversaspartes del΄ mundo avidos (1435-1439), Miguel Ginesta, Μαδρίτη, 1874). Την ξενάγησή του είχε αναλάβει ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος. Αφηγείται ο ισπανός περιηγητής:
«Μόλις τελείωσε η λειτουργία, ο αυτοκράτορας πρόσταξε να μού δείξουν τα άγια κειμήλια. Πήρε ο ίδιος το ένα κλειδί και ο πατριάρχης, που βρισκόταν εκεί, το άλλο. Το τρίτο κλειδί το κρατούσε ο πρωθιερέας τής αγίας Σοφίας.
»Οι παππάδες, ντυμένοι τα άμφιά τους, έβγαλαν με επισημότητα τα εξής ιερά κειμήλια:
»Τη λόγχη, που έπληξε την πλευρά τού Κυρίου, ένα εξαίσιο κειμήλιο.
»Το χιτώνα τού Χριστού (χωρίς ραφή). Πρέπει να ήταν άλλοτε βιολετής, γιατί τώρα έχει γίνει από την πολυκαιρία σκούρος.
»Ένα από τα καρφιά τού σταυρού και ο στύλος, όπου έδεσαν το Χριστό, για να τον μαστιγώσουν.
»Μου έδειξαν επίσης πολλά ατομικά αντικείμενα τής Παναγίας, τη σχάρα όπου έψησαν τον άγιο Λαυρέντιο και άλλα πάνσεπτα κειμήλια.
O μοναχός Felix Faber, που ταξίδεψε το 1482 στους αγίους τόπους, κατέγραψε κατά την άφιξή του στη Ρόδο τα άγια λείψανα, που είδε στούς ναούς:
«Ένα κομμάτι από το σταυρό τού Ιησού Χριστού, ένα από τα δηνάρια, που πήρε ο Ιούδας, δύο αγκάθια από τον στέφανο τού Κυρίου (το ένα ανθίζει κάθε Μεγάλη Παρασκευή), ένα σταυρό καμωμένο από τη λεκάνη, όπου ο Χριστός ένιψε τα πόδια των μαθητών, ύστερα από το μυστικό δείπνο και πολλά άλλα λείψανα, που είδα και άγγιξα»
Τα αποσπάσματα απο το έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου και οι φωτογραφίες είναι παρμένα από http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=2169