1417267417-6041237-www.nevseoboi.com.ua

Της Στεύης Τσούτση.

Το κεφάλι σου πάει να σπάσει.
Η ένταση χτυπάει στα μηνύγγια κι απομένεις ανήμπορος με τα χέρια σφιχτά δεμένα στον αυχένα να κοιτάς το κενό.
Και να προσπαθείς να το καταλάβεις, αλλά να μην σου αποκαλύπτεται.
Όπως τόσα και τόσα άλλα.
Άβυσσος όσα δεν ξέρεις, δεν κατανοείς, δεν μπορείς να προβλέψεις.
Άβυσσος και οι σκέψεις που έρχονται και σου βασανίζουν το κεφάλι. Σε κάνουν να καρδιοχτυπάς και να μένεις ξάγρυπνος.
Πως, τι και κυρίως γιατί.
Τόσα αναπάντητα γιατί που διεκδικούν μια απάντηση, που όμως αδυνατείς να δώσεις.
Κι είναι κι αυτές οι σχέσεις των ανθρώπων, δύσκολα μαθηματικά. Κι ας τις λένε απλές.
Δεν είναι.
Αρχικά σε μαγεύουν κι ύστερα σε μπερδεύουν.
Ψάχνεις να βρεις τις απαντήσεις σου. Κι όσο προσπαθείς να βάλεις τις σκέψεις σε μια τάξη, τόσο αυτές σου ξεφεύγουν και πως να τις μαζέψεις.
Άτιμο πράγμα το κεφάλι. Αυτό τα φταίει όλα. Από εκεί ξεκινούν και καταλήγουν όλα.
Φόβοι, απορίες, υποψίες, ανασφάλειες, δισταγμοί.
Και δεν μπορείς να το παρακάμψεις, όσο κι αν θέλεις.
Εσύ του αντιστέκεσαι κι αυτό έρχεται να σου δείξει πως ήταν, είναι και θα παραμείνει νικητής.
Και μείνε εσύ να βασανίζεσαι με όλα αυτά που γεννάει, αναπαράγει, συνδυάζει.
Γιατί είναι άτιμο πράγμα οι συνειρμοί, μάτια μου. Σε κάνουν να συνδυάζεις τις πιο άχρηστες πληροφορίες και να καταλήγεις στα πιο τρελά σενάρια.
Γιατί με κοίταξε έτσι; Γιατί με άγγιξε έτσι; Γιατί δε μου μίλησε έτσι;
Όλα ανακατεύονται στο κεφάλι και βγάζουν δικά τους νοήματα. Που άλλοτε σε πάνε στην αλήθεια κι άλλοτε σε μπλέκουν στα δίχτυα μιας απίστευτης πλάνης.
Φουρτούνες οι ανθρώπινες σχέσεις.
Κι εσύ προσπαθείς να σταθείς δίχως πανί, δίχως κατάρτι, καταμεσίς στα κύματα. Που ολοένα σε ξεπερνούν και σε μουσκεύουν. Που απειλούν να σε πνίξουν.
Κι εσύ εκεί, παλεύεις να τα καταφέρεις. Και παλεύεις και παλεύεις. Και γατζώνεσαι με πείσμα και πίνεις θαλασσινό νερό και πνίγεσαι και πάλι πολεμάς.
Και λες δε θα σου περάσει, κερατά, εγώ θα τα καταφέρω. Θα βγω ζωντανός.
Κι όταν καλμάρει ο καιρός και πέφτουν τα κύματα, τσακισμένος, παγωμένος ως το μεδούλι, απομένεις να χαμογελάς και να λες τα κατάφερα.
Απολαμβάνεις τις λίγες στιγμές ηρεμίας, πριν ξανασηκωθούν τα κύματα και σε σκεπάσουν.
Κι έτσι αρμενίζεις όλη σου τη ζωή.
Χαμένος σε όσα δεν ξέρεις κι όσα παλεύεις να κατανοήσεις.
Κι ερωτεύεσαι και χάνεσαι και ξαναβρίσκεις ισορροπίες και ρυθμούς. Κι αναρωτιέσαι, προβληματίζεσαι, χαίρεσαι και λυπάσαι. Και ξενυχτάς.
Πολλά ξενύχτια έχει ο έρωτας, θυμίσου το. Σε εξοντώνει και σε αναζωογονεί παράλληλα, με έναν τρόπο που μόνο αυτός κατέχει κι άλλος κανείς.
Και μείνε εσύ να κοιτάς τα ταβάνια και να σκέφτεσαι τι φταίει, τι πάει καλά και τι δεν πάει.
Παράνοια το λες. Αλλά από εκείνες που τις θες. Λιώνεις για δαύτες, τις ζητά ο οργανισμός σου.
Κάτσε και ξενύχτα, λοιπόν, αφού έτσι το διάλεξες. Σκέψου τον μέχρι να σωριαστείς από κούραση και βασάνισε το κεφάλι σου με σκέψεις πάνω σε άλλες σκέψεις.
Κάνε τις σωρό κι ύστερα άναψε τσιγάρο.
Δες τον στον καπνό κι ύστερα βάλε φωτιά.
Και χόρεψε γύρω της.
Για όσα σε βασανίζουν, για όσα σε απελευθερώνουν.
Άσε την να καίει και τράβα κοιμήσου.
Και να ήθελες, άλλωστε, τη φωτιά του έρωτα δεν τη σβήνεις.
Δεν τα κατάφερε ποτέ κανείς, δεν έχεις ελπίδες εσύ κακομοίρη μου.
Κοιμήσου κι άσε τα όνειρα να γαληνέψουν τις φουρτούνες σου και να ξορκίσουν τα δαιμόνια του ανασφαλούς μυαλού σου.
Αύριο είναι μια καλύτερη μέρα. Κι εσύ φρόντισε να την ξυπνήσεις πιο ερωτευμένος από χθες…
‘Γιατί πολύ απλά, έτσι πρέπει…

Πηγή