lesvosprosyges

 

 

 

 

 

Το ταξίδι των προσφύγων από την πατρίδα τους μέσω τρίτων χωρών και προς τα κράτη της Ευρώπης κοστίζει χιλιάδες ευρώ κατ’ άτομο και παρουσιάζει πολλούς κινδύνους, ειδικά στην θαλάσσια διέλευση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας,

καθώς και ταλαιπωρία, στα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αναρωτιούνται καλόπιστα πολλοί άνθρωποι γιατί οι πρόσφυγες δεν ταξιδεύουν προς τις χώρες της Ευρώπης με άλλα ασφαλή και νόμιμα μέσα, με αεροπλάνο ή με νόμιμες ακτοπλοϊκές γραμμές, αφού όταν φτάνουν στον τελικό προορισμό τους τελικά τους αναγνωρίζουν ως πρόσφυγες.

Της Ιωάννας Χ. Ζαρκαδούλα, Δικηγόρου Αθηνών

  Άλλωστε, τα νόμιμα μέσα είναι επιπλέον πολύ φθηνότερα· κοστίζουν σχεδόν το 1/5 ή και λιγότερο σε σχέση με το κόστος για το σημερινό παράνομο δρομολόγιο τους. Είναι ευνόητο ότι πρόσφυγες δεν καταλήγουν σε αυτό το δρομολόγιο από επιλογή, αλλά ότι κάποια εμπόδια δεν τους επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουν άλλα μέσα. Σ’ αυτό και στα επόμενα άρθρα, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό και άλλα ανάλογα ερωτήματα αποκλειστικά για την περίπτωση των αιτούντων ασύλου με συριακή υπηκοότητα[i].

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ένας σύριος πρόσφυγας, ο οποίος επιδιώκει να ταξιδέψει στην Γερμανία λόγου χάριν, θα έπρεπε και θα μπορούσε να πάει με το διαβατήριό τους στις προξενικές αρχές της Γερμανίας στην Συρία, την Τουρκία ή την Ιορδανία λ.χ., να ζητήσει και να πάρει visa, να αγοράσει ένα αεροπορικό ή ακτοπλοϊκό εισιτήριο, να ταξιδέψει γρήγορα και με ασφάλεια προς την Γερμανία και στο λιμάνι ή στο αεροδρόμιο άφιξης να εισέλθει νόμιμα και να ζητήσει κατόπιν άσυλο.

Μπορεί να ταξιδέψει με αυτό τον τρόπο ένας σύριος πρόσφυγας;

           Το πρώτο πρόβλημα σε μια τέτοια διαδικασία είναι ότι οι σύριοι πρόσφυγες φεύγουν από μια χώρα που ρημάζεται από τον πόλεμο, στην οποία είναι πιθανό να μην μπορούν να εκδώσουν διαβατήριο ή να έχασαν το διαβατήριο τους στην φυγή προς τις γειτονικές τους χώρες. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις περίπου το 1/5 των σύριων έχει αυτή τη στιγμή διαβατήριο. Αφήνουμε αυτό το πρόβλημα στην άκρη · ας υποθέτουμε ότι είναι όλοι εφοδιασμένοι με διαβατήρια σε ισχύ.

            Το 2016 οι σύριοι πολίτες (δηλαδή επί του πρακτέου οι κάτοχοι διαβατηρίου εκδοθέντος από την Αραβική Δημοκρατία της Συρίας) είναι υποχρεωμένοι να λάβουν εκ των προτέρων visa για την πλειοψηφία των κρατών παγκοσμίως(περιλαμβανομένων των κρατών μερών της Συμφωνίας Σενγκεν), με ελάχιστες εξαιρέσεις για τις οποίες είτε μπορούν να λάβουν visa στην πύλη εισόδου είτε δεν απαιτείται visa – οι σημαντικότερες πρακτικά περιπτώσεις για τις οποίες δεν απαιτείται visa είναι το Ιράν και η Τουρκία για είσοδο από ξηράς και απευθείας από τη Συρία (ενώ από Ιανουάριο 2016 απαιτείται η έκδοση visa για είσοδο συρίων στην Τουρκία από αέρος ή από θαλάσσης μέσω τρίτων κρατών, αλλά και μέσω ξηράς από το Ιράν). Άλλωστε, η visa είναι ένα από παραδοσιακά μέσα που μετέρχονται τα κράτη για τον έλεγχο και τον περιορισμό της μετανάστευσης πριν αυτή φτάσει στα σύνορά τους. Ειδικά για τις κατηγορίες προσώπων που είναι πιθανό να ζητήσουν άσυλο, απαιτείται Visa ακόμα και για να πραγματοποιήσουν απλό transit σε διεθνή αερολιμένα της Ε.Ε. (airport transit visa).

            Πολλές πρεσβείες ξένων χωρών στην Συρία δεν λειτουργούν πλέον ή δεν χορηγούν πλέον visa. Οι σύριοι πρόσφυγες πρέπει να απευθυνθούν στις αντίστοιχες πρεσβείες γειτονικών χωρών, κατά κύριο λόγο της Τουρκίας. Για την είσοδο στον χώρο Σένγκεν προβλέπονται ορισμένες κατηγορίες visa, με τις αντίστοιχες αυστηρές προϋποθέσεις χορήγησής τους, ενώ παράλληλα προβλέπονται κατηγορίες εθνικής visa που δίνει το δικαίωμα διαμονής σε μια μόνο χώρα. 

Δεν υπάρχει για τον χώρο Σένγκεν ειδική κατηγορία Visa για τους πρόσφυγες.

            Θα μπορούσαν ίσως οι πρόσφυγες να προσπαθήσουν να «ξεγελάσουν» το σύστημα έκδοσης visa και να πάρουν μια οποιαδήποτε visa για να πραγματοποιήσουν το ταξίδι τους; Η έκδοση visa για μια από τις προβλεπόμενες κατηγορίες κοστίζει αρκετά, είναι πολύ χρονοβόρα και υπάγεται σε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Η Ε.Ε. έχει εκδώσει ειδική συμβουλευτική οδηγία προς τις πρεσβείες των κρατών μελών για τις προϋποθέσεις έκδοσης visa (CCI) με την οποία υπογραμμίζει στους διπλωμάτες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην χορήγηση visa για κατηγορίες «υψηλού κινδύνου» στις οποίες περιλαμβάνονται «άνεργοι χωρίς σταθερό εισόδημα κ.λπ.». Γι’ αυτές τις κατηγορίες οι αρμόδιοι υπάλληλοι ζητούν πολλά συμπληρωματικά έγγραφα, τα οποία οι αιτούντες άσυλο αδυνατούν να συγκεντρώσουν. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες συρίων (οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγες) οι αιτήσεις τους για έκδοση κάποιας από τις προβλεπόμενες visaαπορρίφθηκαν.

            Η μόνη λύση που φαίνεται να υπάρχει, αν και είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και με προϋποθέσεις, είναι η υποβολή αιτήματος από σύριους πρόσφυγες που βρίσκονται στην Τουρκία για visa οικογενειακής επανένωσης με μέλη της οικογένειάς τους που έχουν ήδη εγκατασταθεί στην Γερμανία. Παρά τις αυστηρές προϋποθέσεις για την χορήγηση τέτοιας visas φαίνεται ότι ήδη πολλές οικογένειες προσπαθούν να λάβουν μια τέτοια άδεια.

            Από την άλλη, η Αυστραλία, για παράδειγμα, αλλά και μια σειρά άλλες χώρες, αποφάσισε τον Σεπτέμβριο 2015 να δεχθεί μόλις 12.000 σύριους πρόσφυγες, έναν ελάχιστο αριθμό σε σχέση με τα 4 εκατομμύρια που κατέφυγαν στις γειτονικές προς τη Συρία χώρες και τα 8 εκατομμύρια που έχουν μετακινηθεί εντός της Συρίας. Σε συνεργασία με τα Ηνωμένα Έθνη δημιούργησε ομάδες στις γειτονικές προς τη Συρία χώρες, επιλέγει τα πρόσωπα τα οποία θα δεχθεί (τα κριτήρια επιλογής παραμένουν ρευστά και ανέλεγκτα), στα οποία χορηγεί ειδική προσφυγική visa και οργανώνει με κρατικά μέσα το ταξίδι τους.

Ένα βήμα πίσω: υποχρεούνται οι πρόσφυγες να έχουν Visa?

            Σύμφωνα με την Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων (Γενεύη 1951) πρόσφυγας είναι κάθε πρόσωπο το οποίο συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων βρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται, ή λόγω αυτού του φόβου, δεν επιθυμεί να απολαύη την προστασία της χώρας αυτής, ή εάν δεν έχει κάποια υπηκοότητα και βρίσκεται εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, δεν δύναται, ή λόγω αυτού του φόβου, δεν θέλει να επιστρέψει σε αυτή. Την εν λόγω σύμβαση έχουν υπογράψει και δεσμεύονται από αυτή όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε..

            Στην ίδια σύμβαση προβλέπεται ότι οι συμβαλλόμενες χώρες δεν θα επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε πρόσφυγες λόγω παράνομης εισόδου σε αυτές εν αυτοί προέρχονται απ’ ευθείας από την χώρα στην οποία η ζωή ή η ελευθερία τους απειλούταν και εισέρχονται ή βρίσκονται στο έδαφός τους χωρίς άδεια υπό την προϋπόθεση ότι θα εμφανισθούν αμέσως στις αρχές της χώρας και θα δώσουν εξηγήσεις για την παράνομη είσοδο. Ακόμη, προβλέπεται ότι οι συμβαλλόμενες χώρες δεν επιτρέπεται να απελαύνουν τους πρόσφυγες, παρά μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, και δεν επιτρέπεται να επαναπροωθούν πρόσφυγες σε μη ασφαλή εδάφη (ας κρατήσουμε μια σημείωση γι’ αυτή την απαγόρευση διότι άπτεται της ουσίας των τελευταίων διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, την οποία η Ε.Ε. θα αναγνωρίσει ως ασφαλή χώρα προκειμένου να επαναπροωθεί σ’ αυτή τους πρόσφυγες).

            Οι πιο πάνω κανόνες κατατείνουν στην παραδοχή ότι δεν είναι πάντα αναγκαίο ο αιτών άσυλο να διαθέτει visa ή ακόμη και άδεια εισόδου σε ορισμένο κράτος προκειμένου να εισέλθει και να αιτηθεί και να λάβει άσυλο. Σ’ αυτό, άλλωστε, συνηγορούν και οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες καθίσταται ορισμένο πρόσωπο πρόσφυγας, δηλαδή η άμεση απειλή για την ζωή και την ελευθερία του στην χώρα του, από την οποία δραπετεύει.

            Ωστόσο, οι απαιτήσεις για έκδοση visa από τους πρόσφυγες για την νόμιμη είσοδο στην Σένγκεν όχι μόνο παραμένουν, αλλά γίνονται όλο και αυστηρότερες. Φυσικά τα κράτη μέλη μπορούν να μην απαιτούν visa για τους πρόσφυγες· ωστόσο, δεν ενθαρρύνονται από την Ε.Ε. για μια τέτοια στάση.

Που, όμως, θα ελεγχθεί αν ο αιτών άσυλο διαθέτει visa και ταξιδιωτικά έγγραφα;

            Ο έλεγχος για την είσοδο σε ένα κράτος, δηλαδή ο έλεγχος του διαβατηρίου και της visa, πραγματοποιείται στις πύλες εισόδου του συγκεκριμένου κράτους. Αυτές οι πύλες εισόδου είναι είτε μεθοριακοί σταθμοί στην ξηρά, είτε αντίστοιχοι σταθμοί σε αεροδρόμια και λιμάνια. Άλλωστε, ειδικά για τους αιτούντες άσυλο προβλέπεται στην Σύμβαση του Δουβλίνο ΙΙ (κανονισμός ΕΕ 343/2003, αρ. 12) ότι όταν η αίτηση ασύλου γίνεται στο χώρο διεθνούς διέλευσης αεροδρομίου κράτους μέλους από υπήκοο τρίτης χώρας, αυτό το κράτος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης.

            Επομένως, θεωρητικά, θα έπρεπε οποιοσδήποτε (και με αυτή την έννοια και ένας σύριος) να μπορεί ακόμα και χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα (λ.χ. διαβατήριο) και χωρίς visa (ακόμα και αν δεχθούμε ότι απαιτείται) να αγοράσει ένα αεροπορικό εισιτήριο από την Τουρκία, να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο για την Γερμανία, για παράδειγμα, και μόλις προσγειωθεί στον αντίστοιχο διεθνή αερολιμένα στην Γερμανία να αιτηθεί άσυλο. Αυτό όπως είναι γνωστό δεν συμβαίνει, δηλαδή εφόσον απαιτείται η έκδοση visa για την είσοδο σε ορισμένο κράτος είναι εντελώς απίθανο η αεροπορική εταιρεία να επιτρέψει σε επιβάτη να επιβιβαστεί χωρίς αυτή τη visa.

Τότε, γιατί οι πρόσφυγες δεν ταξιδεύουν με το αεροπλάνο;

            Τα κράτη (και ιδίως όσα συμμετέχουν στην Συνθήκη Σένγκεν) γνωρίζουν ότι ο έλεγχος για την είσοδο στην επικράτειά τους δεν γίνεται στο σημείο αναχώρησης, αλλά στο σημείο άφιξης, στην πύλη εισόδου, δηλαδή για παράδειγμα στον διεθνή αερολιμένα τους στον οποίο θα προσγειωθεί το αεροπλάνο. Προκειμένου να εμποδίσουν επομένως τους αλλοδαπούς να φτάσουν ως την πύλη εισόδου, εισήγαγαν από τα μέσα της δεκαετίας 1980 κυρώσεις για τους μεταφορείς (carriageliability) που τυχόν μεταφέρουν ως την πύλη εισόδου κάθε κράτους αλλοδαπούς οι οποίοι δεν θα γίνουν τελικά δεκτοί από το εν λόγω κράτος. Δημιούργησαν δηλαδή -μέσω των κυρώσεων κατά των μεταφορέων, οι οποίοι φοβούμενοι τα βαριά πρόστιμα αρνούνται να επιβιβάσουν άτομα που δεν φέρουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα- ένα προγενέστερο εμπόδιο στο σημείο αναχώρησης, ώστε να περιορίσουν την ροή προς το σημείο άφιξης.

            Το 2001, έτος-σταθμό για την σημερινή παγκόσμια κατάσταση, η ΕΕ και συγκεκριμένα το Συμβούλιο της Ε.Ε. εξέδωσε την Οδηγία ΕΕ 51/2001 για την συμπλήρωση των διατάξεων της Συνθήκης του Σένγκεν «προκειμένου να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η λαθρομετανάστευση». Με την οδηγία αυτή ορίστηκαν και διευρύνθηκαν οι υποχρεώσεις των μεταφορέων που μεταφέρουν αλλοδαπούς στο έδαφος των κρατών-μελών. Σύμφωνα με αυτή την οδηγία, οι μεταφορείς (κάθε είδους, αεροπορικές, ακτοπλοϊκές κ.λπ.) οι οποίοι μεταφέρουν σε ορισμένο κράτος μέλος αλλοδαπό στον οποίο το εν λόγω κράτος μέλος απαγορεύει την είσοδο υπόκεινται στις εξής κυρώσεις: α) πρόστιμο από 3.000 έως 5.000 ανά μεταφερόμενο και μέχρι €500.000 για το συνολικό αριθμό μεταφερόμενων προσώπων ανά μεταφορά και β) υποχρέωση του μεταφορέα για επιστροφή των μεταφερόμενων στο κράτος προέλευσης και για κάλυψη των εξόδων διαβίωσης μέχρι την επιστροφή.

            Ωστόσο, στην ίδια οδηγία περιλαμβάνεται η (μάλλον διφορούμενη) πρόβλεψη ότι τα μέτρα που αφορούν στους μεταφορείς δεν θίγουν τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στις περιπτώσεις που ο υπήκοος τρίτης χώρας επιδιώκει διεθνή προστασία. Η πρόβλεψη αυτή υπήρχε ήδη στην Συνθήκη Σένγκεν. Επί του πρακτέου, ορισμένα κράτη (Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία) ακύρωναν τα πρόστιμα που επέβαλαν στους μεταφορείς εφόσον τελικά χορηγούταν άσυλο στον μεταφερόμενο. Άλλα κράτη (Δανία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο) επέβαλαν το πρόστιμο σε κάθε περίπτωση. Μετά την εισαγωγή της πιο πάνω οδηγίας, θεωρητικά το πρόστιμο που επιβάλλεται πρέπει να ακυρώνεται εφόσον ο μεταφερόμενος αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Πάλι όμως παρέχεται μεγάλη ευχέρεια στα κράτη μέλη, τα οποία ακόμη δεν έχουν ενιαία πρακτική επί του ζητήματος.

            Ακόμη, σύμφωνα με την Οδηγία 82/2004 οι μεταφορείς υποχρεούνται επιπλέον να διαβιβάζουν προς το κράτος μέλος άφιξης, στο τέλος του ελέγχου εισιτηρίων, τα πλήρη στοιχεία των επιβατών που μεταφέρουν. Η διαβίβαση αυτή δεν απαλλάσσει τους μεταφορείς από τις υποχρεώσεις και τα πρόστιμα που προαναφέρθηκαν.

            Στην πράξη, υπό την απειλή των κυρώσεων (αλλά και σε προφανή συνεννόηση με τις κυβερνήσεις των εμπλεκόμενων κρατών) και στο ρευστό καθεστώς σχετικά με τους δικαιούχους ή μη ασύλου, οι αεροπορικές εταιρείες δεν επιβιβάζουν στις πτήσεις τους άτομα με προέλευση από τρίτες χώρες, τα οποία δεν διαθέτουν πλήρη ταξιδιωτικά έγγραφα, δηλαδή διαβατήριο και visa. Αυτό, διότι, παρότι ενημερώνουν τα κράτη άφιξης για τα στοιχεία των επιβατών, τελικά αν οι επιβάτες δεν γίνουν δεκτοί στις χώρες άφιξης θα επιβληθούν στις εταιρείες τα σχετικά πρόστιμα και υποχρεώσεις. Αυτό ισχύει τόσο για τις αεροπορικές εταιρείες όσο και για τους υπόλοιπους μεταφορείς (πλοία, σιδηροδρόμους κ.λπ.).

            Ο σύριος υποψήφιος πρόσφυγας μπορεί να αγοράσει το αεροπορικό εισιτήριο, αλλά όταν φτάνει στο γκισέ του ελέγχου διαβατηρίων ο υπάλληλος της αεροπορικής δεν του επιτρέπει την επιβίβαση, αν δεν διαθέτει όλα τα σχετικά έγγραφα. Δηλαδή, ο υπάλληλος της αεροπορικής υποκαθιστά εκ των πραγμάτων το αντίστοιχο κράτος στην απόφαση αν ορισμένο άτομο δικαιούται άσυλο ή ακόμη και αν δικαιούται να αιτηθεί για χορήγηση ασύλου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αρνούνται εκ των προτέρων την δυνατότητα επιβίβασης σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν φέρει τα αναγκαία έγγραφα, απορρίπτοντας κατά τεκμήριο συλλήβδην πρόσωπα που δύνανται να προστατευθούν ως πρόσφυγες. Οι παρατηρήσεις γι’ αυτά τα αποτελέσματα σχετικά με τους αιτούντες άσυλο έχουν περιληφθεί και σε επίσημη μελέτη για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήδηαπό το 2006.

            Πρόσφατα, στην Σουηδία ιδρύθηκε ΜΚΟ με το όνομα Refugee air η οποία μίσθωσε τον Οκτώβριο 2015 (σε συνεργασία με τις αρχές της Σουηδίας και την frontex) πτήση charter για την μεταφορά προσφύγων. Σύμφωνα με τη διακήρυξή τους σκοπεύουν να μεταφέρουν με αυτό τον τρόπο 2.500 άτομα, με σκοπό να δείξουν ότι η αεροπορική μεταφορά είναι νόμιμη και εφικτή. Ωστόσο, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η χρηματοδότησή της εν λόγω ΜΚΟ δεν είναι διαφανής (διότι επικαλείται γενικά δωρεές και φιλανθρωπίες) και ότι το συνολικό εγχείρημα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία και με την κυβερνητική έγκριση για την μεταφορά περιορισμένου αριθμού προσώπων, κάτι λιγότερο από μια σταγόνα στον ωκεανό των προσφύγων.

            Το θέμα της «παροχής ασφαλούς διόδου», όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται το ζήτημα παροχής visa και ασφαλούς νόμιμου τρόπου εισόδου των προσφύγων, άπτεται του πυρήνα του δικαιώματος του πρόσφυγα για χορήγηση ασύλου. Διότι, η παρεμπόδιση των προσώπων που υπάγονται σε αυτού του είδους τη διεθνή προστασία να φτάσουν στην χώρα στην οποία μπορούν να ζήσουν με ασφάλεια, συνιστά επί της ουσίας καταστρατήγηση του δικαιώματός τους.

            Η στάση αυτή αποδεικνύει – ακόμα μια φορά – ότι η χορήγηση ασύλου και η διευκόλυνση των προσώπων που δικαιούνται την ανάλογη προστασία είναι τελικά μια πολιτική επιλογή των κρατών υποδοχής, τα οποία μετέρχονται κάθε μέσο για την ελάττωση και κυρίως τον έλεγχο των προσφυγικών ροών. Υπό αυτή την έννοια η δράση της Frontex και η δημιουργία τειχών-φρακτών στα σύνορα, δεν είναι μια παρέκκλιση, αλλά μια ακόμα έκφραση της κύριας κατεύθυνσης της ευρωενωσιακής πολιτικής.

Για το τέλος: γιατί οι πρόσφυγες δεν κάνουν αίτηση για άσυλο στις πρεσβείες των ευρωπαϊκών κρατών στην Τουρκία;

            Είναι γνωστό ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ένα άτομο που διώκεται και μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα καταφεύγει σε πρεσβεία ξένου κράτους και ζητά να του παρασχεθεί άσυλο. Υπό το ίδιο σκεπτικό θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι πρόσφυγες από τη Συρία θα μπορούσαν να υποβάλλουν το αίτημα για την παροχή ασύλου στην πρεσβεία λόγου χάριν της Γερμανίας στην Τουρκία και κατόπιν να ταξιδέψουν στην Γερμανία νόμιμα. Τα κράτη υποδοχής, όμως, δεν δίνουν την δυνατότητα στους πρόσφυγες να υποβάλλουν αίτημα για άσυλο στις πρεσβείες τους. Πρέπει ο αιτών άσυλο να φτάσει πρώτα στο έδαφος του κράτους προορισμού και κατόπιν εκεί να υποβάλλει αίτημα για χορήγηση ασύλου.

            Το 2003 τα κράτη μέλη της Ε.Ε. συζήτησαν για την ανάγκη θεσμοθέτησης μιας «διαδικασίας προστατευόμενης εισόδου» (PEP), με την οποία οι αιτούντες άσυλο θα μπορούσαν να απευθυνθούν στις αντίστοιχες πρεσβείες, να λάβουν visa ασύλου κ.λπ. ακολουθώντας μια οργανωμένη διαδικασία μέχρι την άφιξή τους στις χώρες υποδοχής. Αντ’ αυτού τελικά αύξησαν τα μέτρα ασφαλείας σε πολλές πρεσβείες τους προκειμένου να εμποδίσουν τους αιτούντες άσυλο από την υποβολή τέτοιου αιτήματος! Από την άλλη, εκφράζεται ο φόβος ότι στην περίπτωση θεσμοθέτησης τέτοιας διαδικασίας, τα κράτη μέλη θα την χρησιμοποιήσουν για τον μεγαλύτερο ακόμα έλεγχο των προσφυγικών ροών, απαιτώντας την μετακίνηση των προσφύγων αποκλειστικά μέσα από μια τέτοια φειδωλή διαδικασία.

            Τον Μάιο 2015 η Ε.Ε. εξέδωσε την Ευρωπαϊκή Ατζέντα για την Μετανάστευση. Σε αυτή προβλέπεται πρόγραμμα μετεγκατάστασης από τρίτες χώρες προς χώρες της Ε.Ε. 20.000 αιτούντων ασύλου ανά έτος και μέχρι το 2020. Στις περιπτώσεις αυτές θα χορηγούνται στους επιλεχθέντες αιτούνται ασύλου τα αναγκαία έγγραφα και θεωρήσεις για να πραγματοποιήσουν με ασφάλεια το ταξίδι τους. Βέβαια πολλές χώρες της Ε.Ε. δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν πρόσφυγες, επικαλούμενες μεταξύ άλλων και την Συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ, ενώ και τα κριτήρια επιλογής και διαλογής των προσφύγων για την υπαγωγή σ’ αυτό το πρόγραμμα παραμένουν ασαφή.

            Λαμβάνοντας υπόψη τις αφίξεις στα ελληνικά νησιά, οι οποίες μπορεί να φτάνουν μέχρι τις 5.000 ημερησίως, το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ε.Ε. είναι κάτι λιγότερο από συμβολικό. Είναι ταυτόχρονα όμως και μια τρανή απόδειξη της πολιτικής της Ε.Ε. σχετικά με τους πρόσφυγες· τα πνιγμένα παιδιά στο Αιγαίο δεν είναι αποτέλεσμα μιας αναπόφευκτης καταστροφής, είναι αποτέλεσμα της πολιτικής επιλογής της Ε.Ε. για ανάσχεση και έλεγχο των προσφυγικών ροών. Αντίστοιχα, τα κέρδη που θα είχαν οι αεροπορικές εταιρείες από την μεταφορά προσφύγων όχι μόνο ισοφαρίζονται αλλά υπερκεράζονται από τα κέρδη των εκπληκτικά αναβαθμισμένων και οργανωμένων κυκλωμάτων μεταφορών δια θαλάσσης στα ελληνικά νησιά. Στο μεταξύ, ενώ εξελίσσονται συζητήσεις για επαναπροώθηση των προσφύγων στην Τουρκία και έλεγχο των ροών σε συνεργασία μ’ αυτή, η Ελλάδα γίνεται χώρος διαλογής προσφύγων, στην οποία στοιβάζονται άνθρωποι με όρους εξαθλίωσης, περιμένοντας στην ατέλειωτη σειρά των εκατομμυρίων φτωχών να επιλεγούν για να δουλέψουν, φθηνά και πειθαρχημένα, στις μηχανές παραγωγής της βόρειας Ευρώπης.

[i] Πρέπει να σημειωθεί η διάκριση ανάμεσα στο καθεστώς του αιτούντα άσυλο, δηλαδή ενός προσώπου που υποστηρίζει ότι είναι πρόσφυγας και ζητά να υπαχθεί στο καθεστώς προστασίας του πρόσφυγα, και στο καθεστώς του πρόσφυγα, δηλαδή ενός προσώπου στον οποίο έχει αναγνωριστεί από ορισμένη κρατική αρχή ότι είναι πράγματι πρόσφυγας. Τα κράτη που έχουν υπογράψει την Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων (1951) είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τους ορισμούς και τους κανόνες της συγκεκριμένης σύμβασης για την αναγνώριση και την προστασία των προσφύγων. Προβλέπεται επίσης στην εν λόγω σύμβαση ο συντονιστικός ρόλος του Ύπατου Αρμοστού των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

Κάθε περίπτωση αιτούντος ασύλου κρίνεται εν γένει ατομικά: εξετάζεται δηλαδή αν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις (prima facie) που είτε ατομικά είναι εντελώς προφανές ότι συντρέχει αυτή η περίπτωση είτε και ότι μια ομάδα ανθρώπων υπάγεται για προφανείς λόγους στο καθεστώς του πρόσφυγα. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται ότι ένα άτομο που ανήκει στην συγκεκριμένη ομάδα (εκτός αντίθετης απόδειξης) πληροί τις προϋποθέσεις για την χορήγηση ασύλου. Αναλυτικότερα: http://www.unhcr.org/558a62299.html.

Οι σύριοι αιτούντες άσυλο εμπίπτουν νομικά στο καθεστώς prima facie, αλλά μέχρι σήμερα η αναγνώριση αυτή είναι ανεπίσημη παρότι μπορεί και θα έπρεπε να αναγνωριστεί το καθεστώς τους επίσημα και θεσμικά από τους διεθνείς οργανισμούς. Η «παράλειψη» αυτή απορρέει από την πολιτική επιλογή για περιορισμό και έλεγχο των ροών προσφύγων.