Θα έρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα νοιάζονται πολύ λίγο για τις συνθήκες και τις περιστάσεις της ομορφιάς. Θα νοιάζονται για την ίδια την ομορφιά. Ίσως να μη νοιάζονται ούτε για τα ονόματα ή τις βιογραφίες των ποιητών. (1). 

 

Στην περίπτωση του ποιητή-στιχουργού Άλκη Αλκαίου η παραπάνω προφητεία του Aργεντίνου συγγραφέα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες,  εκπληρώθηκε όσο αυτός ήταν εν ζωή ιδανικά. Δυο-τρεις φωτογραφίες του, μια τηλεοπτική του εμφάνιση (2), λίγα μικρά εισαγωγικά του κείμενα σε δίσκους και ορισμένες δημόσιες μαρτυρίες των συνεργατών του –τροχισμένες μάλιστα τόσο καλά ώστε να μην άφηναν καμία «προσωπική», πέραν της συνεργασίας τους,  πληροφορία- ήταν όλο κι όλο το υλικό με το οποίο συνθέσαμε, για τριάντα και πλέον χρόνια, το πορτρέτο του Βαγγέλη Λιάρου (όπως είναι το αληθινό του όνομα). Ο θάνατός του, τον Δεκέμβρη του 2012, άνοιξε τον ασκό του ιδιωτικού του Αιόλου αφού άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια στοιχεία από τη ζωή του μέσα από τις μνήμες των φίλων του, επωνύμων και μη, όπως αυτές εμφανίζονται σε τόπους κοινωνικής δικτύωσης και κυρίως στο βιβλίο του φίλου του και συνεργάτη, Μίλτου Πασχαλίδη. Αγύριστο κεφάλι- ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα (3).

 

 

Η ανθρώπινη ιστορία του Αλκαίου

Γεννημένος στην Κοκκινιά Φιλιατών, το 1949, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και πολιτογραφημένος κάτοικος της Πάργας (εξ’ ου και το τραγούδι «Η Άνοιξη της Πάργας»)  ο Άλκης Αλκαίος σπούδασε και άσκησε τη δικηγορία. Συνελήφθη από τη Χούντα εξαιτίας της ενεργούς συμμετοχής του στον αντιδικτατορικό  αγώνα όταν και έκρυβε, φρόντιζε και φυγάδευε τους κυνηγημένους στο εξωτερικό. Έμεινε κρατούμενος για πέντε μήνες πρώτα στην Μπουμπουλίνας και μετά στο ΕΑΤ-ΕΣΑ περνώντας φρικτά βασανιστήρια. Από το 1974 και μετά άρχισε να έχει σοβαρότατα προβλήματα υγείας εξαιτίας αυτών των βασανιστηρίων και του αυτοάνοσου που του παρουσιάστηκε, ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα.  Ο Πασχαλίδης αποκαλύπτει μια συνταρακτική ιστορία (4):

Τους δυο βασανιστές του ο Αλκαίος τους συνάντησε κάποτε. Τον ένα στην Ευελπίδων, έξω απο μια αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν αστυνομικός. Ο Άλκης τον γνώρισε αμέσως. Του λέει “Με θυμάσαι;” Ο άλλος δεν τον κατάλαβε. “Κάτι μου θυμίζεις αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μήπως υπηρετήσαμε μαζί φαντάροι;” Ο Άλκης χαμογέλασε και του είπε: “Έχεις δίκιο. Μαζί υπηρετήσαμε. Μόνο που εσύ ήσουν από πάνω και εγώ από κάτω”. Έκανε μεταβολή και έφυγε. Τον άλλο τον πέτυχε στο καράβι. Ήταν μαζί με τον αδελφό του Γρηγόρη ο οποίος του λέει: “Δειξ τον μου τον πούστη να τον σκίσω”. Δεν του τον έδειξε. Έκανε μόνο μια κίνηση με το δεξί χέρι. “Προχώρα, δεν έχει σημασία”.
Από το 1984 και μετά ο Αλκαίος δεν μπορούσε, όπως αναφέρει ο Πασχαλίδης, να σταθεί ούτε όρθιος έστω και για λίγη ώρα. Έπινε γάλα, κάπνιζε και έγραφε στίχους γεμάτους ζωή και ταξίδια. Ωστόσο ο λόγος που δεν πολυέβγαινε έξω ειδικά τα πρώτα χρόνια ήταν γιατί, όπως αναφέρει ένας αδελφικός του φίλος, «δεν γούσταρε να τον βλέπουν δημόσια σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να νιώθει οτι προκαλεί οίκτο». Και εδώ αξίζει να τονιστεί και πάλι αυτή η άτυπη «ομερτά» την οποία είχαν συμφωνήσει οι ελάχιστοι που τον γνώριζαν προσωπικά και δεν αποκάλυψαν ποτέ τίποτα δημοσίως για την κατάστασή του όσο ζούσε, παρόλο που ο ίδιος δεν τους το είχε ποτέ απαγορεύσει. Έτσι, ετράφησαν θρύλοι και μύθοι σχετικά με τον Αλκαίο που αφορούσαν ακόμα και για το αν είναι υπαρκτό πρόσωπο…

 

Γρηγορείτε παιδιά…

Στο χώρο της δισκογραφίας μπήκε ως ανακάλυψη του Θάνου Μικρούτσικου, το 1977, όταν και διάβασε ένα ποίημά του στην εφημερίδα Ριζοσπάστης. Η γνωριμία τους έφερε την πρώτη τους συνεργασία, το 1978, στα Τραγούδια της Λευτεριάς δίνοντας με το τραγούδι «Φλεβάρης 1848» το ισχυρό διεθνιστικό του στίγμα, τις αριστερές του καταβολές και την επιρροή του από τα επικά οράματα ποιητών όπως ο Πάμπλο Νερούδα: «Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας σ’ έναν έστω/ στιγμιαίο συντονισμό ίδιες ελπίδες/ καθώς μας φώτιζαν το δρόμο οι σελίδες/ απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο». Ο Θάνος Μικρούτσικος σε αφιέρωμα για τον Αλκαίο αφηγείται χαρακτηριστικά (5):
Μιλώντας για τον Άλκη Αλκαίο είναι σα να μιλάω για τον εαυτό μου, για τη δική μου πορεία στο τρα-γούδι. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε την αναφορά σε τραγούδια που έχω κάνει μαζί του. Γιατί βεβαίως πολύ σημαντικοί τραγουδοποιοί και συνθέτες τον μελοποίησαν, με τη σειρά χρονολογικά ο Νότης Μαυρουδής, ο Χριστόφορος Κροκίδης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης, τελευταία ο Μάριος Τόκας. Εντούτοις μαζί έχουμε γράψει πάνω από 150 τραγούδια, έχουν εκδοθεί περίπου 70. Τον συνάντησα πριν 30 χρόνια με ένα κείμενο του που δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα, το μελοποίησα, έψαξα να τον βρω, τον βρήκα, του το έπαιξα τηλεφωνικά, του άρεσε και έτσι ξεκινήσαμε… ακολουθούν τέσσερα χρόνια καθημερινής σχεδόν αλληλογραφίας, στίχοι απ’ τη μεριά του, κασέτες επιστροφή απ τη δικιά μου, για να καταλήξουμε στα πρώτα σαράντα που μελο-ποίησα και απ τα οποία προέκυψαν τα έντεκα του “Εμπάργκο” (CBS 1982).
Όλοι οι στίχοι αυτού του δίσκου, εκ των σημαντικότερων της ελληνικής δισκογραφίας, εμπεριέχο-νται στη μια και μοναδική ποιητική συλλογή που έχει εκδώσει (αποτελούν το Γ’ Μέρος της συλλογής, που φέρει τον ίδιο τίτλο, και είναι αφιερωμένο στον Κωστή Μοσκώφ). Το βιβλίο, δυσεύρετο σήμερα, κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του δίσκου από τις εκδόσεις «Εταιρεία Νέας Μουσικής» που διηύθυνε ο Θάνος Μικρούτσικος. Για την ιστορία, ακόμα, να πούμε ότι η πρώτη δημόσια εμφάνιση του Αλκαίου ήταν όταν νεότατος, το 1967,  είχε δημοσιεύσει ένα δοκίμιο με τον τίτλο Κώστας Καρυωτάκης: Ο Ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε το οποίο ήταν η έντυπη καταγραφή της διάλεξής του η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1967 στην Πάργα Πρεβέζης. Σημειώνει σχετικά ο ίδιος (6):
Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος […] Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσί-ασε ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου «Καρύδη». Θερμοί συμπαραστάτες ήταν οι αείμνηστοι Νίκος Τσάκας, Πέτρος Γιούργας και ο τότε Νομάρχης Πρεβέζης Θεόδωρος Βγενόπουλος. Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα. Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από τον Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο. Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή…
Ο στιχουργός Αλκαίος με τη πρώτη του συνεργασία με τον Μικρούτσικο αποκτά αμέσως ταυτότητα ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους σύγχρονούς του πολιτικοποιημένους στιχουργούς στο ότι γράφει και ως πολίτης του κόσμου, ως εκφραστής της παγκόσμιας ελευθερίας με ένα θεωρητικό μαρξιστικό υπόβαθρο (όπως στη «Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)» όπου περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο τον εμφύλιο πόλεμο του Ελ Σαβαδόρ ο οποίος μόλις είχε ξεσπάσει).
Ο Ηρακλής Οικονόμου σημειώνει στη μελέτη του για την παρουσία των ιστορικών στοιχείων στο έργο του Αλκαίου (7):
Γιατί ο «Φλεβάρης του 1848»; Δύο γεγονότα ιστορικής σημασίας συμβαίνουν τότε. Στις 21 Φεβρουαρίου δημοσιεύεται η πρώτη έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ενός κλασικού κειμένου της ριζοσπαστικής πολιτικής θεωρίας, με συγγραφείς τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Και στις 22 Φεβρουαρίου, μία μέρα μετά, ξεσπά η «Φεβρουαριανή» Επανάσταση του 1848. Ο εξεγερμένος λαός του Παρισιού στήνει οδοφράγματα εναντίον του μοναρχικού καθεστώτος, δεκάδες πολίτες δολοφονούνται, και τελικά ο βασιλιάς Λουδοβίκος Φίλιππος τρέπεται σε φυγή. Ποιο από τα δύο γεγονότα τροφοδοτεί την πένα του Αλκαίου; Αφενός, συναντάμε τη ρητή αναφορά στο πρώτο: «καθώς μας φώτιζαν το δρόμο οι σελίδες / απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο». Αφετέρου, ο Αλκαίος συνδέει το επαναστατικό μήνυμα του 1848 με τρεις φιγούρες του παγκόσμιου εργατικού και εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος: «Μανουέλ Ντουάρτε απ’ το Πράσινο Ακρωτήρι», «Ελμπέρτο Κόμπος Παναμέζε αδελφέ μου», και «Ναΐμ Ασχάμπ από τις όχθες του Ιορδάνη». Αφρική – Λατινική Αμερική – Μέση Ανατολή, μέσα από τη ματιά ενός Έλληνα• ο απόλυτος και πιο ειλικρινής «στιχουργικός» διεθνισμός.
Όλα τα ποιήματα –και οι τίτλοι- του δίσκου, αποτελούν μέχρι σήμερα γρίφους για διαβασμένους λύτες και αναγνώστες της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας φανερώνοντας επιρροές άλλοτε από το ρωσικό φουτουρισμό και τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, (όπως το «Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον ή το άλλο πρόσωπο ενός αυτόνομου») άλλοτε από το ειρωνικό μπρεχτικό σύμπαν (όπως η προγενέστερη «Μπαλάντα ενός φιλήσυχου»,) άλλοτε από τον αιχμηρό λόγο του Βολφ Μπίρμαν(«Ωδή σ’ ένα δρομέα ημιαντοχής») και άλλοτε από το δικό του προφητικό χάρισμα, απόρροια του εγγενούς ποιητικού του ταλέντου: «Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα / κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου». Στον ίδιο δίσκο, βεβαίως, και τα αξεπέραστα «Ερωτικό» (ή αλλιώς η «Πιρόγα»)  και «Το κακόηθες μελάνωμα» (αφιερωμένο από τον Θάνο Μικρούτσικο, με τη συγκατάθεση του Αλκαίου, στον Νίκο Πουλαντζά, πιθανόν όμως γραμμένο από τον Αλκαίο για τη μητέρα του η οποία πέθανε 43 χρονών από κακόηθες μελάνωμα) γεμάτα αλληγορίες, ποιητικές εικόνες, πολλαπλές αναγνωστικές ερμηνείες πάντα όμως με μιαν ιστορική βάση. Γράφει, για παράδειγμα, ο Οικονόμου για το τραγούδι «Μες το Χημείο του Μαγιού» (8):
Η αναφορά του τίτλου του τραγουδιού στο μήνα Μάιο μας πηγαίνει κατευθείαν στη σφαγή της πλατείας Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης, την Πρωτομαγιά του 1977. Εκεί, παρακρατικοί άνοιξαν πυρ μέσα στο πλήθος• στον πανικό που ακολούθησε, δολοφονήθηκαν ή ποδοπατήθηκαν τουλάχιστον σαράντα ανυποψίαστοι διαδηλωτές που είχαν συγκεντρωθεί για να γιορτάσουν την εργατική επέτειο. Στο τραγούδι, ο Αλκαίος αναφέρει και τον μεγάλο τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ: «Κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός / να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη». Προφανώς, η εικόνα είναι φανταστική• ο Χικμέτ πέθανε το 1963 στη Μόσχα. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι ο Αλκαίος αναφέρεται στο κύμα διαμαρτυρίας που ξεσηκώθηκε πανευρωπαϊκά εναντίον της τουρκικής χούντας, για το οποίο φιγούρες όπως ο Χικμέτ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης.
Με αυτόν, λοιπόν, το δίσκο αυτό τελειώνει η πρώτη –πιο τραχιά και κρυπτική- περίοδος της στιχουργικής του πορείας η οποία σε ένα γενικότερο πλαίσιο χαρακτηρίζεται από τον Οικονόμου ως εξής (9):
Στο έργο του Αλκαίου μπορεί να επισημανθεί μία συγκεκριμένη φιλοσοφία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η ιστορία δεν είναι ούτε μία τυχαία διαδοχή γεγονότων, ούτε μία ντετερμινιστικά προδιαγεγραμμένη πορεία, ούτε ένδοξο έργο μεμονωμένων ηγετών και ηρώων. Ρητά ή άρρητα, η ιστορία εδώ νοείται ως τάση και ως σύγκρουση, που υπόκειται στη δύναμη της συλλογικής δράσης• η αναγκαιότητα που ενυπάρχει στην ιστορία διαμεσολαβείται από την ανθρώπινη πράξη και βούληση. Πώς βλέπει ο ποιητής το ρόλο του εντός της; «Της γης τη φλέβα ακούω σαν μαθητούδι». Η ιστορία για τον Αλκαίο συνίσταται σε υπόγειες φλέβες και ρεύματα, σε μετακινήσεις τεκτονικών πλακών που σε τελική ανάλυση έχουν εγγεγραμμένες μέσα τους την ταξική πάλη και τις αντιθέσεις που γεννιούνται στη σφαίρα του κοινωνικού. Και οι ήρωες του ποιητή δεν ξεφυτρώνουν ουρανοκατέβατα, ούτε προσφέρονται για μπλουζάκια και είδωλα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων βουτάνε μέσα στην αντίφαση και στην ανάγκη, “πάντα γελαστοί και γελασμένοι”, έχοντας όμως πρώτα αποπειραθεί το αδύνατο και έχοντας περισώσει την υποψία μιας διαφορετικής έκβασης των πραγμάτων.

 

  

empargko-photo2

alkis-alkaios3

Πατησίων και παραμυθιού γωνία…

 

Η δεύτερη περίοδος της στιχουργίας του Αλκαίου ξεκινά με το κοσμοτραγουδισμένο «Πρωινό τσιγάρο» (αφιερωμένο στον Μάνο Λοΐζο) που μελοποιεί ο Νότης Μαυρουδής, το 1984, και ολοκληρώνεται το 1999, με το δίσκο «Εντελβάις», ο τρίτος δίσκος στον οποίο υπογράφει όλους τους στίχους• συνθέτης εδώ ο Μάριος Τόκας. Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια ο λόγος του Αλκαίου (ο οποίος όπως γράφει ο Πασχαλίδης στο βιβλίο του δεν είχε σκοπό να συνεργαστεί με άλλους συνθέτες πλην του Μικρούτσικου, χάριν όμως της επιμονής του δεύτερου ξεκίνησε τις δισκογραφικές συνεργασίες)  αποκτά μια στιχουργική τεχνική η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο υπερρεαλιστικό. Ο στίχος του «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» περιγράφει επακριβώς αυτό το πνεύμα.

* Στη φωτογραφία ο πρώτος από αριστερά από την ηχογράφηση του Εμπάργκο. Μαζί του ο Βλάσης Μπονάτσος, η Μαρία Δημηριάδη, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Κώστας Καράλης


Έτσι, τόσο στο δίσκο Η αγάπη είναι ζάλη (1986) όσο και στη δεύτερη προσωπική του δουλειά -με τον Θάνο Μικρούτσικο και πάλιΌσο κρατάει ένας καφές (1989), εκφράζει έναν πιο καθημερινό λόγο και κυρίως απευθύνεται πιο άμεσα στο άλλο πρόσωπο, στον μη εκπληρωμένο έρωτά του: «Φεύγω και μη με περιμένεις/ σου είπα ξαφνικά ένα βράδυ/ πήρα το δάκρυ σου μαζί μου/ και χάθηκα μες το σκοτάδι ή «Μες στη ζωή μου μπήκες σαν κομήτης/ και ο έρωτας σου μάχη αιματηρή/ Τα χείλη σου ήταν κόκκινο πανί/ και η αγκαλιά σου αρένα της Μαδρίτης».
Η στιχουργική του αποκτά μια ποιητική λαϊκότητα και αφαιρεί σκέψεις προσθέτοντας εικόνες. Στρέφει το φακό του περισσότερο στους ανθρώπους της πόλης («Βικτώρια» 1989, «Χρόνια Πολλά», 1991) και τοποθετεί τους ήρωες της Ιστορίας ως ήρωες των τραγουδιών του («Πόρτο Ρίκο», 1994, «Ρόζα», 1996) συνταιριάζοντας αρμονικά πρόσωπα και εποχές πχ. «Ερνέστο τον ελέγανε ή Νίκο» και «Αν χάθηκε στο Μετς ή στο Πόρτο Ρίκο» γράφει στο «Πόρτο Ρίκο» συνδέοντας δυο αγω-νιστές διαφορετικών εποχών, τον Τσε Γκουεβάρα και τον Νίκο Μπελογιάννη.  Οι εννέα στίχοι του στο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου, Στου αιώνα την παράγκα, (1996) συμπυκνώνουν όλο το ποιητικό του «είναι». Ερωτικός χωρίς να λαϊκίζει συναισθηματικά («Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απέξω»), ουσιαστικός εκφραστής της πραγματικότητας και όχι κατασκευαστής ψευδό- διανοουμενίστικων σλόγκαν («Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία/ Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή»), εξαιρετικός ισορροπιστής μεταξύ του ιδιωτικού και δημόσιου οράματος («Σαν πλανόδιο τσίρκο») και αισθήματος («Πάντα γελαστοί»,  με την δική του αφιέρωση:«Ισαάκ και Σολωμού και Μαρίνου Μαρτύρων» [με άλλα λόγια στους δολοφονηθέντες, το 1996, Κυπρίους Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού και στον αναρχικό Χριστόφορο Μαρίνο, ο οποίος «αυτοκτόνησε» (;) την ίδια χρονιά υπό περίεργες συνθήκες ενώ βρισκόταν εν πλω).
Πουλί σε δέντρο αρχοντικό…
Με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα το 1998, στο δίσκο 13.000 μέρες, αρχίζει σιγά σιγά να μας αποκαλύπτει και μια ακόμα στιχουργική του έκφανση η οποία χαρακτηρίζει –μαζί με τον ταξιδιωτικό στίχο- την τρίτη περίοδο της πορείας του: αυτή του ποιητή που πατά πάνω στη δημοτική μας παράδοση. Έτσι, και στο δίσκο Εντελβάις είναι έξοχα αφηγηματικός, (το «Κιφ», παλαιότερο, βρίσκεται στην ποιητική του συλλογή που αναφέραμε), όπως πάντα προσωπικός/ συλλογικός («Οι φίλοι στα γρανάζια τους/ τα φρένα και τα γκάζια τους/ κι η Ελλάδα ν’ αρμενίζει/ με μιαν ελπίδα κόσκινο») και αδιαλείπτως ποιητικά ανατρεπτικός («Τα δεσμά σου θα λιμάρω/ μ’ ένα τριαντάφυλλο»). Φαίνεται σαν να προσπαθεί να αφαιρέσει κάθε προσωπικό ίχνος από τα τραγούδια του, να περιορίσει τις κοινωνικές του αιχμές και να αφεθεί στο δημοτικό μας λόγο δανειζόμενος πολλές φορές από αυτόν αυτούσιους στίχους και νοηματικά μοτίβα π.χ.: «Καλότυχα είναι τα βουνά/ ψυχή δεν έχουν να πονά/ καρδιά να αργοπεθαίνει» γράφει ο ίδιος κατά το παραδοσιακό: «Καλότυχα είναι τα βουνά,/ καλότυχοι είναι οι κάμποι, / που θάνατο δεν καρτερούν και χάρο δεν παντέχουν» ή το παλαιότερο: «Της νύχτας οι αρματωλοί και της αυγής οι μόνοι» κατά το παραδοσιακό κλέφτικο τραγούδι («Της νύχτας οι αρματολοί»): «Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής oι κλέφτες».
Εκτός όμως από αυτά τα «δάνεια» και τις επιρροές αρκετοί δικοί του στίχοι, κατορθώνει να φαντάζουν, θα λέγαμε, ανώνυμου δημιουργού, σαν να είναι συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών, δημιούργημα της λαϊκής μας σοφίας. Κι αυτό εξαιτίας των πολλών αφορισμών τους οποίους συνηθίζει να βάζει στις κατακλείδες των στροφών του, των διδακτικών παραινέσεων και του επιγραμματικού χαρακτήρα των δίστιχών του (που θυμίζουν μαντινάδες).
Ας δούμε μερικούς τέτοιους χαρακτηριστικούς στίχους:
«Όσο μακραίνω απ’ το γκρεμό/ Τόσο ο γκρεμός με θέλει», 
*
«Ο χρόνος είναι του Θεού κι ο πόνος του ανθρώπου», 
*
«Στου Χάρου τις λαβωματιές βότανα δεν χωρούνε», 
*
«Ό,τι κερδίζω στ’ όνειρο το χάνω στη ζωή», 
*
«Όποιες λέξεις κι αν διαλέξεις τ’ όνειρο το καις», 
*
«Πουλιά είναι οι έρωτες και δέντρα οι καημοί», 
*
«Το χώμα ξεδιψά η βροχή και το Θεό η προσευχή», 
*
«Ο μοναχός μοιράζεται τη μοναξιά με τ’ άστρα», 
*
«Πίνω θάνατο κι αγάπη απ’ το ίδιο το ποτήρι», 
*
«Δώσε μου την αρμύρα σου και πάρε τη βροχή μου», 
*
«Αλλού ματώνει η ομορφιά κι αλλού το αίμα στάζει»
Οι συνεργασίες του, λοιπόν,  με τον Σωκράτη Μάλαμα (Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς, 2000, Ένα, 2002, και Πέρασμα, 2010)), τον Μίλτο Πασχαλίδη (Βυθισμένες άγκυρες, 2001, Η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος, 2003, και το μεταθανάτιο cd που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Αγύριστο κεφάλι), τον Δημήτρη Ψαρρά στο δίσκο Μελίνα Κανά (2001), τους Χαρη κα Πάνο Κατσιμίχα(στο δίσκο των Πάνου Κατσιμίχα- Μάνου Ξυδούς, «Μέχρι να πάρεις παγωτό σε βρίσκει οχειμώνας«, 2007), τους τραγουδοποιούς-συνθέτες στο δίσκο Οι τροβαδούροι της καρδιά μου(«2007), τον Βασίλη Παπακωνταντίνου, Ουράνια τόξα κυνηγώ (2009), η τελευταία του εν ζωή συνεργασία του με τον Μπάμπη Στόκα, Η Αυλή των Τρελών (2012),  καθώς και τη μεταθανάτια δισκογραφική του παρουσία στο δίσκο   του συγκροτήματος Αρμός, Μια σταγόνα φως (2014) [σε παλαιότερες ανέκδοτες μελοποιήσεις του Θάνου Μικρούτσικου] συγκλίνουν στο μεγαλύτερό τους μέρος πάνω στο είδος αυτό του λόγου. Δεν λείπουν ασφαλώς και οι στίχοι που σχολιάζουν με τον δικό του τρόπο την εποχή: «Bγαίνουν στην άγρα της TV τα συνεργεία/ όλα είναι ζήτημα τιμής σ’ αυτόν τον κόσμο/ τα όνειρά μου κατεβαίνουν σ’ απεργία/ άσωτοι άγγελοι μου δείχνουνε το δρόμο» («Κοντραπούντο») και που σκιαγραφούν πρόσωπα και καταστάσεις: «Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν/ σε ποιο ταξίδι σ’ έχω ξαναδεί/ τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν/ το πλένει στα φανάρια ένα παιδί/ κι ένας τελάλης σ’ έρημη πλατεία/ τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία» («Αγύριστο κεφάλι»), τραγούδι που με υπότιτλο «Μάης του ΄98» το οποίο αναφέρεται εμμέσως στον «τελάλη» της Κομοτηνής, Θανάση Γκαϊφύλλια, στα «αγύριστα κεφάλια» Μίλτο Πασχαλίδη και στον εαυτό του, καθώς και στα γεγονότα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας…

 

perasma-coverempargko_photo1

 

 

Της θάλασσας τα μάγια…

Το δεύτερο χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της περιόδου, ο ταξιδιωτικός του λόγος, ξεδιπλώνεται –αν και υπάρχουν διάσπαρτες στιγμές σε όλη του την στιχουργική διαδρομή- περίτεχνα κυρίως στο δίσκο Υπέροχα μονάχοι, (2006), με τις συνθέσεις του Θάνου Μικρούτσικου. Μόνο οι τίτλοι των τραγουδιών είναι ενδεικτικοί: «Αργώ», «Της θάλασσας τα μάγια», «Blues on the road», «Στης γοργόνας το φτερό» [φόρος τιμής στον Νίκο Καββαδία…), «Σιντάρτα» κ.ά. Η φιλόλογος Μαρία Γεωργιάδου σε σχετική μελέτη της για τις επιρροές και τη διακειμενικότητα στο έργο του Αλκαίου σημειώνει (10):
..το δίστιχο «Θα ‘ναι για σένα που θα ζω σε αιώνιο κύκλο/ βροχή, ποτάμι, θάλασσα κι ατμός [παρα-πέμπει] στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Γυναίκα»[του Καββαδία]: «Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω/ ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα».
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός το πώς κατορθώνει εν γένει ο Αλκαίος να «ταξιδέψει» με τους στίχους του όντας ο ίδιος «σχεδόν τριάντα χρόνια εθελούσια αποκλεισμένος σε δυο δωμάτια, ένα στην Κάτω Κηφισιά και ένα στην Πάργα», όπως γράφει ο Πασχαλίδης, πώς δημιουργεί σαν να είναι πολίτης του κόσμου και πώς περιγράφει τα γεγονότα σαν να είναι αυτόπτης μάρτυρας. Η παρουσία της θάλασσας και του ταξιδιού ερμηνεύεται από το βαθύ στίγμα που έχει αφήσει μέσα του η αγαπημένη του Πάργα (11):
 Στους φίλους μου καλλιτέχνες όταν με ρωτούν για την καταγωγή μου, απαντώ ότι ο μεν Βαγγέλης [Λιάρος] είναι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Παργινός, ο δε Άλκης [Αλκαίος] είναι γέννημα και θρέμμα Παργινός. Την Πάργα άλλωστε “περιέχουν” όλα μου τα τραγούδια κι ας είναι μόνο ένα απ’ αυτά που την αναφέρει ρητά (είναι η “Άνοιξη της Πάργας”) γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα μας είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το ταξίδι μου και η Ιθάκη μου. 

 

 

 

synthima-toixos

 

 

 

Μικρές Νοθείες…

Ο Άλκης Αλκαίος κληροδότησε στους φίλους του συνθέτες και τραγουδοποιούς αρκετό ανέκδοτο υλικό, το οποίο σύμφωνα, με τον Πασχαλίδη, είναι πολύ πιθανόν να το ακούσουμε στο μέλλον μελοποιημένο. Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Άλκης Αλκαίος «ήταν ένας σπουδαίος ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό», όπως λέει ο πιο στενός φίλος και συνοδοιπόρος του, Θάνος Μικρούτσικος, λαχταρώντας πάντα μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα (τραγούδι τουΟδυσσέα Ιωάννου αφιερωμένο στον Άλκη Αλκαίο):

Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με, ό,τι, περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

 

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ’άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα

 

Βάζει σημάδια με στυλό πάνω στον τοίχο του
μετράει το ύψος του που πόντο πόντο χάνει
μα κάθε βράδυ όταν βγαίνει απ’τον ύπνο του
στέκεται όρθιος και τρυπάει το ταβάνι

 

Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια
πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες
 

ξέρει αν μπορούσε θα ‘κανε μία απ’τα ίδια

αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


1.Μπόρχες, Χ.Λ. (2006).  Η τέχνη του στίχου. Κρήτη: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
2.Πρόκειται για τη συνομιλία του Άλκη Αλκαίου με τον Θάνο Μικρούτσικο, το 1990, για  λογαριασμό της τηλεοπτικής εκπομπής «Η περιπέτεια ενός ποιήματος», σε σκηνοθεσία Αντώνη Κόκκινου, που προβαλλόταν στην ΕΡΤ.
3.Πασχαλίδης, Μ. (2013). Αγύριστο κεφάλι- Ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα. Αθήνα: Λιβάνης.
4.Πασχαλίδης, ό.π.
5.Το αφιέρωμα πραγματοποιήθηκε στο χώρο εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟΣ, στις 27 Απριλίου του 2007.
6.Απόσπασμα από το σημείωμα του Άλκη Αλκαίου που διαβάστηκε τον Ιανουάριο του 2012 στην εκδήλωση βράβευσής του στην Αθήνα από τον Σύλλογο Παργινών Αθήνας. Ολόκληρο το δοκίμιο σε δύο μέρη, δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, www.poiein.gr,  στις 23-24/05/12.
7.Οικονόμου, Η. (2012). «Το ιστορικό σύμπαν του Άλκη Αλκαίου». www.mousikaproastia.blogspot.gr, 15/12/2012
8.Οικονόμου, ό.π.
9.Οικονόμου, ό.π.
10.Γεωργιάδου μ. (2016). «Επιρροές και διακειμενικότητα στο έργο του Άλκη Αλκαίου», περ. Ουτοπία, τχ. 117.
11.Από επιστολή του Αλκαίου προς το Σύλλογο Παργινών Αθήνας.