Όσο κι αν φανεί απίστευτο ή περίεργο, εντούτοις η φράση: «Γηράσκω αεί διδασκόμενος», που μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι ήταν του Σωκράτη, ανήκει στον Σόλωνα, που έζησε μια εκατονταετία νωρίτερα από τον μεγάλο Αθηναίο φιλόσοφο, ο οποίος είπε: «Γηράσκω δ’ αιεί πολλά διδασκόμενος»!!! Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί με την -κατά λέξη- αναλυτική ερμηνεία του γνωμικού!..

Το απόσπασμα του χωρίου με τη φράση του Σόλωνα («γηράσκω δ’ αιεί πολλά διδασκόμενος»), όπως την αλιεύουμε μέσα από τον Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας.

ΕΙΝΑΙ από τις συχνότερες φράσεις, που ακούγαμε από τους μεγαλύτερους και μάλλον η δεύτερη σε συχνότητα από αυτήν των αρχαίων προγόνων μας, όπως το γνωμικό : «Μέτρον άριστον». ή «παν μετρον άριστον».

Πρόκειται, ασφαλώς, για τη φράση: «Γηράσκω αεί διδασκόμενος», που μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι ήταν του Σωκράτη, του μεγάλου Αθηναίου φιλόσοφου που, δυστυχώς, οι Αθηναίοι καταδίκασαν σε θάνατο!

Η πατρότητα του σπουδαίου αυτού γνωμικού ανήκει στον Σόλωνα, τον γνωστό Αθηναίο νομοθέτη, που είπε τη φράση ως εξής: «Γηράσκω δ’ αιεί πολλά διδασκόμενος» (Fragment 18 line 1).

Ποιος ο Σόλων

Είναι γεγονός ότι η αρχαία ελεγεία υπήρξε γνήσιο δημιούργημα των Ιώνων. Γι’ αυτό η γλώσσα της είναι κατά βάθος ιωνική, στην οποία έχουν διεισδύσει από την επική κάθε είδους στοιχεία. Κάτω από την επίδραση της γλώσσας του είδους, ακολουθώντας την παράδοση των μεγάλων Ιώνων ελεγειοποιών, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης και ποιητής, ο ονομαστός Σόλων (640-560 π.Χ.), που οδήγησε την πατρίδα του στο δρόμο της ποιητικής και της πολιτικής δόξας, συνέθεσε την ποίησή του.
Ο Σόλων καταγόταν από την οικογένεια των Μεντιδών στην οποία ανήκε και ο τελευταίος βασιλιάς των Αθηνών Κόδρος. Για εμπορικούς σκοπούς έκανε πολλά ταξίδια στην Αίγυπτο και την Ασία. Οι αποδημίες αυτές τον όπλισαν με ευρύτατες γνώσεις και μεγάλη πείρα, που τον βοήθησαν αργότερα στην πολιτική του σταδιοδρομία. Το 594 ως άρχοντας κατόρθωσε με την υποτίμηση του νομίσματος να ανακουφίσει τους καταχρεωμένους πολίτες που αποστέναζαν κάτω από την πίεση της τάξης των πλουσίων.
Για να πετύχει ο Σόλων τον κατευνασμό των πολιτικών ερίδων, κατάρτισε την περίφημη νομοθεσία του, που μετά την κύρωσή της, καταγράφτηκε σε ξύλινους άξονες, «τας κύρβεις», που στήθηκαν στο Πρυτανείο. Με τις μεταρρυθμίσεις που επέφερε, οι σπουδαιότερες από τις οποίες ήταν η παραχώρηση δικαιωμάτων και στο λαό για την εκλογή των αρχόντων και η «σεισάχθεια» μπήκαν τα θεμέλια, στα οποία στηρίχτηκε η δημιουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Μετά το 594 φαίνεται ότι ο Σόλων αναμίχτηκε στα δημόσια πράγματα των Αθηνών είτε ως στρατηγός, είτε ως εκπρόσωπος των Αθηναίων στο Αμφικτιονικό Συνέδριο στον ιερό πόλεμο εναντίον των Κρισσαίων (591 π.Χ.). Πέθανε γέροντας ογδόντα χρονών. Όσο ζούσε αλλά και μετά το θάνατό του ο Σόλων υπήρξε πρόσωπο αγαπητό στους Αθηναίους. Τον θεωρούσαν έναν από τους επτά σοφούς και έτρεφαν γι’ αυτόν μεγάλη εκτίμηση. Ο Πλάτων τον αναφέρει, μόνο αυτόν, από τους ποιητές και ο Αριστοτέλης λέγει ότι με το Σόλωνα αρχίζει η Αθηναϊκή Δημοκρατία.
Στον «Περί Παραπρεσβείας» λόγο του, ο Δημοσθένης για να δείξει πόσο μεγάλο κακό μπορούν να κάνουν στην πολιτεία οι κακοί πολίτες, παρεμβάλλει ένα εκτεταμένο απόσπασμα από μια ελεγεία του Σόλωνα.
Στα νεανικά του χρόνια ο Σόλων έγραφε ερωτικά ποιήματα, στα οποία εξυμνούσε τις χαρές της ζωής και την ακολασία στον έρωτα. Μετά όμως οι στίχοι του ξέφυγαν από το περιεχόμενό αυτό και υπηρέτησαν τις πολιτικές του επιδιώξεις. Κατά το Διογένη το Λαέρτιο ο Σόλων έγραψε 5.000 στίχους, που διακρίνονται σε ελεγείες, ιάμβους και επωδούς. Από τα ποιήματά του αυτά σώθηκαν μερικά μικρά αποσπάσματα ιάμβων και τροχαϊκών τετραμέτρων και σχολίων. Το μεγαλύτερο σωζόμενο απόσπασμα αποτελείται από 76 στίχους και επιγράφεται «Ελεγεία». Είχε προταχθεί από το Σόλωνα στην ποιητική συλλογή που εξέδωσε και περικλείνει όλη την κοσμοθεωρία του. Σ’ αυτήν εκφράζει την τραγική αντίληψη για τη ζωή και λέγει ότι κανείς δε γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η μοίρα. Σε άλλο απόσπασμα από την ελεγεία του «Ευνομία», που αποτελείται από 39 στίχους, ο Σόλωνας συμβουλεύει τους Αθηναίους να σέβονται τους νόμους και τη δίκη.
Στα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Μεγαρείς ο Σόλων προέτρεψε τους συμπολίτες του να ανακαταλάβουν τη Σαλαμίνα με την ελεγεία «Σαλαμίς», που αποτελούσαν 100 στίχοι.
Άλλα έργα του Σόλωνα υπήρξαν η ελεγεία «Προς Φιλόκυπρον» το φίλο του βασιλιά της Κύπρου, «Υποθήκαι εις εαυτόν», «Προς Κριτίαν» κ.ά.
Σχετικά με τις θρησκευτικές και ηθικές ιδέες του Σόλωνα. παρατηρούμε ότι πηγάζουν από τις αντιλήψεις για τη θρησκεία και τις ηθικές αξίες της εποχής του, ενώ οι κοινωνικές του ιδέες, που βρήκαν την ολοκλήρωσή τους στο νομοθετικό του έργο, αποβλέπουν πιο μακριά στο απώτερο μέλλον.
Ο Αθηναίος νομοθέτης πιστεύει ολόψυχα στην πρόοδο και γι’ αυτό δεν τάσσεται στο πλευρό καμιάς από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις των Αθηνών και αγωνίζεται για την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το σύνολο της ποίησης αυτό φανερώνει το σκοπό του αυτό. (Ματζέντα, Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό).

Ποίος ο Σωκράτης

Ο Σωκράτης υπήρξε ένας κορυφαίος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (470 -399 πΧ), που γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του Σωφρονίσκος ήταν γλύπτης κι η μητέρα του Φαιναρέτη μαμή. Για τη ζωή του και το φιλοσοφικό του έργο λίγα γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Κατά τον Πλάτωνα πήρε μέρος σε τρεις εκστρατείες, στην Ποτείδαια κατά τα έτη 432-429 π.Χ., στο Δήλιο το έτος 424 π.Χ. και στην Αμφίπολη το έτος 422 π.Χ. Εκτός από τις τρεις αυτές περιπτώσεις, ποτέ άλλοτε δεν εγκατέλειψε την Αθήνα.
Έμαθε την τέχνη του πατέρα του και η μόρφωσή του, όταν ήταν νέος, δεν ξεπέρασε το συνηθισμένο μέτρο του τόπου. Στη φιλοσοφία ήταν αυτοδίδαχτος, μα οι μεταγενέστεροι του «έδωσαν» για δάσκαλο τον Αρχέλαο. Είχε σχέσεις με τους σοφιστές και σαν αποστολή του είχε να ξυπνήσει τους συμπολίτες του από τη διανοητική νάρκη και να τους κάνει να σκεφτούν για το νόημα της ζωής και το καλό τους. Στο σκοπό αυτό αφιέρωσε όλη του τη ζωή, μέσα στη μεγαλύτερη φτώχεια, δίπλα στη γυναίκα του την Ξανθίππη, με τέλεια παραμέληση του εαυτού του, χωρίς την παραμικρότερη αμοιβή.
Υπόδειγμα ολιγάρκειας, δικαιοσύνης, ηθικής αγνότητας και ευσέβειας, λεπτός και έξυπνος, ήταν για όλους γενικά τους ανθρώπους αντικείμενο θερμής λατρείας. Με την κριτική που έκανε στο δημοκρατικό πολίτευμα και με τον έλεγχο των ανθρώπων απέκτησε, όπως ήταν φυσικό, και αρκετούς εχθρούς. Ο Σωκράτης δεν άφησε συγγράμματα κι έτσι για μας τα έργα των μαθητών του, του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα, είναι η μοναδική πηγή, που μας δίνει στοιχεία για την προσωπικότητα του αρχαίου φιλόσοφου. Πολύτιμες επίσης είναι και οι πληροφορίες του Αριστοτέλη, που δεν περιέχουν όμως τίποτα που στην ουσία να μη βρίσκεται στον Πλάτωνα και Ξενοφώντα.
Το πολυτιμότερο μνημείο απ’ όλη αυτήν τη φιλολογία είναι η «Απολογία», στην οποία ο συγγραφέας της Πλάτωνας μας δίνει με λίγες, αλλά αδρές γραμμές, την εικόνα της προσωπικότητας του μεγάλου δασκάλου.
Με το Σωκράτη αρχίζει η ανθρωπολογική περίοδος της ελληνικής φιλοσοφίας. Γιατί αυτός δεν ασχολείται, όπως οι προηγούμενοί του, με μεταφυσικά και γνωσιολογικά προβλήματα, αλλά ξεκινά από τον άνθρωπο, που αποτελεί το κύριο υποκείμενο της φιλοσοφικής του έρευνας. Ο φιλόσοφος αυτός εξετάζει τα πάντα από την άποψη του ηθικού αιτήματος, και όλη του η έρευνα διέπεται από ηθικές αρχές. Σκοπός του ήταν η ηθική βελτίωση των ανθρώπων. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει με κηρύγματα, παρά μόνο αν κατάφερνε με την προσωπική επικοινωνία να τους παρακινήσει να δουλέψουν οι ίδιοι οι άνθρωποι πάνω στον εαυτό τους. Αλλά αυτό είχε σαν προϋπόθεση την αυτοεπίγνωση (γνώθι σαυτόν). Έτσι ο Σωκράτης έφτασε σε μία περίεργη μέθοδο δοκιμής των ανθρώπων, που την ασκούσε με τη συνομιλία πρόσωπο με πρόσωπο, με τη διαλεκτική, όπως την είπαν. Μέθοδο και στη μαιευτική του που μ’ αυτή ζητούσε να ξαναγεννήσει μέσα στους ανθρώπους την ορμή για το καλό. Τι είχε όμως να προσφέρει στους ανθρώπους; Όχι βέβαια έτοιμες θεωρίες και καλοδιατυπωμένες. Γιατί, όπως έλεγε, «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», ένα, δηλαδή, ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα. Το μόνο λοιπόν που κατάφερνε ήταν να φέρνει τους ανθρώπους σε αμηχανία και να τους βάζει σε ανησυχία. Γι’ αυτό έδειχνε συχνά ότι ο ίδιος θέλει να διδαχτεί από τους άλλους. Σε λίγο όμως ξεσκέπαζε τη διανοητική τους κατωτερότητα κι έπειτα η ομιλία του τραβούσε πάντα στον ίδιο σκοπό, πώς ο άνθρωπος θα γίνει αγαθός και δίκαιος.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο Σωκράτης είναι ο εισηγητής της επαγωγικής μεθόδου, του ορισμού των εννοιών κι ο θεμελιωτής της ηθικής. Ο Σωκράτης ζητούσε πίσω από τα ήθη, που κυριαρχούσαν στην εποχή του, την ηθικότητα, πίσω από το δίκαιο, που ίσχυε, τη δικαιοσύνη, πίσω από τις καθιερωμένες από την ιστορία πολιτείες, σταθερές, αρχές για τη συμβίωση των ανθρώπων. Όλα αυτά όμως ήταν προβλήματα πρακτικά που συγκεφαλαιώνονταν σ’ ένα μόνο πρόβλημα: πώς ζει κανείς σωστά; Η απάντηση στο ερώτημα ήταν για το Σωκράτη προϋπόθεση και εγγύηση για την επιτυχία του ανθρώπου, που, κατά τη γνώμη του, η πλέον σημαντική υποχρέωσή του ήταν η φροντίδα για την ψυχή του (ψυχής θεραπεία).
Κατά τον Σωκράτη για ν’ απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό έπρεπε να έχει κατανοήσει την ουσία του καλού και του κακού. Ο Σωκράτης ήταν βέβαιος ότι μία πραγματική δυστυχία υπάρχει, δηλαδή να κάνει κανείς το κακό και μία πραγματική ευτυχία, να κάνει το καλό. Επειδή λοιπόν δεν θέλει κανείς να είναι δυστυχισμένος, έτσι κανείς δεν είναι θεληματικά κακός (ουδείς εκών κακός).
Ο Σωκράτης δίδασκε ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αδικούμε κανέναν, ούτε και τους εχθρούς μας και είναι καλύτερο να αδικιέται κανείς παρά να αδικεί και προτιμότερο να υποβληθεί σε κάθε βάσανο, ακόμα και στο θάνατο, παρά να κάνει αδικία. Η σωκρατική αυτή ηθική είναι προσανατολισμένη στην παρούσα ζωή. Το ζήτημα αν υπάρχει ζωή ή όχι ύστερα από το θάνατο το αφήνει ανοιχτό. Από την άποψη αυτή, ο Σωκράτης χώρισε την ηθική από τη θρησκεία και θεμελίωσε την αυτονομία της.
Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε ο μεγάλος φιλόσοφος ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά. Υπήρξε όμως πάντα φιλόνομος πολίτης και στην ειρήνη και στον πόλεμο. Το έτος 399 π.Χ. με την κατηγορία ότι εισάγει στην πόλη των Αθηνών «καινά δαιμόνια» δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο και πέθανε αφού ήπιε το κώνειο.(Ματζέντα, Ερμηνευτικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό).

Ερμηνεία κατά λέξη του γνωμικού: «Γηράσκω αεί διδασκόμενος»

1. γηράσκω
(AM γηράσκω, Α και γηράω)· 1. γίνομαι γέρος, γερνώ· 2. (φρ.) «γηράσκω ἀεί διδασκόμενος»· όσο μεγαλώνω μαθαίνω, διδάσκομαι· || (αρχ.) 1. είμαι γέρος· 2. (για καρπούς) ωριμάζω· 3. εξασθενώ, παρακμάζω, ατονώ· 4. κάνω κάποιον να γεράσει, συντελώ στο γέρασμά του· 5. (φρ.) «χρόνος γηράσκων»· ο χρόνος που περνά, που κυλά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. γήρας].

2. αεί
(επίρρ.) (Α ἀεί) [στα Α και επικά, ιωνικά και ποιητικά αἰεί και αἰέν, δωρικά αἰές και ἀές, λακωνικά αἰέ, βοιωτικά ἀέ και ἠί, αιολικά αἶι(ν) και ἄι(ν)] διαρκώς, συνεχώς, πάντοτε, για πάντα· στα νεοελλ. μόνον ως α’ συνθ. ορισμένων συνθέτων λογίας προελεύσεως (π.χ. ἀειθαλής, ἀείβιος κ. λ. π.) και στη φρ. «νυν και αεί», η οποία προήλθε από το εκκλ. «νῡν καὶ ἀεί καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!», που λέγεται στο τέλος εκφωνήσεων και ευχών· || (νεοελλ. φρ.) «στο νυν και αεί», στο κρισιμότερο, στο πιο επικίνδυνο σημείο· «βρίσκομαι», «είμαι», «έφτασα», ή «ήρθα στο νυν και αεί», δηλ. στο έσχατο, στο πιο κρίσιμο σημείο· || (αρχ.) Ι. συχνά επιτείνεται η σημ. τού επιρρ. με άλλους προσδιορισμούς· «ἀεὶ καθ’ ἡμέραν», «καθ’ ἡμέραν ἀεί», «ἀεί καὶ καθ’ ἡμέραν», «ἀεὶ κατ’ ἐνιαυτόν», «ἀεὶ διὰ βίου» (πάντοτε, καθημερινά, για πάντα)· «ἀεί κοτε», «ἀεί ποτέ» (από παλιά, ανέκαθεν), «ἀεὶ πανταχοῡ» (παντού και πάντα), «δεῡρ’ ἀεί» (μέχρι τώρα, μέχρι τούδε), «διὰ παντὸς ἀεί» (για πάντα), «συνεχὲς ἀεί» (διαρκώς, συνεχώς)· ΙΙ. (με άρθρο) 1. ο εκάστοτε, ο κάθε φορά· «ὁ αἰεὶ βασιλεύων» (ο εκάστοτε βασιλιάς)· 2. ο καθένας· «ὁ αἰεὶ ἐντὸς γιγνόμενος» (καθένας που έμπαινε μέσα)· 3. (ως ουσ.) τὸ ἀεί· η αιωνιότητα· 4. (φρ.) «ὁ ἀεὶ χρόνος», η αιωνιότητα· «οἱ ἀεὶ ὄντες», οι αθάνατοι· «τοῑσι τούτων αἰεὶ ἐκγόνοισι», στους διά παντός απογόνους αυτών (Ηρόδ. 1, 105)· ΙΙΙ. (σε φράσεις με χαρακτήρα γνωμικού ή ρητού) «αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων», να προσπαθείς να πρωτεύεις πάντοτε και να ξεχωρίζεις από τους άλλους (Ιλ. Ζ 208)· «ἀεὶ ὁ Θεός γεωμετρεῖ» ή «ἀεὶ γεωμετρεῖν τὸν Θεόν», φρ. που αποδίδεται στον Πυθαγόρα, τον Ευκλείδη και τον Πλάτωνα και σημαίνει ότι κάποια γεωμετρική αντίληψη επικρατεί σε όλες τις εκδηλώσεις τής δημιουργίας· ΙV. (παροιμ.) «ἀεὶ γὰρ εὖ πίπτουσιν οἱ Διὸς κύβοι», που σημαίνει ό,τι και η νεοελλ. «ξέρει ο Θεός τί κάνει»· «ἀεὶ κολοιός ποτέ κολοιὸν ἱζάνει» (κάθεται κοντά) και «ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει» (πλησιάζει), που είναι συνών. με τη νεοελλ. «όμοιος τον όμοιο και η κοπριά στα λάχανα»· «ἀεὶ Λεοντῑνοι περὶ τοὺς κρατῆρας» (για όσους ασχολούνται διαρκώς με τα ίδια πράγματα)· «ἀεὶ τὰ πέρυσι βελτίω», συνών. με τη νεοελλ. «κάθε πέρυσι και καλύτερα»· «ἀεί τις ἐν Κύδωνος», μακάρι να βρίσκεται πάντα κανείς στο σπίτι τού Κύδωνος (Κρητικού ήρωα, που φημιζόταν για τη φιλοξενία του).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ἀεί αποτελεί φωνητικό σχηματισμό, ο οποίος «αίρει τη χασμωδία» τής λ. αἰεί μετά τη σίγηση τού F· το αἰεί < aἰFεί, με σίγηση τού ενδοφωνηεντικού F < *αἰFεσι, με σίγηση τού -σ- μεταξύ φωνηέντων. Ο τ. *αἰFεσι, τοπ., σχηματίζεται από επαυξημένη με -σ- μορφή θ., το οποίο ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *aiu- (= ζωτικότητα, ζωτική δύναμη), απ’ όπου η σημασία τής διάρκειας, τής αιωνιότητας. Ο αυτός τ. θέματος με σιγματική επαύξηση υπάρχει χωρίς κατάληξη στο δωρ. αἰες και στην Αιτ. aἰῶ > (< *aἰFoσa). Οι τ. αἰών και αἰέν (< *αἰFέν) παράγονται από θέμα επαυξημένο με -ν-. Οι διαλεκτικοί τύποι, αιολ. αἶι(ν), ἄι(ν) < *aἰFi(v) διασώζουν θ. σε -u. Στη Λατ. διασώζεται η αυτή μορφή θ.· πρβλ. aevum, aetas < aevitas (πρβλ. γαλλ. age, αγγλ. age), aeternus < aeviternus (πρβλ. γαλλ. eternel, αγγλ. eternal).
ΠΑΡ. ἀείδιος· (αρχ.) ἀείδιος.
ΣΥΝΘ. αειθαλής, αεικίνητος, αείμνηστος, αειπάρθενος, αειφανής, αειφυγία, αείφυλλος, αείφωτος, αείχλωρος· (αρχ.) ἀειβρυής, ἀειγενετήρ, ἀειγενέτης, ἀειγένητος, ἀειγεννητής, ἀειδουλεία, ἀείδουλος, ἀειθανής, ἀειθερής, ἀείθουρος, ἀειθρύλητος, ἀείλαλος, ἀειλαμπής, ἀειλιβής, ἀείλιχνος, ἀειλογία, ἀειμεταβόλος, ἀειμνημόνευτος, ἀείναος, ἀειναῦται, ἀείνηστις, ἀειπαθής, ἀείποτε, άείροος, ἀείρυτος, ἀεισθενής, ἀείσιτος, ἀείσκωψ, ἀειστρεφής, ἀεισύμφορος, ἀειτελής, ἀειφανής, ἀείφατος, ἀειφεγγής, ἀείφθογγος, ἀειφλεγής, ἀειφόρος, ἀειφρούρητος, ἀείφρουρος· (αρχ.-μσν.) ἀεισέβαστος, ἀειχρόνιος· (μσν.) ἀείβολος, ἀείβρυτος, ἀειγονεύς, ἀείδακρυς, ἀείζωτος, ἀείκλαυτος, ἀείνομος, ἀειπαρθενεύω, ἀειπαθής, ἀειπόθητος, ἀειρέεθρος, ἀειστένακτος, ἀείστροφος, ἀείτρεπτος, ἀειτρεφής, ἀείυπνος, ἀειχανής, ἀειχείμαστος· (μσν.-νεοελλ.) ἀεικύμαντος, ἀειμακάριστος· (νεοελλ. λογίας προελεύσεως) αειαγάπητος, αείβιος, αείδωτος, αεικλεής, αείκρουστος, αειμαχία, αειμειδής, αειμέριμνος, αείμολπος, αεινεφής, αειπαγής, αειπράσινος, αεισάλευτος, αείσειστος, αεισκίαστος, αεισκότεινος, αειτάραχος, αειφάγος].

3. διδάσκω
και διδάχνω (AM διδάσκω, Μ και διδάχνω)· 1. μαθαίνω σε κάποιον κάτι, μεταδίδω γνώσεις («εδίδασκε τα ελληνικά γράμματα», «τὸν διδάσκει τοὺς δεσμοὺς ἐκεῑνος τῆς ἀγάπης», «σε… ἱπποσύνας ἐδίδαξαν», «μέ δίδαξε η ζωή», «πολλὰ διδάσκει μ’ ὁ πολὺς βίοτος»)· 2. κηρύττω («διδάσκει τον λόγο τού Θεού», «ἐδίδασκεν ἀπ· ἄμβωνος ἡ ἐπ’ ἄμβωνος», «διδάσκων ἐν ταῑς συναγωγαῑς»)· 3. προετοιμάζω και παρουσιάζω θεατρικό έργο· 4. υποδεικνύω, νουθετώ· 5. (για θρησκευτικούς ηγέτες, φιλοσόφους, πολιτικούς κ.λπ.) πρεσβεύω και διακηρύσσω, θεωρώ ως ορθό· 6. (-ομαι) μαθαίνω, αποκτώ γνώσεις ή εμπειρίες· || (νεοελλ.) 1. είμαι δάσκαλος· 2. (φρ.) «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις»· γι’ αυτούς που δεν τηρούν οι ίδιοι όσα υποδεικνύουν στους άλλους· || (αρχ.-μσν.)· 1. εξηγώ, ερμηνεύω (κείμενο ή θεωρία)· 2. αποκαλύπτω, φανερώνω· || (μσν.) 1. εξιστορώ, διηγούμαι· 2. δίνω εντολές, διατάσσω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. *dns- που συνδέεται με τη λ. δήνεα*, αρχ. ινδ. damsas-, dasra- «αυτός που κάνει θαύματα». Πρόκειται για αναδιπλασιασμένο μεταβιβαστικό και θαμιστικό ενεστώτα σε -σκω που μάλλον προέρχεται από θ. σε δα-. Στον Όμηρο απαντά με επίθημα -η, μέλλ. δαήσεαι «θα μάθεις», αόρ. εδάην, δαήναι (< *δασ-ήναι), παρακμ. δεδάηκα. Ήδη στον Όμηρο αόρ. εδίδαξα, έπειτα στην Ιων.-Αττική μέλλ. διδάξω (πρβλ. αλύξω τού αλύσκω*). Τα ονοματικά παράγωγα τής λ. σχηματίζονται είτε με θ. δα- είτε με παρεκτεταμένο θ. δαη- (πρβλ. δαήμων, δαημοσύνη), καθώς επίσης μτγν. και με ουρανικό θ. διδαχ- (πρβλ. διδαχή και το ταραχή-ετάραξα) ή με το θ. τού ενεστ. διδασκ-. Ο τ. διδάχνω από τον αόρ. εδίδαξα κατά το σχήμα έσπρωξα-σπρώχνω.
ΠΑΡ. δίδαγμα, διδακτήριος, διδακτικός, διδακτός, δίδακτρο(ν), διδασκαλία, διδάσκαλος, διδαχή· (αρχ.-μσν.) δίδαξις.
ΣΥΝΘ. (Β’ συνθετικό) μεταδιδάσκω, συνδιδάσκω· (αρχ.) αναδιδάσκω, αντιδιδάσκω, αποδιδάσκω, εκδιδάσκω, επεκδιδάσκω, επιδιδάσκω, παραδιδάσκω, προδιδάσκω, προεκδιδάσκω, προσαναδιδάσκω, προσδιδάσκω, προσεκδιδάσκω, προσεπιδιδάσκω, υποδιδάσκω]. (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας).

 

Πηγή