Η Πάργα είναι παραθαλάσσια κωμόπολη που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Πρέβεζας της άλλοτε επαρχίας Μαργαριτίου. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά επί του γήλοφου Πεζόβολος σε υψόμετρο 139 μ. και έως τα παράλια του Ιόνιου Πελάγους.
Έχει πληθυσμό 2.415 κατοίκους.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Αρχαίοι και ρωμαϊκοί χρόνοι

 

Στη βραχώδη και απόκρημνη χερσόνησο, όπου είναι χτισμένη η σημερινή Πάργα, τοποθετείται η ελληνιστική πολίχνη Τορύνη (του Πτολεμαίου και του Πλουτάρχου), η οποία φαίνεται ότι επέζησε ως τα υστερορωμαϊκά χρόνια εξαρτώμενη διοικητικά από τη ρωμαϊκή αποικία της Φωτικής. Η Τορύνη κατείχε μια πολύ επίκαιρη θέση τόσο από γεωσυγκοινωνιακή όσο κι από γεωοικονομική άποψη.

Συγκεκριμένα έλεγχε τον χερσαίο ρωμαϊκό δρόμο, που οδηγούσε από τις θεσπρωτικές ακτές στην ενδοχώρα (στην πεδιάδα Μαργαριτίου). Έπειτα είχε τον έλεγχο των δυο όρμων, του Βάλτου και του Κρυονερίου, απ’ όπου περνούσαν υποχρεωτικά τα πλοία που ακολουθούσαν τον διεθνή θαλάσσιο δρόμο Απολλωνίας-Βουθρωτού-Νικόπολης.

Τέλος, η Τορύνη βρισκόταν σε μια περιοχή που θα ήταν, όπως και σήμερα, κατάφυτη από ελαιόδεντρα, ενώ η θάλασσα θα πρόσφερε στους κατοίκους της πλούσια αλιεύματα και δυνατότητες για ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου.

Βυζαντινοί (Μεσαιωνικοί) και νεότεροι χρόνοι

 

Αποτέλεσε κτήση των Νορμανδών, οι οποίοι έκτισαν το πρώτο φρούριο το 14ο αι. και κατόπιν των Bενετών, των Γάλλων, των Άγγλων και των Τούρκων. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας είχε σημαντικά προνόμια, γνώρισε οικονομική ακμή και αποτέλεσε γέφυρα ανάμεσα στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και τη Βενετία.

Όπως αποδεικνύεται ιστορικά η Πάργα υπήρχε ως οικισμός από τους βυζαντινούς χρόνους. Η πρώτη μνεία της Πάργας με αυτή την ονομασία γίνεται το 1387 από τον Ιωάννη Καντακουζηνό που όπως αναφέρει ήταν ήδη μια από τις κυριότερες πόλεις της Ηπείρου.

Αναφέρεται βέβαια στην Νέα Πάργα που δημιουργήθηκε ύστερα από την καταφυγή εκεί των κατοίκων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις επιδρομές των Αλβανικών φυλών της Πωγωνιανής.

Ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε με την συρροή των κατοίκων της περιοχής της Βαγεντίας (απέναντι από την Κέρκυρα), γύρω στο 1370. Την ίδια εποχή, οι κάτοικοί της ήρθαν σε συμφωνία με τους Νορμανδούς και έχτισαν με την βοήθειά τους το πρώτο φρούριο της πόλης, το 1401.

Η περιοχή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους δεχόταν πολλές επιθέσεις και επιδρομές πειρατών και ληστών. Η κατάσταση σταθεροποιείται από τα τέλη του 16ου αιώνα. ως τα τέλη του 18ου αιώνα.

Το 1401 η πόλη βρίσκεται υπό βενετική κτίση μετά από συνθήκη των δύο πόλεων, όπου και θα παραμείνει μέχρι το 1797. Κατά τη διάρκεια της βενετικής διοίκησης η Πάργα οχυρώνεται καθώς χτίζεται το κάστρο της, γίνεται εμπορικό κέντρο (στο Βάλτο σώζεται ακόμα η Ντογάνα, δηλαδή το Τελωνείο της εποχής), αποκτά προνόμια και αυτοδιοίκηση και αναπτύσσεται οικονομικά. Παράλληλα, οι Βενετοί διατάζουν τη φύτευση του ελαιώνα, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος των Παργινών να ασχολούνται με την παραγωγή ελιάς και λαδιού.

Στην Πάργα, όπως και στην Πρέβεζα λειτούργησαν λιοτριβιά (ελαιοτριβεία) και σαπωνοποιεία.
Την ίδια αυτή περίοδο αναπτύσσεται σημαντική εκπαιδευτική κίνηση με πρωτεργάτες ονομαστούς δασκάλους, όπως τον Ιερομόναχο Φιλόθεο, τον Αναστάσιο Μοσπινιώτη, τον Ανδρέα Ιδρωμένο και Χριστόφορο Περραϊκό, τον Αγάπιο Λεονάρδο, κ.ά. Κατά την Τουρκοκρατία, αρκετοί Σουλιώτες περνούν μέσω Πάργας προς τα Επτάνησα.

Tο 1797 πέρασε από ενετική σε γαλλική κυριαρχία και το 1814 σε αγγλική. Οι Άγγλοι την πούλησαν στον Aλή Πασά με συνθήκη στις αρχές του 19ου αιώνα και χάνει τα προνόμια των προηγούμενων αιώνων.

Οι Παργινοί αντιδρούν στη συνθήκη, καθώς χάνουν σημαντικό μέρος των περιουσιών τους και για να μην υποδουλωθούν κατέφυγαν στην Κέρκυρα (1819). Η συλλογική μνήμη έχει διασώσει το θρήνο τους και τη φυγή τους προς την Κέρκυρα ως ένα σημαντικό και τραγικό γεγονός στην ιστορία της πόλης.

Η Πάργα στην επανάσταση του 1821

 

Από το λιμάνι της Πάργας εφοδιάζονταν οι Σουλιώτες με τρόφιμα και πυρομαχικά για τον αγώνα τους ενάντια στον τύραννο, στο κάστρο της Πάργας κατέφευγαν όταν αναγκάζονταν προσωρινά να εγκαταλείψουν το Σούλι.

Στην Πάργα κατέφυγαν μετά την πτώση του Σουλίου και από εκεί ξεριζώθηκαν μαζί με τους Παργινούς όταν ο Άγγλος διοικητής των Επτανήσων Τόμας Μέτλαντ (Thomas Maitland) πούλησε την Πάργα στον Αλή Πασά.

Με την συνθήκη των Παρισίων 5 Νοεμβρίου 1815 και την αποκατάσταση της ειρήνης στην Ευρώπη, τα Επτάνησα αποτέλεσαν το αυτόνομο Ιονικό κράτος κάτω από την αποκλειστική προστασία της Μεγάλης Βρετανίας και μετονομάστηκαν σε Ηνωμένον Κράτος των Ιονίων Νήσων.

Οι Παργινοί οι οποίοι διατηρούσαν στενή σχέση με τα Επτάνησα πλέον βρίσκονταν και αυτοί υπό την κυριαρχία των Άγγλων.

Oι Άγγλοι όμως και ο Τόμας Μέτλαντ ο οποίος είχε έρθει ως κυβερνήτης της Μεγάλης Βρετανίας στην περιοχή μετά την απελευθέρωση της Κέρκυρας το 1814 θέλοντας να ενισχύσει τον Αλή Πασά και με τον τρόπο αυτό να μειώσει την επιρροή των Ρώσων στην περιοχή αποφασίζει να “πουλήσει” την Πάργα στον Αλή Πασά ο οποίος για χρόνια την πολιορκούσε και δεν μπορούσε να την κατακτήσει.

Τελικά όσα δεν κατάφερε ο Τουρκαλβανός άρχοντας δια τις βίας επί σειρά ετών, είχε φτάσει μάλιστα στο σημείο να κατασκευάσει το κάστρο της Ανθούσας σε ύψωμα πάνω από την Πάργα για να πολιορκεί συνεχόμενα και να ελέγχει την πόλη, το κατάφερε με ένα πλούσιο αντάλλαγμα προς τους Άγγλους που συντελέστηκε στις 28 Απριλίου του 1819.

Τότε περίπου 4.000 Παργινοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταστούν πρόσφυγες στα Επτάνησα, αφού προηγουμένως στις 15 Απριλίου, ημέρα Μεγάλη Παρασκευή, ανάσκαψαν τους πατρώους τάφους και συναθροίζοντας τα οστά των προγόνων τους τα έκαψαν στη πλατεία της αγοράς για να μη βεβηλωθούν από τους Αλβανούς που εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια στη περιοχή, λαμβάνοντας την τέφρα μαζί τους!

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιβιβάστηκαν σε πλοία και πέρασαν στη Κέρκυρα. Επίσης μαζί τους πήραν σε σάκους χώμα της πατρώας γης, ενώ για άλλα σκεύη εκκλησιών και οικογενειακά εμποδίστηκαν από τους Άγγλους . Το ποσόν της εξαγοράς της Πάργας ήταν 150.000 λίρες που συγκέντρωσε ο Αλή Πασάς με εράνους που διενήργησε στο πασαλίκι του.

Η διαγωγή αυτή των Άγγλων προς τους Παργινούς φέρεται να προκάλεσε τότε την παγκόσμια κατακραυγή. Σχετικό τυγχάνει και το δημοτικό τραγούδι “Της Πάργας” όπου και περιγράφεται ο τραγικός εκείνος ξεριζωμός των Παργινών.
Σπουδαίος επίσης είναι σχετικός πίνακας του Διον. Τσόκου η “Φυγή της Πάργας”.

Ο ιταλός ποιητής Giovanni Berchet περιέγραψε το δράμα των κατοίκων στο έργο του “I Profughi di Parga” (1820) απο το οποίο εμπνεύστηκε ο Francesco Hayez τον ομότιτλο πίνακα (1830).

Έτσι η Πάργα ήταν η τελευταία πόλη του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου που πέρασε σε τουρκική κατοχή. Παρά ταύτα και αυτός ακόμη ο ολικός ξεριζωμός δεν πτόησε Παργινούς και Σουλιώτες που συνέχισαν αμείωτα να προσφέρουν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους στην ελληνική επανάσταση με κάποιους από αυτούς όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλας να αναδειχθούν σε πανελλήνιους ήρωες.

Το 1913 η Πάργα εντάσσεται στο Ελληνικό κράτος. Πολλοί Παργινοί επιστρέφουν στον τόπο τους μετά την απελευθέρωση, στις 23 Φεβρουαρίου του 1913.

Ορμητήριο αγωνιστών και πνευματικών δασκάλων, η Πάργα θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη βεντέτα του Αλή πασά με τους Σουλιώτες, ενώ θ’ αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον Ανδρέα Κάλβο και τον Ιταλό ποιητή Μπερτσέτε.

Η αποκοπή της Πάργας από τη Θεσπρωτία

 

Μόλις λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωσή της το 1913, θ’ αποκοπεί διοικητικά από τον νομό Θεσπρωτίας για να υπαχθεί στον νομό Πρέβεζας.

Η πρωτοβουλία πάρθηκε από τον τότε βουλευτή και υπουργό Στρατιωτικών, Θεόδωρο Χαβίνη σε δύο «δόσεις». Μία το 1928 και μία το 1946 επί κυβερνήσεως Σοφούλη.

Μαζί της μετακόμισαν και οι γειτονικοί οικισμοί: Αγιάς, Ανθούσας, Αμμουδιάς, Θέμελου, Καστρίου, Κορώνης, Μεσοποτάμου, Σταυροχωρίου και Τουρκοπάλουκου (=σημερινή Κυψέλη).Ομως, μαζί με τα όμορα χωριά παραμένει ξεκομμένη γεωγραφικά από την υπόλοιπη περιοχή του νομού Πρέβεζας.

Τρεις βασικούς λόγους επικαλούνται οι Παργινοί, για την επανένωσή τους με τον νομό Θεσπρωτίας:
1. Ιστορικούς-πολιτισμικούς και γεωγραφικούς δεσμούς.
2. Πολιτικούς, οικονομικούς και πρακτικούς λόγους λόγω του τουρισμού, ώστε η Πάργα να μη χάσει την αυτονομία της και να παραμείνει δήμος.
3. Ηθικούς, ώστε ν’ αποκατασταθεί μια διαχρονική αδικία, αφού ουδέποτε οι πρόγονοί τους ρωτήθηκαν για την υπαγωγή της Πάργας στον νομό Πρέβεζας.

Γερμανική Κατοχή

 

Τις 12η Αυγούστου του 1943 η γειτονική Αμμουδιά πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν το χωριό και να μεταβούν στην Πάργα.

Το κάστρο

 

Πριν κατασκευαστεί το ισχυρό κάστρο της Πάργας που σώζεται μέχρι και σήμερα, οι κάτοικοι της Πάργας προσπαθούσαν να διατηρούσαν οχυρωμένη την πόλη, που ήταν εκτεθειμένη προς τη θάλασσα, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τους επιδρομείς.

Στην προσπάθεια τους αυτή είχαν φτιάξει τις πρώτες οχυρωματικές κατασκευές και με τη βοήθεια των Νορμανδών. Το 1452 καταλαμβάνει την οχυρωμένη θέση ο Χατζή Μπέης αλλά το το 1454 το ανακαταλαμβάνουν οι κάτοικοι της. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1537 κατεδάφισε το υπάρχον φρούριο και πόλη.

Το κάστρο κατασκευάζεται εκ νέου με την βοήθεια των Ενετών, αλλά πριν ολοκληρωθεί κατεδαφίζεται ξανά από τους Τούρκους.

Οι Ενετοί το 1792 χτίζουν για τρίτη και τελευταία φορά ένα τέλειο δυνατό φρούριο, που μένει απόρθητο μέχρι το 1819, παρά τις επιθέσεις κυρίως του Αλή Πασά των Ιωαννίνων που ψηλά από το κάστρο της Αγιάς – Ανθούσας τους πολιορκεί.

Οι Ενετοί δημιούργησαν αρτιότητα σχεδίου άμυνας που μαζί με την φυσική οχύρωση το καθιστούσαν φρούριο ανίκητο. Έξω από το κάστρο οκτώ πύργοι σε διάφορες θέσεις, συμπλήρωναν την άμυνα.

Μέσα στο στενό χώρο της ακρόπολης ήταν στοιβαγμένα 400 σπίτια, με τρόπο που να καταλαμβάνουν μικρό χώρο, απυρόβλητα από τη θάλασσα.

Από τη βρύση «Κρέμασμα» εφοδιάζονταν με νερό οι δεξαμενές του κάστρου και τα σπίτια. Το κάστρο για τον εφοδιασμό του, χρησιμοποιούσε τους δύο όρμους: του Βάλτου και της Πωγωνιάς.

Το κάστρο της Πάργας ήταν απόρθητο σε όλη τη διάρκεια της διοίκησης του Αλή Πασά και πρόσφερε μεγάλη ανακούφιση στους Σουλιώτες που τον αντιμάχονταν. Στο κάστρο αυτό, ελεύθεροι πολιορκημένοι Παργινοί και Σουλιώτες έδωσαν ηρωικές μάχες και κράτησαν την ελευθερία τους επί αιώνες.

Στο κάστρο της Πάργας θα μπορεί κανείς να φτάσει μέσα από στενά δρομάκια και σκαλοπάτια από το λιμάνι της Πάργας και υπάρχει και πλακοστρωμένος δρόμος που οδηγεί στην παραλία του Βάλτου.

Όταν η Πάργα πουλήθηκε στους Τούρκους το 1819, ο Αλής το ενίσχυσε ακόμη περισσότερο και εγκατέστησε στην κορυφή του το χαρέμι του και τα χαμάμ, αναμορφώνοντας ριζικά τους χώρους του κάστρου.

Στην τοξωτή πύλη της εισόδου διακρίνονται στο τείχος ο φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, το όνομα «ΑΝΤΟΝΙΟ CERVASS 1764», εμβλήματα του Αλή πασά, δικέφαλοι αετοί και σχετικές επιγραφές.

Θολωτοί διάδρομοι, αίθουσες πυροβολείων, στοές εφοδίων, ισχυροί προμαχώνες με θυρίδες πυροβόλων, θυρίδες ελαφρών όπλων, λέγεται οτι υπάρχει ακομα και κρυφή δίοδος προς τη θάλασσα, στρατώνες, φυλακές, αποθήκες και δύο οχυρά στην τελευταία γραμμή αμύνης : δείχνουν αρτιότητα σχεδίου αμύνης που μαζί με την φυσική οχύρωση το καθιστούσαν φρούριο ανίκητο.

Σήμερα το κάστρο φωτίζεται και έχει τη δυνατότητα το κοινό να το επισκέπτεται. Στον κεντρικό χώρο έχουν ανακατασκευαστεί δύο κεντρικά κτήρια που φιλοξενούν θεατρικές παραστάσεις εκθέσεις καθώς και πλήθος κόσμου. Στο Κάστρο λειτουργεί αναψυκτήριο-καφετέρια, εκθεσιακός χώρος όπου στεγαζεται έκθεση φωτογραφίας. Το κάστρο είναι επισκέψιμο από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ.

Η παραθαλάσσια κωμόπολη της Πάργας, χτισμένη αμφιθεατρικά σε μια μικρή, καταπράσινη χερσόνησο που φτάνει μέχρι τα παράλια του Ιονίου και με απίθανη θέα στα γαλαζοπράσινα νερά του πελάγους με φόντο τους Παξούς και Αντίπαξους, αποτελεί έναν από τους ωραιότερους καλοκαιρινούς (και όχι μόνο!) προορισμούς στη χώρα μας.
Η Πάργα χαρακτηρίζεται από μια νησιώτικη γοητεία, χάρη στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της, που «σκαρφαλώνουν» μέχρι την κορυφή του λόφου, προσδίδοντας έναν ιδιαίτερο αέρα στην πόλη.

Η Πάργα αποτελεί ένα πολύ δημοφιλές τουριστικό θέρετρο στην ευρύτερη περιοχή και όχι άδικα.
Απέναντι από την πόλη βρίσκεται το γραφικό νησάκι της Παναγιάς, στο οποίο είναι χτισμένη μια εκκλησία, ενώ υπάρχουν και μεσαιωνικά ενετικά και γαλλικά κτίσματα.

Οι εντυπωσιακές παραλίες και οι πανέμορφοι κολπίσκοι της περιοχής αποτελούν πόλο έλξης πολλών τουριστών, με την πιο γνωστή από αυτές (Βάλτος) να βρίσκεται στα δυτικά της Πάργας.

Στον κόλπο του Λύχνου υπάρχουν οι περίφημες θαλάσσιες Σπηλιές. Επιβάλλεται να κάνετε μια βαρκάδα και να θαυμάσετε ένα μαγευτικό φυσικό τοπίο… απολαμβάνοντας το μπάνιο σας και μια ανεπανάληπτη εμπειρία.

Η μεγαλύτερη σπηλιά, το Σπήλαιο της Αφροδίτης, είναι επισκέψιμη μόνο με σκάφος.

ΠΗΓΗ. 1. newsbeast.gr
2. el.wikipedia